Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Το δημοσιονομικό πρόβλημα απειλεί την εθνική κυριαρχία για πρώτη φορά από το 1974 β΄

Οταν ετέθη το θέμα της εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, πολλοί έλληνες πολίτες (ανάμεσά τους και η στήλη) είδαν το θέμα ευνοϊκά

για δύο κυρίως λόγους: ο ένας, ότι η Τουρκία στη σταδιακή πορεία προς την πλήρη ένταξη, θα ήταν υποχρεωμένη να εκδημοκρατισθεί και να εξευρωπαϊστεί. Ετσι ο λαός της θα ζούσε καλύτερα, και η ίδια θα έπαυε να 'ναι επιθετική ως προς τη χώρα μας (και άλλες), με αποτέλεσμα την εδραίωση (κατά το δυνατόν) της ειρήνης στην περιοχή και

την έξοδο από την ατέλειωτη (και φαύλη) κούρσα των εξοπλισμών που απομυζά και τις δύο όμορες χώρες, Ελλάδα και Τουρκία.

Με έναν λόγο, η προσαρμογή της Τουρκίας στο «ευρωπαϊκό κεκτημένο» κατά το δη λεγόμενο, θα την καθιστούσε χώρα ασφαλή για τον λαό της και τους γείτονές της.

Ο δεύτερος αλλά εξ ίσου σημαντικός λόγος ήταν ότι η Τουρκία καθ' οδόν προς την Ευρωπαϊκή Ενωση θα ήταν υποχρεωμένη να αναγνωρίσει ως κράτος την Κύπρο, μάλιστα κράτος μέλος της Ενωσης, καθώς και να αποσύρει τα στρατεύματα κατοχής από το έδαφος ενός τέτοιου κυρίαρχου (αφού απέφυγε την εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν) κι ανεξάρτητου κράτους-εταίρου-

-με τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους το ίδιο Ευρωπαίους.

* * *

Δυστυχώς όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, οι προσδοκίες διαψεύσθηκαν και οι δύο εν λόγω λόγοι εξέπεσαν, δεν ισχύουν πλέον.

Η Τουρκία δεν επιδιώκει (ούτε πιέσθηκε από κανέναν να επιδιώξει) να μπει στην Ενωση συμμορφούμενη προς το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, διότι αυτό, ως φάνηκε, δεν είναι δεδομένο.

Ετσι η πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση καθορίζεται από τρεις παράγοντες τελείως διαφορετικούς από εκείνους στους οποίους ελπίζαμε.

1) Η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη της περιοχής. Ακόμα κι αν δεν είναι (για εσωτερικούς ταξικούς κι εθνικούς λόγους) τέτοια δύναμη, φέρεται σαν να είναι. Κι αυτό αρκεί. Ιδίως όταν οι άλλες δυνάμεις, μεγαλύτερες (ΗΠΑ ή Ε.Ε.) ή μικρότερες (Ελλάδα, ορισμένες Βαλκανικές κι ορισμένες Αραβικές χώρες) της αναγνωρίζουν αυτόν τον ρόλο.

Προσέτι η ισχύς αυτή της Τουρκίας αναβαθμίζεται κι άλλο (ως υποϊμπεριαλιστικής δύναμης) όταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν της αναθέτουν μόνον ρόλους (χωροφύλακα, τοποτηρητή, μεσολαβητή), αλλά δέχονται ως ισότιμες τις δικές της πρωτοβουλίες προκειμένου να εξυπηρετεί και τα δικά της εθνικά συμφέροντα,

ενίοτε μάλιστα με προτεραιότητα, πράγμα ανήκουστο ώς μόλις λίγα χρόνια πριν. Ετσι η Τουρκία ακόμα κι όταν συγκρούεται με τις μεγάλες δυνάμεις, παραμένει σεβαστή, και διαπραγματεύονται μαζί της όπως θα έκαναν με έναν σοβαρό παράγοντα.

Αυτό το νέο status της χώρας εξηγεί όχι μόνον τη νεο-οθωμανική ρητορική (και αυτοπεποίθηση, με ή χωρίς αυτοθαυμασμό) αλλά κυρίως την απαίτηση της Τουρκίας να μπει στην Ενωση, με τους δικούς της όρους

(παραμένοντας δηλαδή επιθετική με τους γείτονές της και ιμπεριαλιστική όπου μπορεί να διαμορφώσει ζώνες επιρροής, ακόμα και σε ευρωπαϊκό έδαφος, ή κυρίως εκεί, Βοσνία, Κοσσυφοπέδιο, Αλβανία, Βουλγαρία).

2) Η πολιτική αυτή της Τουρκίας είναι εφικτή, διότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση αυτό που ακόμα μετράει είναι ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των κρατών κι όχι μια (όποια) συνδιαμορφούμενη από όλους πολιτική (αρχών). Ούτε θέμα αλληλεγγύης προς τα κράτη-μέλη ισχύει στην Ενωση, ούτε τίποτε άλλο παρά διαρκείς συμβιβασμοί αναλόγως της συγκυρίας. (Κι έτσι ο μόνος κίνδυνος για την Τουρκία, όταν φθάσει ο κόμπος της ένταξης στο χτένι της αποδοχής της θα 'ναι η συγκυρία τότε

κι όχι η πολιτική που θα έπρεπε να τη διαμορφώνει από τώρα). Με όλα αυτά η Τουρκία

δεν αισθάνθηκε υποχρεωμένη ούτε την υποχρέωσε κανείς να προσαρμοσθεί σε οποιοδήποτε προαπαιτούμενο εξευρωπαϊσμού. Αντιθέτως.

3) Απέναντι στην Τουρκική πολιτική η Ελλάδα αντιπαραθέτει μιαν ανακόλουθη και κυρίως αναποτελεσματική στάση (συνήθως φοβικής ακινησίας). Το ερώτημα δεν είναι κατ' αρχήν, αν η στάση αυτή (κυρίως μια πολιτική κατευνασμού) είναι επικίνδυνη για τα συμφέροντα της χώρας και την ειρήνη στην περιοχή (λειτουργούμε υπό καθεστώς casus belli), αλλά αν η δογματική μας προσήλωση σε φρούδες (όπως αποδεικνύονται) δυνατότητες, δικαιολογεί την αδράνεια της χώρας μας ως προς τη διαμόρφωση εναλλακτικών (έστω και εφεδρικών) πολιτικών.

Για να σε συμφέρει η πολιτική ενός άλλου (είτε εχθρική είτε φιλική) πρέπει να έχεις μια δική σου πολιτική που να μπορεί να διαχειριστεί τις προθέσεις του.

Εμείς τα τελευταία χρόνια φαίνεται να διαθέτουμε ζεϊμπέκικα (του Γιωργάκη), κουμπαριές (του Κωστάκη), εντολές (των Αμερικανών), υποδείξεις ή αδιαφορία (της Ευρωπαϊκής Ενωσης), μίζες και αφαίμαξη (για ατέρμονες αμυντικές δαπάνες), καλές ελπίδες (να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας) κι έχει ο Θεός...

Εχει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου