Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Σόλων Λέκκας

Ο Σόλωνας Λέκκας γεννήθηκε το 1946 στην Πηγή. Είναι χτίστης και λιθοξόος, αλλά και καλλίφωνος τραγουδιστής. Ο πατέρας του, Ευστράτιος, ήταν χτίστης και είχε γεννηθεί στον Αφάλωνα, στην Ανατολική Λέσβο. Η καταγωγή του ήταν Αρβανίτικη από την περιοχή Λουτρακίου. Η μητέρα του Σόλωνα Δήμητρα εργαζόταν ως μοδίστρα στην Πηγή. Οι γονείς της προέρχονταν από την Πηγή και το Ίππειος, αλλά οι παππούδες της από τη Μικρασία. Ο Σόλωνας Λέκκας υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία τη διετία 1966-1968 στο Ναύπλιο, το Χαϊδάρι και την Πτολεμαΐδα. Έζησε στην Πηγή μέχρι το 1971, οπότε εγκαταστάθηκε στα Κεραμειά. Τη δεκαετία του 1980 μετοίκισε στη Μυτιλήνη. Σήμερα ζει στους Ταξιάρχες (Καγιάνι), κοντά στην πόλη της Μυτιλήνης.

Τραγουδιστής, ερασιτέχνης οργανοπαίκτης και χορευτής. Η ενασχόλησή του με το τραγούδι είναι συνεχής, ερασιτεχνική, αλλά και επαγγελματική, ιδιαίτερα την περίοδο 1969 - 1971. Για το μεράκι του στο τραγούδι ο ίδιος αναφέρει: «Εγώ όλους τους σκοπούς τους παλιούς τους ξέρω απ' έξω, πώς αρχινάει, πώς λέν' τα λόγια, πώς λέν' τ' αυτά. Είναι λίγοι οι μουσικάντηδες που τα ξέρουν και μπορεί να κάνουν κι ένα λαθάκ(ι), θα το καταλάβω. Μπορεί να μην ξέρω να γράψω το σκοπό, αλλά μπορώ να στον πω, πως είναι. [...] Θέλω να τραγουδώ κιόλας, τα τραγούδια αυτά τα μικρασιάτικα τα παλιά, θέλω να τα παγαίνω σφυριχτά. Νομίζω ότι αυτό που κάνω γίνεται πιο όμορφο άμα σφυρίζω. Ενώ άμα κάθομαι έτσι ξερός (δηλαδή χωρίς τραγούδι), δεν μπορώ να σκεφτώ κιόλα».

«Εγώ από μικρός μ' αρέσαν αυτά τα τραγούδια, από το σχολειό που πηγαίναμε. Σχολειό που πηγαίναμε μ' έβαζ' ο δάσκαλος, πρώτο μ' έβαζε σειρά τραγούδια σχολικά, έτσι που λέγαμε. Τα μάθαινα έτσι ("απ' έξω")], τα θυμόμουν. Δεν τα γράφαμε, τα θυμόμασταν έτσι. Όλοι τότε τραγουδούσαμε παλιά, δε λέγαμε καινούρια». Πολύ σπάνια ακούγανε τα τραγούδια από το ραδιόφωνο ή το γραμμόφωνο. Τα περισσότερα τραγούδια τα έμαθε ακούγοντάς τα από Ο Νίκος Παραλής ("Λαβίδας"), από την Ερεσό παίζει ούτι και τραγουδάει μαζί με τον Σόλωνα Λέκκα από την Πηγή, σε ηχογράφηση του ερευνητικού προγράμματος "Κιβωτός του Αιγαίου" στη Μυτιλήνη το 1997.παλιούς μερακλήδες τραγουδιστές στα καφενεία και από ηλικιωμένους συγγενείς του. «Τ' ακούγαμε που τα λέγανε, τα τραγουδούσαν παρέες, παρέες. Και καθόνταν στο καφενείο, άμα καθόνταν δεν είχε τίποτ' άλλο να βάλουν, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα και λέγαν τραγούδια αυτοί. Χωρίς μουσική, με το στόμα έτσι λίγο. Καμιά φορά τον αμανέ τον λέγαν δυό κι έλεγ' ο ένας χαμηλά κι ο άλλος ψηλά. Δεν είχε μουσική, ο ένας έπαιρνε το χρόνο τ' αλλουνού. Είχε πολλοί που παίζανε σε νταβούλια, τουμπελέκια και λέγαν έτσι τραγούδια. Αλλά στο καφενείο μέσα δεν παίζαν. Το λέγαν έτσι, τραγουδούσαν χωρίς όργανα. Όλα τα τραγούδια, κάτι παλιά που λέγαν, τα λέγαν έτσι χωρίς όργανα. Όλ' αυτά τα τραγούδια τα ξέρω. Αυτά κι οι μουσικές που ερχόταν παίζαν αυτά τα τραγούδια. Κάτι ούτια που τα παίζαν, κάτι γέροι παίζαν αυτά τα τραγούδια».

«Παρουσιάστηκα στο Ναύπλιο το 1966, μετά πήγα στο Χαϊδάρι για εκπαίδευση Διαβιβαστής Μηχανικού. Πήρα μετάθεση στην Πτολεμαϊδα, έξι με οχτώ μήνες κάθησα εκεί, και μετά ξαναγύρισα πάλι στο Ναύπλιο κι απολύθηκα απ' το Ναύπλιο. Όποτε κάναν αυτά, γλέντια τέτοια, με φωνάζαν, τραγουδούσα. Κάναν μικρά γλέντια και τα μεγάλα που κάναν στις γιορτές, φωνάζαν όλους τους τραγουδιστές. Εμένα με βάζαν στο μικρόφωνο, με βάζαν και τραβούσα κι αμανέ εκεί. Είχα ένα φίλο έτσι, αυτός ήταν μωαμεθανός, Έλληνας, είχε ένα μπουζούκι, το 'χε ξεκουρδισμένο για να μοιάζει με ούτι κι έπαιζε ένα Ζεϊμπέκ-Χαβασί κι έριχνα μανέ. Οι μωαμεθανοί αυτοί δε λέν' αμανέ σαν το δικό μας. Εμείς έχουμε βυζαντινή μελωδία στον αμανέ, το γλυκό έτσι. Αυτοί το λένε κοφτά έτσι, μόνο οι χοτζάδες το λένε σαν το δικό μας, τελευταία. Μόνο στο ανέβασμα πάει πια σαν το δικό μας»

.

Τραγουδάει όλα τα παλιά Μυτιληνιά τραγούδια, που φέρουν έντονη τη Μικρασιατική επίδραση, καθώς και αμανέδες: «Στη Μυτιλήνη υπάρχουν οι μανέδες, οι καρσιλαμάδες οι παλιοί, τα ζεϊμπέκικα τα βαριά, εδώ στη Μυτιλήνη υπάρχουν, δεν είναι σ' άλλα μέρη. Δηλαδή τα βρήκαν εδώ οι Μικρασιάτες, μπορεί να ήρθαν, αλλά τα βρήκαν. Τα παραδοσιακά οι δικοί μας τα είχαν, είχαν μικρασιάτικα που λέν' πιο βαριά, είχαν τον «Αϊβαλιώτικο». Ήταν ένα η Μυτιλήνη με την Τουρκία, τ' Αϊβαλί, πήγαιναν-ερχόταν, και ξέραν οι δικοί μας τα μικρασιάτικα, πιο πολύ τα ξέραν. Τα ίδια τα έθιμα, στολή κι αυτά είχαν οι Μυτιληνιοί κι οι Μικρασιάτες κοντά μας που 'ναι, Αϊβαλί, Πέργαμο, τα ίδια ήταν. [...] Οι άντρες τραβούσαν αμανέ πιο πολύ. Ας πούμε αν έκανε καντάδα κανένας σε μια κοπέλα, της έκανε μ' αμανέ»

Τραγουδάει επίσης τοπικά αποκριάτικα τραγούδια, «αδιάντροπα», που περιέχουν άσεμνα λόγια, καθώς και αφηγηματικά τραγούδια και παραλογές, που προσαρμόζονται στον «αποκριάτικο σκοπό». «Τις απόκριες λέν' ειδικά τραγούδια εκεί στην Πηγή. Λένε τραγούδια που έχουν γίνει ιστορίες παλιές. Τις αποκριές είναι η μέρα αυτή που λες τα τραγούδια που περάσαν. Δεν το λένε σ' άλλη ευκαιρία. Είναι πολύ παλιά αυτά και τα λέγαν αυτά σαν ιστορία. Αυτά λέμε στην Πηγή και τα κάλαντα που είν' αδιάντροπα, έτσι. Τα λέμε σε χώρο που δεν έχει γυναίκες, σε καφενεία, σε αυτά. Τις απόκριες γινόταν παρέες έτσι την Κυριακή το βράδυ, αυτοί που 'ταν για να κάνουν τις απόκριες, όσες παρέες, αυτή την ώρα τρώγαν και πίναν, πίναν στο καφενείο και το πρωί μουτζουρωνόταν. Είχε ένας ανοιχτή μπογιά και σε μουτζούρωνε. Άμα σε μουτζούρωνε, άμα σ' έκανε σταυρό έτσι εδώ στο μάγουλο ή στο κούτελο, δε μπορούσες να φύγεις. Και άλλοι ντυνόταν καρναβάλια, έτσι γυρίζαν στο χωριό, τρείς, τέσσερεις - πέντε παρέες και λέγαν τα τραγούδια αυτά». Τραγουδάει ακόμα κάποια κλέφτικα και ακριτικά τραγούδια. Όλα αυτά τα έμαθε ο ίδιος από παλιούς ηλικιωμένους συγχωριανούς και συγγενείς του τραγουδιστές


Από το 1969 μέχρι το 1971 ο Σόλωνας Λέκκας τραγουδούσε επαγγελματικά σε πανηγύρια και καφενεία: «Τότε ήταν αυτά τα μικρασιάτικα τα παλιά, λέγαμε τα παλιά, αμανέδες, το μπάλλο, το λέγαμε στο συρτό απάνω, έπρεπε να πεις μπάλλο στο συρτό... Αυτά του Τσαουσάκη, αυτά τα λέμε, έρχονται προς το μικρασιάτικο. Βαμβακάρη παραγγέλναν κανένα, αν λέγαμε έτσι. Μπαγιαντέρα, του άλλου του Στελλάκη (Περπινιάδη). Γαβαλά δεν έλεγα. Ένας άλλος φίλος είναι, τα 'λεγε. Αυτός τραγουδούσε λίγο πιο αλλιώς, δεν πήγαινε προς το μικρασιάτικο. Και τα κρητικά μ' αρέσουν και το κλέφτικο μ' αρέσει πολύ και το τραγουδάω κιόλας, και τα ηπειρώτικα τα λέω».




«Μετά (στις αρχές της δεκαετίας του 1970) πιάσαν και χαλούσαν δεν τα πολυθέλαν τα παλιά, βγήκαν οι δίσκοι. Τα Μικρασιάτικα, τα Μυτιληνιά τα παλιά δεν τα πολυθέλαν, θέλαν λαϊκά, εγώ δεν τα 'θελα αυτά, αλλά ο κόσμος δεν τα 'θελε τα παλιά. Από τότες χαλαστήκαν, απ' το '70 κάτι σκοποί πιάσαν και παίζαν στα γρήγορα. Μόνο κάτι παλιοί τα ζητούσαν, ενώ οι άλλοι θέλαν όλο λαϊκά πιο πολύ. Άμα ακούγαν Μικρασιάτικα, κάνα(ν) αμανέ, λέγαν "ωω χωριάτικα", προπάντων οι νέοι. Τότες είχε βγει ένα τραγούδι "Ψίλοι στ' αυτιά μου μπήκανε", το 'λεγα λίγο αυτό, μόνο αυτό. Εγώ λέω μόνο τα παραδοσιακά τα παλιά, Μικρασιάτικα, τα Μυτιληνιά, αμανέδες, τον μπάλλο, όπως το λέμ' εδώ στη Μυτιλήνη. Στα τελευταία στα πανηγύρια λέγαμε και κάνα-δυό αμανέδες, έτσι σαν κλείσιμο. [...] Η "Αϊσέ" είναι όπως το λένε αυτόν «Καρεκλάτο» τώρα τον ονομάζουν, ενώ παλιά ήταν "Αϊσέ", είναι ένας χορός λίγο πηδηχτός, ευκίνητος πολύ. Οι παλιοί δεν το ξέραν "καρεκλάτο", το γυρίσαν και το λέν' τώρα. Στα πανηγύρια τελειώναμε με τον "πηδηχτόν", γρήγορο, ξέραν, "θα βάλουμε τον «πηδηχτόν"».


Ο Σόλωνας Λέκκας τραγουδάει επίσης κάποια τραγούδια με τουρκικούς στίχους. «Με τούρκικα λόγια ξέρω ελάχιστα τραγούδια, τον «Τσάκιτζη», τον «Ντόκτορ», τον «Κιόρογλου» , παλιά είχε λόγια, δεν τα θυμάμαι, όχι. Γιατί θέλει να πει ότι βγήκε ένα παληκάρι, ένα παληκάρι ήταν μόνο, του Κιορ ο γιός. Ο «Κιόρογλους» είναι ένας χορός που οι παλιοί τον λέγαν «Πεχλιβάνης», που θα πεί παλληκαράς, γι' αυτό οι παλιοί τον χορεύαν με τα μαχαίρια, όχι σαν τώρα, πάνω στα άλογα. Έχει λόγια, λέγει το τραγούδι, ένα παλληκάρι είναι στο χωριό μέσα, ο Κιόρ, "του στραβού ο γιός". Αυτός ο Κιόρογλου ήταν απ' το Μπαμπά, ένα μέρος της Μικρασίας, προς το Μόλυβο εκεί, γι' αυτό τα παλιά λόγια λένε «Μπένιμ Κιόρογλου Μπαμπακτσή». Την ημέρα του Αγίου Χαραλάμπους, πάλευαν, με όποιον πάλευε νικούσε. Οι καινούριοι μουσικοί το ξέρουν σαν «Κιόρογλου» το κομμάτι, οι παλιοί σαν «Πεχλιβάνη». Τον «Κιόρογλου» άρχισαν να το παίζουν με τα άλογα οι κανούργιοι καβαλαροί. Αυτόν τον χορεύαν με τα μαχαίρια. Ήταν στολισμένα τα άλογα, αλλά βάζαν τα «Ξύλα» και τον «Κιόρογλου», μ' αυτά αρχινούσε, ήταν ο σκοπός των αλόγων, των καβαλαρέων. Μέχρι τώρα αυτό, αυτοί τσοι σκοποί έχουν με τα άλογα. Αυτοί οι σκοποί ήταν του δρόμου, και χορευτικά είναι. Τα «Ξύλα» το χορεύουν συρτό, όταν συνοδεύουν τον ταύρο στου Αγίου Χαραλάμπη, παίζουν το σκοπό αυτό τον «Κιόρογλου» και τα «Ξύλα». Ο «Κιόρογλου» είναι προς το ζεϊμπέκικο, είναι και του δρόμου και χορευτικοί σκοποί. [...] Και το άλλο που λέμε είναι «Η Χανούμ», είναι το «(Ι)μιτλερίμ», επειδής αρχίζει με το «(Ι)μιτλερίμ», ενώ λέγεται «Χανούμ». Άμα το πεις «Χανούμ» μπορεί να μην το ξέρει να πούμε, ενώ άμα πεις «(Ι)μιτλερίμ» ξέρει ο άλλος, όπως ξεκινά να πούμε».


Γλέντι σε καφενείο στα Πάμφιλα το 1997. Ο "χορός με τα μαχαίρια". Ο Βασίλης Βέτσος στο βάθος παίζει ούτι. Χορεύουν ο Σόλωνας Λέκκας και ο Νεοπτόλεμος Δεληγιάννης. Φωτογραφία Γ. Νικολακάκη.Για τον χορό ο Σόλωνας Λέκκας αναφέρει: «Παλιά γλεντούσαν ο κόσμος και οι γέροι ακόμα γλεντούσαν. Άμα σηκωνόταν ο γέρος να χορέψει ένα σκοπό, τί σκοπό θα χορέψει; το βαρύμαγκα, βαρύ σκοπό χορεύει. Δυό χορεύαν στο συρτό, δυό στον καρσιλαμά, δυό στο ζεϊμπέκικο, μπορεί και μοναχός ιτ κανένας, αλλά συνήθως δυό σηκωνόταν και χορεύαν. Για να ζυγάει τα μάτια τ' αλλουνού, να βλέπει ο ένας τον άλλο. Εγώ, έβλεπες στο μαγαζί η κίνηση που είχα, γέμιζε, ήταν χορός. Μόνο που γονάτιζαν λίγο έτσι και για να σηκωθούν, ήταν χορός, για να σηκωθούν με το ρυθμό, ναι. Οι παλιοί που χορεύαν σκοπούς με τα μαχαίρια, τα χτυπούσαν πά(νω) στο σκοπό, στο σκοπό πάνω γινόταν αυτό, όχι με τα σχέδια που θα κάνεις. Να είναι ίδιο με το χορό και η κίνηση που θα κάνεις».

Αμοιβή σε είδος, αμοιβή σε χρήμα ή άλλα ωφέλη

Για την περίοδο 1969-1971 που εργαζόταν επαγγελματικά ως τραγουδιστής ο Σόλωνας Λέκκας αναφέρει: «Εγώ θυμάμαι το πιο πολύ που παίρναμε, 1.200 δραχμές ο καθένας, βγάζαμε για το μηχάνημα, έπαιρνε κι αυτός ένα μερίδιο ακόμα, δηλαδή αν παίρναμε εμείς 1.200 έπαιρνε 1.000, 800 δραχμές το μηχάνημα. Τότε θυμάμαι παίρναμε 1.200 δραχμές μεροκάματο, 700, 800 δραχμές, αλλά ήταν γερά. Τότε ήταν το (εργατικό) μεροκάματο 100 δραχμές, το '70».

Όταν τραγουδάει ερασιτεχνικά όμως δεν δέχεται αμοιβή: «Ολ' αυτά τα τραγούδια, δε τα λέω επειδή με λές: «πε' ένα τραγούδ'», μ' αρέσει. Δε λέω να πληρωθώ. Γιατί αν με πεις «έλα να σε πληρώσω να με τα πεις», δε θα, σα να σε κοροϊδεύω. Άλλο τραγουδιστής κι άλλο μερακλής. Είν' η διαφορά μεγάλη».

(Το Βιογραφικό Σημείωμα του Σόλωνα Λέκκα βασίστηκε στις συνεντεύξεις του ερευνητικού προγράμματος "Κιβωτός του Αιγαίου", το Μάρτιο, το Μάϊο και το Νοέμβριο του 1997 στη Μυτιλήνη).

http://www.aegean.gr/culturelab/Biografika/Lekkas.htm

Σ' αυτά τα δώδεκα χρόνια ο Σόλωνας συνεχίζει να τραγουδάει και να μερακλώνει "εαυτόν και αλλήλους ", έχοντας στο ιστορικό του εμφανίσεις και αφιερώματα στην tv!, συνεργασίες με γνωστούς και μη, εξαίσιους μουσικούς της παραδοσιακής και ανατολικής μουσικής .

Κάποιοι τον έχουν ονομάσει μουσική βιβλιοθήκη του ανατολικού Αιγαίου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου