Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Κόλπος Καλλονής: τα Γκαλαπάγκος του Αιγαίου !!


Σε αυτήν την τόσο βρετανική ατμόσφαιρα του Athenaeum Club στο Λονδίνο, ένα αυστηρά κλασικό κτίριο του 1824 με την ολόχρυση Αθηνά στην πρόσοψη, μια συζήτηση για τη Λέσβο μοιάζει εκ πρώτης όψεως πρωτότυπη. Οχι, όμως, αν τη συνδέσει κανείς με τη σκέψη του Αριστοτέλη και την τόσο γοητευτική περιπλάνηση που σε οδηγεί ο Armand Marie Leroi.

Κάθεται δίπλα μου σε έναν βαθύ καναπέ στο βικτωριανό πρώην καπνιστήριο της λέσχης μαζί με τον κ. Μιχάλη Μόσχο, αντιπρόεδρο του The London Hellenic Society και άνθρωπο που δίνει πνοή στο The London Hellenic Prize. Aν είναι κανείς φυσιογνωμιστής, αντιλαμβάνεται αμέσως την ευφυΐα του Armand Marie Leroi (Αρμάν Μαρί Λερουά), καθηγητή Εξελικτικής Βιολογίας στο Imperial College, συγγραφέα και παραγωγού ντοκιμαντέρ. Καθώς περιμένουμε τον Robin Lane Fox, πρόεδρο της κριτικής επιτροπής του βραβείου, μιλάμε για το βιβλίο του Λερουά που έχει θέμα τον Αριστοτέλη και τις παρατηρήσεις του για τον φυσικό κόσμο.

Ο κ. Μιχάλης Μόσχος αναφέρεται στα «Γκαλαπάγκος» του Αιγαίου, υπονοώντας τον Κόλπο της Καλλονής, αυτόν τον μοναδικό βιότοπο, που είχε συνεπάρει τον Αριστοτέλη αλλά και τον Αρμάν Μαρί Λερουά που έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο. Το «The Lagoon» (How Aristotle Invented Science) που βραβεύτηκε με το The London Hellenic Prize για το 2014 (σε μεστή τελετή με σημαντικές ομιλίες) είναι ένα γοητευτικό βιβλίο επιστήμης αλλά κυρίως άνοιγμα σε ένα σύστημα παρατήρησης, ανάλυσης και οργάνωσης ενός συνόλου. Ο Αριστοτέλης παρουσιάζεται από τον Λερουά ως ο πρώτος επιστήμων του δυτικού κόσμου.

Αναπόφευκτα σκέφτομαι πόσο ισχυρή είναι η αγάπη για την Ελλάδα από τους ακαδημαϊκούς κύκλους, τους διανοούμενους, τους συγγραφείς, τους μελετητές, όσους κάνουν έρευνα και διαβάζουν και κινούνται σε όλον τον κόσμο. Οταν συνέβαλε στη συζήτηση και ο Ρόμπιν Λέιν Φοξ (με το μεγάλο συγγραφικό έργο για τον Μ. Αλέξανδρο και την αρχαία Ελλάδα), η θεματολογία γρήγορα γλίστρησε ώς και στην αποπομπή της κ. Κ. Σαββαΐδου και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Υπάρχει ενημέρωση και τα ελληνικά θέματα απασχολούν πολύπλευρα και ουσιαστικά.

«Αυτό το θαύμα»

Αλλά, στο Αthenaeum Club ήμασταν για τον Αριστοτέλη, τη Λέσβο και το βραβείο. Ο Λερουά με βάζει αμέσως στο κλίμα καθώς μου μιλάει με θαυμασμό για το τοπίο του νησιού και τις αντιφάσεις του, την «έρημο» και τα πυκνά δάση, και ανάμεσα «αυτό το θαύμα», ο Κόλπος της Καλλονής, «The Lagoon». Αργότερα, στην ομιλία του, ο Λερουά μίλησε ενθέρμως για τη Λέσβο και το φιλόξενο πνεύμα της και το συνέδεσε ακόμη και με τη μεταχείριση των μεταναστών. Η Λέσβος είναι μια ήπειρος στο Αιγαίο.

Πριν από λίγα χρόνια, λέει ο Λερουά, σε μία από τις βόλτες του στο Μοναστηράκι μπαίνει στο βιβλιοπωλείο «Ερατώ». «Εκεί βλέπω μια έκδοση της Historia Animalium του Αριστοτέλη, στη σειρά του Oxford University Press από το 1910. Το πήρα και όταν το διάβασα κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε. Ως επιστήμων ένιωθα ότι μου μιλούσε ένας επιστήμων». Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη τον 19ο αιώνα, μετά την περιθωριοποίησή του στη διάρκεια του 17ου αιώνα, του Αιώνα της Επιστήμης, συνδυάζεται με τη γενικότερη συζήτηση για την εξέλιξη, την εμφάνιση του Δαρβίνου, την κληρονομιά του Διαφωτισμού και τη συμβολή του Carl Linnaeus τον προηγούμενο αιώνα.

Για τον Αρμάν Μαρί Λερουά, ο Αριστοτέλης θέτει τα βασικά ερωτήματα της επιστήμης και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις για τα πάντα. «Οταν έχει απορίες για το πώς λειτουργεί το σύστημα μιας σουπιάς, π.χ., την ψαρεύει και κάνει τομή στο σώμα της. Οι ψαράδες γίνονται συνεργάτες και η εκπληκτική ποικιλία ζωικών και φυτικών μορφών παρασύρει τον Αριστοτέλη σε έναν γενικό αναστοχασμό πάνω στον φυσικό κόσμο».
Κατά τον Λερουά, ο Αριστοτέλης θα τα πήγαινε θαυμάσια με τον Δαρβίνο, μόνο που θα διαφωνούσαν σε ορισμένα βασικά ζητήματα. Ενώ ο Δαρβίνος υποστηρίζει την εξέλιξη και τη φυσική επιλογή, ο Αριστοτέλης διαλέγει μια θέση ανάμεσα στην «εξέλιξη» και τη «δημιουργία». Πιστεύει σε ένα τέλεια πλασμένο σύστημα όπου τα πάντα είναι εκεί από πάντα και για πάντα. Αυτό το «ένα σύστημα» του κόσμου γίνεται και μια μηχανή κατανόησης και της έννοιας του χρόνου. «Ο Αριστοτέλης αγνοεί τα απολιθώματα, τα ίχνη ελεφάντων και άλλων ζώων, όπως και την παρουσία του απολιθωμένου δάσους στο Σίγρι που δεν αποσπά καμία τοποθέτηση».

Ο Λερουά επιμένει στην εκπληκτική τεχνική της παρατήρησης που ο Αριστοτέλης είχε αναγάγει σε βασανιστικά επεξεργασμένη τέχνη, στα όρια της εμμονής και της υπερεξάντλησης. Η περιέργειά του και η τεράστια πνευματική του απόδοση τον διαφοροποιούν. «Ακόμη και η κοσμολογία τον συνεπαίρνει, όπως και η πολιτική και η τέχνη». Για όλα εφαρμόζει την ίδια μέθοδο ανάλυσης, τομής και κυκλικής οργάνωσης.

Ο Αριστοτέλης όταν έφυγε από την Αθήνα, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, εγκαταστάθηκε στην Ασσο της Μικράς Ασίας. «Εκεί γνωρίζει τη γυναίκα του, τη 18χρονη –πιθανόν– Πυθιάδα και το 345 π.Χ. περνούν μαζί απέναντι στη Λέσβο. «Μπορεί να ήταν ένας μήνας του μέλιτος διαρκείας», λέει μισοαστεία-μισοσοβαρά ο Λερουά. Στη Λέσβο, όμως, συμβαίνει η «αποκάλυψη» του φυσικού κόσμου. Είναι εκεί και τότε, που ο Αριστοτέλης γίνεται «επιστήμων».

Το βραβείο

Πρέσβης οικουμενισμού, το βραβείο που απονέμει κάθε χρόνο η London Hellenic Society (με σημαντικές χορηγίες), επιλέγει ένα βιβλίο στην αγγλική γλώσσα, από οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο ή λογοτεχνική έκφραση, που να συνδέεται με τον ελληνικό πολιτισμό. Ο κ. Μιχάλης Μόσχος, που συντονίζει το London Hellenic Prize, με τη βοήθεια του Jason Leech, μου επισημαίνει το άνοιγμα στις αξίες του οικουμενικού Ελληνισμού. Το βραβείο συνδέεται στη γέννησή του με τον John A. Hadjipateras και τον John D. Criticos, και στη διάρκεια 19 ετών έχει βραβεύσει τον ανθό των ελληνιστών, ιστορικών και όχι μόνο. Η βράβευση του David Malouf το 2009 έγινε κατ’ εξαίρεση στη Γεννάδειο και καταγράφεται ως σημαντικό βήμα στην ιστορία του θεσμού. Σπουδαία ονόματα όπως οι σερ Μάικλ Λουέλιν Σμιθ, Πολ Κάρτλιτζ, Μαρκ Μαζάουερ, Αν Κάρσον έχουν τιμηθεί. Στην τελετή για τη βράβευση του Αρμάν Μαρί Λερουά, μίλησαν οι Μιχάλης Μόσχος, Γιώργος Ροδόπουλος (πρόεδρος του The London Hellenic Society), Robin Lane Fox, Ian Blatchford, διευθυντής του Science Museum και ο τιμώμενος.
Καθημερινή

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Λίγο από την ιστορία της Λέσβου


Ιστορία Προϊστορία.

Δεν έχει απαντηθεί ακόμη το ερώτημα πότε εγκαταστάθηκαν για πρώτη φορά ελληνικά φύλα στη Λέσβο. Στην ιωνική ποίηση του 8ου αι. π.Χ.  καταγράφεται ελληνική κατοχή του νησιού πριν από τον Τρωικό πόλεμο και στον Ύμνο στον Δηλιακό Απόλλωνα η κατοχή αυτή παρουσιάζεται ως αιολική («Μάκαρος έδος Αιολίονα»). Αυτό όμως δεν αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά δεδομένα,  κυρίως επειδή δεν έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη αρκετές ανασκαφές.  Είναι γνωστοί δώδεκα προϊστορικοί συνοικισμοί,  οι περισσότεροι παραλιακοί και μόνο τέσσερις μεσογειακοί.  Από αυτούς όμως συστηματικά έχει ανασκαφεί μόνο ο συνοικισμός της Θερμής στην ανατολική ακτή της Λέσβου, απέναντι από τη Μικρά Ασία, και κατά ένα μέρος της Άντισσας στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού.  Φαίνεται ότι περισσότερο πυκνοκατοικημένη ήταν η περιοχή του κόλπου της Καλλονής. Η μεγαλύτερη ακμή και διάρκεια των συνοικισμών,  που άρχισαν να αναπτύσσονται κατά την τελευταία φάση της νεολιθικής εποχής,  συνέπεσε με την πρώιμη εποχή του χαλκού.  Κατά την Αγγλίδα αρχαιολόγο Λαμπ,  η οποία είχε διενεργήσει τις ανασκαφές στη Θερμή και στην Άντισσα,  η Θερμή κατοικήθηκε κατά το 3200 ή 3100 έως περίπου το 2400 π.Χ., από έναν κλάδο του λαού που δημιούργησε τον ιδιάζοντα πολιτισμό στη δυτική Μικρά Ασία με κέντρο την Τροία και ο οποίος εξαπλώθηκε βορειοδυτικά έως τη Θράκη και τη Μακεδονία και επηρέασε τους λαούς της Ελλάδας.  Οι προϊστορικοί κάτοικοι της Θερμής ήταν μια ειρηνική αγροτική κοινότητα που ζούσε σε καλοχτισμένα πέτρινα σπίτια χωρίς οχύρωση.  Ξεχωρίζουν πέντε πόλεις από τις οποίες οι I και II πρέπει να διήρκεσαν από το 3200 έως το 3000, η III Α και Β από το 3000 έως το 2800, ενώ οι IV και V από το 2800 έως το 2400 π.Χ.  Οι τρεις πρώτες ήταν σύγχρονες με την Τροία I και ανοχύρωτες,  ενώ η τέταρτη και η πέμπτη σύγχρονες της Τροίας II. Η πέμπτη πόλη, από τον φόβο επίθεσης των μετακινούμενων λαών της κεντρικής Μικράς Ασίας, οχυρώθηκε με προστατευτικό περίβολο και πύργους, αλλά πριν από την τελευταία φάση της Τροίας II εγκαταλείφθηκε.  Ακολούθησε ένα μεσοδιάστημα κατά το οποίο η Θερμή παρέμεινε ακατοίκητη, η αρχή του οποίου συνέπεσε με το τέλος της πρώιμης εποχής του χαλκού,  αλλά η διάρκειά του είναι άγνωστη. Η πόλη πιθανολογείται ότι κατοικήθηκε ξανά κατά τη διάρκεια μέσης εποχής του χαλκού, περίπου έως το 1200 π.Χ., οπότε καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ήδη, περίπου από το 1400 π.Χ., είχε δεχτεί τη μυκηναϊκή επίδραση και το τέλος της ίσως έχει κάποια σχέση με την εκστρατεία του Αχιλλέα στο νησί, την οποία αναφέρει ο Όμηρος (Ιλιάδα Θ, 660). Οι ελάχιστες διαφορές στην κεραμική της Θερμής μεταξύ της μέσης και ύστερης εποχής του χαλκού (γκρίζα και κόκκινα αγγεία τροχήλατα) υποδηλώνουν ότι δεν υπήρξε αλλαγή φυλής ή πολιτισμού.

 Επίσης,  η συγγένεια των κατοίκων της Θερμής της μέσης εποχής του χαλκού με τους κατοίκους των πέντε πόλεων της πρώιμης εποχής είναι ολοφάνερη (όμοιοι τύποι σπιτιών,  όμοια εργαλεία),  παρότι η γκρίζα και κόκκινη κεραμική είναι νέο στοιχείο στη Λέσβο.  Το πιθανότερο είναι ότι κανένα νέο στοιχείο στον πληθυσμό της Θερμής δεν ήταν πολύ δυνατό και ότι το πρώτο φύλο, της πρώιμης εποχής του χαλκού, εξακολούθησε να έχει την κυριαρχία παρά τις ξένες επιδράσεις. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για τους άλλους προϊστορικούς συνοικισμούς, σύμφωνα με τα δεδομένα της ανασκαφικής έρευνας. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο από το γεγονός ότι η τοπική παράδοση των μονόχρωμων γκρίζων αγγείων στο νησί συνεχίστηκε και κατά τη γεωμετρική εποχή, έως και τους αρχαϊκούς χρόνους,  χωρίς να σημειωθεί διακοπή στο τέλος της εποχής του χαλκού, όπως αποδείχθηκε από τις ανασκαφές της αρχαίας Άντισσας. Νέες ανασκαφές στον προϊστορικό συνοικισμό του Κουρτηρίου του κόλπου της Καλλονής, όπου η ζωή φαίνεται ότι ήταν συνεχής από την υπονεολιθική περίοδο έως και τη γεωμετρική, στη Μυτιλήνη,  η δύναμη της οποίας στους κλασικούς χρόνους συνδέεται από μερικούς επιστήμονες με την εξάπλωση των αιολικών φύλων, και στο σημαντικότερο αιολικό ιερό του νησιού,  στην Κλοπεδή,  θα λύσουν ίσως στο πρόβλημα της εγκατάστασης του ελληνικού στοιχείου στη Λέσβο.

Αρχαϊκή και κλασική εποχή.

Οι πρωτογεωμετρικοί και γεωμετρικοί χρόνοι ήταν μια σκοτεινή περίοδος για τη Λέσβο.  Κυριαρχούσαν τα μονόχρωμα γκρίζα αγγεία,  ενώ ελάχιστα επείσακτα πρωτογεωμετρικά και γεωμετρικά όστρακα έχουν βρεθεί στην Άντισσα και στη Μυτιλήνη. Κύρια ασχολία των κατοίκων εικάζεται ότι ήταν η καλλιέργεια της γης και η ναυτιλία. Η γη της Λέσβου ήταν ανέκαθεν πλούσια και η ζωή εύκολη. Λεσβιακοί αμφορείς στη Σμύρνη και στην Αθήνα αποδεικνύουν ότι η εξαγωγή του κρασιού στη Λέσβο άρχισε από τον 7o αι. π.Χ. Οι πόλεις ήταν μικρές και φαίνεται ότι σχημάτισαν από νωρίς ένα είδος αμφικτιονίας με πρωτεύουσα τη Μυτιλήνη.  Ο Ηρόδοτος αναφέρει πάντα τους κατοίκους του νησιού με την κοινή ονομασία Λέσβιοι ή μόνο ως Μυτιληναίους και η νομισματοκοπία κατά πόλεις υπήρξε πολύ μεταγενέστερη.  Πολύ νωρίς,  πριν από το 700 π.Χ.,  οι Μυτιληναίοι έλεγχαν τις αιολικές πόλεις και συνοικισμούς της απέναντι μικρασιατικής ακτής φτάνοντας έως τα Δαρδανέλια.  Η Λέσβος και η Κύμη της Μικράς Ασίας, θεωρήθηκαν τα σπουδαιότερα αιολικά κέντρα και μητροπόλεις των περίπου 30 αιολικών πόλεων της περιοχής του όρους Ίδη.  Οι πέντε σημαντικότερες πόλεις της Λέσβου ήταν η Μυτιλήνη,  η Μήθυμνα,  η Άντισσα,  στη βορειοδυτική ακτή του νησιού, η Πύρρα, στον μυχό του κόλπου της Καλλονής, και η Ερεσός, στη νοτιοδυτική παραλία του νησιού. Μία έκτη πόλη, η Αρίσβη, καταστράφηκε τον 5ο αι.  π.Χ.  από τους Μηθυμναίους. Έτσι,  η Λέσβος ήταν χωρισμένη σε πέντε μεγάλες επικράτειες, οι οποίες ελέγχονταν από τις πόλεις.  Πρώτο πολίτευμα των λεσβιακών πόλεων φαίνεται ότι ήταν η βασιλεία,  η οποία καταλύθηκε τον 7o αι. π.Χ.  και αντικαταστάθηκε από ολιγαρχικά πολιτεύματα ή τυραννίες – πρώτα στη Μυτιλήνη, αλλά και στις υπόλοιπες πόλεις. Στα τέλη του 7ου αι.  π.Χ. η Μυτιλήνη, αφού ξεπέρασε, χάρη στον σοφό Πιττακό, τις εσωτερικές διενέξεις και ταραχές, στις οποίες έλαβε μέρος και ο ποιητής Αλκαίος, επιβλήθηκε στις άλλες πόλεις και τιμώρησε τους ηττημένους απαγορεύοντάς τους την εκπαίδευση των παιδιών τους («ηνίκα της θαλάσσης ήρξαν Μυτιληναίοι τοις αφισταμένοις των συμμάχων τιμωρίαν εκείνην επήρτησαν:  γράμματα μη μανθάνειν τους παίδας αυτών,  μηδέ μουσικήν διδάσκεσθαι·  πασών κολάσεων ηγησάμενοι βαρυτάτην είναι τούτων εν αμαθεία και αμουσία καταβιώναι», αναφέρει ο Αιλιανός, (Ζ, 25). Η Λέσβος αναπτύχθηκε σε ισχυρή ναυτική δύναμη,  η συμμαχία της έγινε περιζήτητη και ο πλούτος της μεγάλος. Το 570 π.Χ. οι Μυτιληναίοι ήταν οι μόνοι Αιολείς που έλαβαν μέρος στον αποικισμό της Ναύκρατης στην Αίγυπτο. Όταν, στα μέσα του 6ου αι. π.Χ.  ο Κροίσος ανάγκασε σε «φόρου απαγωγήν» τους Μικρασιάτες, με τους Λεσβίους «ξενίην συνεθήκατο».  Ως σύμμαχοι των Μιλήσιων στον πόλεμο κατά του Πολυκράτη της Σάμου υποχρεώθηκαν μετά την ήττα τους να σκάψουν όλη την τάφρο γύρω από τη Σάμο.

  Επί Κύρου η Λέσβος έγινε φόρου υποτελής στους Πέρσες με συνθήκη και υποχρεώθηκε να τους ακολουθεί στις εκστρατείες (επί Καμβύση κατά της Αιγύπτου,  επί Δαρείου κατά των Σκυθών).  Μετά την υποδούλωση των πόλεων της Μικράς Ασίας από τον Άρπαγο,  παραδόθηκε εκούσια στους Πέρσες,  οι οποίοι εγκατέστησαν τύραννο τον Κώη,  γιο του Εξάνδρου (Ηρόδοτος,  Ε,  38).  Όταν οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας επαναστάτησαν κατά των Περσών, με αρχηγό τον Αναξαγόρα τον Ιστιαίο (499­498 π.Χ.),  οι Λέσβιοι σκότωσαν τον τύραννο και συντάχθηκαν με τους επαναστάτες συμμετέχοντας με 70 τριήρεις στη ναυμαχία της Λάδης.  Μετά την ήττα της Λάδης (494 π.Χ.) υποτάχθηκαν πλήρως στους Πέρσες και εξαναγκάστηκαν,  όπως και οι άλλες πόλεις και τα νησιά της Μικράς Ασίας,  να εκστρατεύσουν με τον Ξέρξη με 60 πλοία κατά της Ελλάδας (Ηρόδοτος, Ζ, 195).  Μετά τη ναυμαχία της Μυκάλης και την ήττα των Περσών οι Λέσβιοι έγιναν δεκτοί,  το 477, στο συμμαχικόν των Ελλήνων «πίστει τε καταλαβόντες και ορκίοισι εμμενέειν και μη αποστήσεσθαι».  Κατά την αποστασία της Σάμου από τη συμμαχία (440 π.Χ.) τάχθηκαν με το μέρος των Σαμίων και μετά την ήττα τους γλίτωσαν μεν την τιμωρία από τους Αθηναίους,  αλλά περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να απαλλαγούν από την αθηναϊκή ηγεμονία. Θεώρησαν ότι βρήκαν την ευκαιρία στο τέταρτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου.  Τότε ολόκληρη η Λέσβος,  εκτός από τη Μήθυμνα,  αποστάτησε (Θουκυδίδης,  ΙΙΙ 2,1).  Η Μυτιλήνη πολιορκήθηκε και, κατά το τέλος του χειμώνα του 427 π.Χ., αφού ο Αθηναίος στρατηγός Πάχης υπέταξε την Άντισσα,  την Πύρρα και την Ερεσό, παραδόθηκε με βαρύτατους όρους, γλιτώνοντας την τελευταία στιγμή την ολοκληρωτική καταστροφή. Η γη της Λέσβου,  εκτός της περιοχής της Μηθύμνης, μοιράστηκε σε 3.000 κλήρους, από τους οποίους οι 300 αφιερώθηκαν στους θεούς και οι 2.700 σε Αθηναίους κληρούχους,  οι οποίοι όμως τους άφησαν στους Λεσβίους αντί μισθώματος μίας μνας (200 δραχμών) κατά κλήρο, και επέστρεψαν στην Αθήνα,  ενώ λίγοι έμειναν ως φρουροί των πόλεων. Ύστερα από νέες προσπάθειες αποστασίας, το 415 π.Χ., και από τις επιχειρήσεις των Σπαρτιατών με τον Καλλικρατίδα οι οποίες απέτυχαν (406 π.Χ.), η Λέσβος εξακολούθησε να παραμένει υπό την κυριαρχία των Αθηναίων.  Μετά την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς (405 π.Χ.),  ο Λύσανδρος κυρίευσε όλες τις πόλεις της Λέσβου και τις υπέταξε στη Σπάρτη. Το 392 π.Χ., μετά τη ναυμαχία της Κνίδου, η Μυτιλήνη περιήλθε και πάλι στους Αθηναίους και ο Αθηναίος στρατηγός Θρασύβουλος υπέταξε και τις υπόλοιπες πόλεις.  Με την Ανταλκίδειο ειρήνη (387 π.Χ.) η Λέσβος έγινε αυτόνομη,  αλλά δύο χρόνια αργότερα περιήλθε και πάλι στην εξουσία των Λακεδαιμονίων και το 369 προσχώρησε στη Β’ Αθηναϊκή συμμαχία.  Κατά τον συμμαχικό πόλεμο (357) όμως αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την περσική κυριαρχία και να δεχτεί ολιγαρχικό πολίτευμα.  Αργότερα οι Λέσβιοι συμμάχησαν με τον Μέγα Αλέξανδρο, μετά τη νίκη του στον Γρανικό ποταμό,  αλλά ο Μέμνων ο Ρόδιος, τον οποίο έστειλαν οι Πέρσες με 300 πλοία, τους ανάγκασε να παραδοθούν με βαρείς όρους. Ο στρατηγός Αιγήλογος, σταλμένος από τον Αλέξανδρο με ισχυρή ναυτική δύναμη, απελευθέρωσε τις πόλεις από την περσική κυριαρχία και από τους διορισμένους από τους Πέρσες τύραννους.  Από τον 7o αι.  π.Χ.,  παράλληλα προς τη μεγάλη οικονομική ευμάρεια,  παρουσιάστηκε στη Λέσβο μια πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση,  από τις σημαντικότερες στον ελληνικό χώρο. Η μουσική και η ποίηση υπήρξαν οι πιο αγαπημένες ασχολίες των Λεσβίων. Ο Τέρπανδρος ο Αντισσαίος, ο Αρίων ο Μηθυμναίος,  η Σαπφώ,  ο Κοιτίων ο Μυτιληναίος,  ήταν από τους περιφημότερους μουσικούς της αρχαιότητας.  Η λυρική ποίηση στη Λέσβο έχει τους άριστους εκπροσώπους της,  τη Σαπφώ και τον Αλκαίο, ενώ η επική εκπροσωπείται από τον Λέσχη τον Πυρραίο και τον Τέλεσι τον Μηθυμναίο. Ο Αισυμνήτης Πιττακός θεωρήθηκε ένας από τους 7 Σοφούς της αρχαιότητας. Οι ιστορικοί Ελλάνικος ο Μυτιληναίος, Μυρσίλος ο Μηθυμναίος, Ερμείας ο Μηθυμναίος και Χάρης ο Μυτιληναίος,  οι φιλόσοφοι Θεόφραστος ο Ερέσιος και Κράτιππος ο Μυτιληναίος, οι ρήτορες Αισχίνης, Ποτάμων και Λεσβώναξ, ήταν από τους διασημότερους άνδρες της αρχαίας Ελλάδας.

Ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου, κατά τους χρόνους των Επιγόνων, η Λέσβος έχασε τη δύναμή της και την επιφανή θέση την οποία είχε μέχρι τότε στον αρχαιοελληνικό κόσμο. Σπανίως αναφερόταν πλέον από τους ιστορικούς της εποχής.  Από τα σημαντικότερα γεγονότα ήταν η καταστροφή της Άντισσας από τους Ρωμαίους (167 π.Χ.) και η μεταφορά των κατοίκων της στη Μήθυμνα. Η ρωμαϊκή κυριαρχία συμπληρώθηκε κατά τον Μιθριδατικό πόλεμο (88 π.Χ.) από τον Μάρκο Μινούκιο Θέρμο,  ο οποίος κατέλαβε αμαχητί ολόκληρο το νησί και κατέστρεψε τη Μυτιλήνη,  εκδικούμενος για τη βοήθεια των Λεσβίων προς τον Μιθριδάτη και για τον θάνατο του Ρωμαίου στρατηγού Μανίου Aκυλίου. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο οι δύο από τις πέντε μεγάλες πόλεις,  η Άντισσα και η Πύρρα,  και εμφανίστηκε και πάλι ως πολυπληθέστερη η Μυτιλήνη.  Ο Πομπήιος,  κάνοντας χάρη στον φίλο του ιστορικό Θεοφάνη τον Μυτιληναίο,  ανακήρυξε τη Λέσβο αυτόνομη και σχεδόν ελεύθερη.  Οι επιφανέστεροι Ρωμαίοι (Πομπήιος, Αγρίππας, Γερμανικός) την επισκέφτηκαν, έγιναν δεκτοί με τιμές και προσέφεραν στους κατοίκους αξιώματα και αγαθά. Το 52 μ.Χ., επί Τιβέριου Κλαυδίου, η Λέσβος γνώρισε τον χριστιανισμό από τον Απόστολο Παύλο. Το 70 μ.Χ.  ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός κατάργησε την αυτονομία και η Λέσβος έγινε απλή επαρχία έως τους χρόνους του Αδριανού, ο οποίος αποκατέστησε τα προηγούμενα προνόμια.

Βυζαντινή  εποχή.

Κατά τους χριστιανικούς και πρώτους βυζαντινούς χρόνους,  η Λέσβος έζησε ειρηνικά και άκμασε,  απολαμβάνοντας τα προνόμια και την προστασία των αυτοκρατόρων.  Ελάχιστα είναι γνωστά για την ιστορία της από τις σύγχρονες πηγές, η ύπαρξη όμως ακμαίων οικισμών κατά την ύστερη αρχαιότητα και ο μεγάλος αριθμός παλαιοχριστιανικών βασιλικών σε ολόκληρο το νησί μαρτυρούν ότι η Λέσβος γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη αυτή την εποχή. Περίπου 57 βασιλικές έχουν επισημανθεί,  από τις οποίες πέντε έχουν ανασκαφεί: δύο τρίκλιτες βασιλικές στην Ερεσό, του Αγίου Ανδρέα και η βασιλική Αφεντέλλη,  του πρώτου και του δεύτερου μισού του 5ου αι.  μ.Χ.,  με πλούσια ψηφιδωτά δάπεδα και γλυπτικό διάκοσμο·  η τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Δημητρίου στο Υψηλομέτωπο, με εξαιρετικό πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο, του δεύτερου μισού του 6ου αι.· η βασιλική Αγίου Γεωργίου στο Χαλινάδο, του δεύτερου μισού του 6ου αι.· και η βασιλική της Αχλαδερής,  κοντά στην αρχαία Πύρρα. Όπως δείχνει η θέση των οικισμών και των βασιλικών, ο πληθυσμός συγκεντρώθηκε τότε στα παράλια ή σε κοιλάδες ανοιχτές προς τη θάλασσα,  ενώ οι εντελώς ορεινές περιοχές μάλλον δεν κατοικούνταν.  Η ειρηνική ζωή έλαβε τέλος κατά τον 8o αι.,  όταν άρχισαν επιδρομές διαφόρων λαών, όπως των Σλάβων (769), των Σαρακηνών (821, 881 και 1055), του πορθητή της Σμύρνης Τζαχά (1084),  των Βενετών (1128),  των ιδιαίτερα σκληρών Καταλανών πειρατών στα τέλη του 13ου αι. κ.ά. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), η Λέσβος περιήλθε στον Βαλδουίνο Α’, ανακτήθηκε το 1224 από τον Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη και προσαρτήθηκε οριστικά στη Βυζαντινή αυτοκρατορία το 1261.  Τότε δημιουργήθηκε στη Μυτιλήνη η πρώτη παροικία Γενοβέζων, με τη συνθήκη του Νυμφαίου.  Το 1333,  ο Γενοβέζος ηγεμόνας της Φώκαιας Ντομένικο Κατάνια κατέλαβε την πρωτεύουσα και τις άλλες πόλεις, εκτός από τη Μήθυμνα και την Ερεσό, έκανε έδρα του τη Μυτιλήνη και έκοψε νομίσματα.  Ύστερα από δύο χρόνια,  όμως, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Παλαιολόγος εκστράτευσε με 84 πλοία, έδιωξε τον Κατάνια και άφησε κυβερνήτη του νησιού τον Αλέξιο Φιλανθρωπινό. Σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής κυριαρχίας, το νησί χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας επιφανών εξόριστων,  όπως της Ειρήνης,  συζύγου του Λέοντα Δ’, του πατριάρχη Ιγνάτιου Ραγκαβέ, του Κωνσταντίνου του Μονομάχου, του Λέοντα Κουροπαλάτη κ.ά. Το 1355 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος παραχώρησε τη Λέσβο στον Γενοβέζο Φραγκίσκο Γατελούζο,  ως προίκα της αδελφής του Μαρίας και σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει κατά την ανάκτηση του θρόνου της Κωνσταντινούπολης από τον Ιωάννη Καντακουζηνό.

 

Η φραγκοκρατία και η τουρκοκρατία.

Οι Γατελούζοι (ή Κατελούζοι) κυβέρνησαν το νησί επί 107 έτη και κατόρθωσαν,  σεβόμενοι τα επικυριαρχικά δικαιώματα των Βυζαντινών,  να αναδείξουν την ηγεμονία τους σε μια από τις σπουδαιότερες στην Ανατολή. Όλοι οι Γατελούζοι ηγεμόνες της Λέσβου, ο Φραγκίσκος Α’ (1355­76), ο γιος του Ιάκωβος (1376­97),  ο Φραγκίσκος Β’ (1397­1401),  ο Δορίνος (1401­49),  ο Δομίνικος ή Κυριακός (1449­59) και ο Νικόλαος,  εργάστηκαν για την οικονομική ανάπτυξη της ηγεμονίας τους και επεξέτειναν την κυριαρχία τους στη Θράκη (1356),  στην Παλαιά Φώκαια (1402), στη Θάσο (1420), στη Σαμοθράκη (1433) και στη Λήμνο (1449). Στους κατοίκους της Λέσβου συμπεριφέρθηκαν με ειλικρίνεια και θρησκευτική ανεκτικότητα, γι’ αυτό και ελάχιστη επίδραση είχε η εξουσία τους στη ζωή τους. Με τη διπλωματία που ανέπτυξαν οι Γατελούζοι και με τις επιγαμίες τους με ηγεμονικούς οίκους της Δύσης και κυρίως με γόνους των βυζαντινών αυτοκρατορικών οικογενειών των Παλαιολόγων και των Κομνηνών –η σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Κατερίνα ήταν κόρη του Δορίνου– ισχυροποιήθηκαν και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο Αιγαίο.  Η εξωτερική τους πολιτική ήταν γενικά καιροσκοπική,  ειδικά προς τους Τούρκους όμως, εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης του νησιού, ήταν αλλοπρόσαλλη. Το 1437,  επί Δορίνου,  άρχισαν να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στον Μωάμεθ Α’ και το 1450 καταστράφηκε η Καλλονή, η οποία ανθούσε. Σταδιακά οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θάσο,  τη Φώκαια,  τη Σαμοθράκη και τη Λήμνο.  Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε μια πρώτη απόπειρα κατάληψης της Λέσβου η οποία απέτυχε (1455).  Το 1462 ο Μωάμεθ Β’, με ισχυρή ναυτική δύναμη και πεζικό, πολιόρκησε τη Μυτιλήνη, η οποία παραδόθηκε ύστερα από 27 ημέρες.  Η Λέσβος έμεινε υπό τουρκική κατοχή έως το 1912. Όλα αυτά τα χρόνια δέχτηκε πολλές επιδρομές Ενετών,  Γάλλων,  Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου και Σαρακηνών.  Ερημώθηκαν χωριά (Κυδώνα,  Πολύγειρος),  εξισλαμίστηκε ο Κλαπάδος,  έγινε ο αποικισμός των Μυτιληναίων της Σάμου από τον Κιλίτς πασά. Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο οι Ψαριανοί,  ως σύμμαχοι των Ρώσων,  έκαναν επιδρομές και λεηλάτησαν το Πλωμάρι (1770) και την Πλαγιά (1773) προκαλώντας αντίποινα των Τούρκων εναντίον των κατοίκων.  Η πρώτη επαναστατική κίνηση εναντίον των Τούρκων εκδηλώθηκε το 1817 από τους Παλαιολόγο Λεμονή, Καλλίνικο, Γιαννάκη, Χατζηγρηγόρη κ.ά., η οποία όμως προδόθηκε και απέτυχε. Από τη Λέσβο κατάγονταν μερικά εξέχοντα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ο ιεροδιάκονος Νεόφυτος, ο Γιαννούκος,  οι Μπερντουμήδες κ.ά.  Το 1821 απέτυχε το «στρατηγικό σχέδιο περί της Χίου και Μυτιλήνης» του Ρώσου αντιπροξένου στη Χίο Μυλωνά και οι Τούρκοι του Σιγρίου λεηλάτησαν τη Μονή Υψηλού, ενώ στη Μυτιλήνη οι χριστιανοί γλίτωσαν τη σφαγή χάρη στον Μουσταφά Κουλαξίζ.  Το 1822 ο Λεμονής,  με εξουσιοδότηση της Διοίκησης της Ελλάδας,  επιχείρησε να ξεσηκώσει τη Μυτιλήνη, αλλά η πρόσφατη καταστροφή της Χίου έκανε διστακτικούς τους Ψαριανούς και τον Λογοθέτη και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε. Το επόμενο έτος ο διοικητής του νησιού Μουσταφά Κουλαξίζ πρότεινε στους Ψαριανούς «φόρον ουχί ευκαταφρόνητον» για να σταματήσουν τις επιδρομές στη Λέσβο, αλλά η συμφωνία απέτυχε και οι επιδρομές σε Πλωμάρι, Ερεσό, Τελώνια,  Σίγρι συνεχίστηκαν.  Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης,  η Λέσβος ήταν τόπος συγκέντρωσης τουρκικών στρατευμάτων και ορμητήριο και καταφύγιο του τουρκικού στόλου, εξαιτίας της θέσης της, ενώ στα ύδατά της έγιναν πολλές ναυμαχίες (Ερεσός,  Μυτιλήνη κ.α.).  Τελικά απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο,  υπό τον ναύαρχο Κουντουριώτη, στις 7 Δεκεμβρίου 1912
.
πηγη

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Αυτή είναι η προδοσία.


Λοιπόν, πάμε με τη σειρά. Η Ελλάδα χρεοκόπησε τον Απρίλιο του 2010, προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης, και έκτοτε είναι εκτός αγορών.

Πέντε χρόνια μετά, έχουν ψηφιστεί δυο Μνημόνια και πάμε για το τρίτο Μνημόνιο.

Στο μεταξύ, το ΑΕΠ καταποντίστηκε, η ανεργία πλησιάζει το 30%, το δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 300 δισ. -ακόμα και το ΔΝΤ το χαρακτηρίζει πια «εξαιρετικά μη βιώσιμο»-, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού φτωχοποιήθηκαν, εκατοντάδες άνθρωποι αυτοκτόνησαν, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευσαν στο εξωτερικό, η Υγεία και η Παιδεία καταρρέουν, και όλα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.

Σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου κι αν είχαν συμβεί όλα αυτά, το πολιτικό προσωπικό της χώρας θα αναζητούσε μια λύση.

Θα αναζητούσε ένα άλλο σχέδιο, για να ξεφύγει από αυτό τον όλεθρο.

Όχι, όμως, στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, η λύση για όλα αυτά είναι ένα ακόμα Μνημόνιο, αν και οι πάντες -στο εσωτερικό και στο εξωτερικό- παραδέχονται πια πως τα Μνημόνια απέτυχαν και έκαναν την κατάσταση στην Ελλάδα ακόμα χειρότερη.

Κι όμως, στην Ελλάδα θεωρείται προδοσία να αναζητείς μια άλλη λύση.

Στην Ελλάδα θεωρείται προδοσία να κάνεις ένα άλλο σχέδιο.

Όποιος τολμάει να αρθρώσει μια άλλη πρόταση, χαρακτηρίζεται «συνωμότης», «σταλινικός» και «προδότης».

Κι αυτό συμβαίνει γιατί η χώρα «πρέπει να παραμείνει στο ευρώ».

Αν και είναι βέβαιο πως η έξοδος από το ευρώ πλησιάζει γιατί το ευρώ είναι ένα πολύ σκληρό νόμισμα για την χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Αν και όλοι πια παραδέχονται πως η Ελλάδα δεν έπρεπε να έχει μπει ποτέ στο ευρώ.

Η Ελλάδα δεν έπρεπε να έχει μπει στο ευρώ αλλά δεν πρέπει ποτέ να βγει από το ευρώ.

Αυτό είναι το τέλος της λογικής.

Η προδοσία είναι πως πάνω από πέντε χρόνια μετά την χρεοκοπία της χώρας -και με την χώρα και τους πολίτες να έχουν διαλυθεί- καμία κυβέρνηση δεν αναζήτησε πραγματικά ένα άλλο σχέδιο, για να βγει η Ελλάδα από την κρίση.

Αυτή είναι η προδοσία.

Ζήστε τώρα την απόλυτη κατάρρευση.

Αλλά μην έρθει κανείς να κλάψει στον ώμο μου.

(Κι όπως αναρωτιέται ένας αναγνώστης: Cui bono?
Ποιος επωφελείται από όλα αυτά;
Θα το απαντούσα αλλά, τώρα που και η Πρώτη Φορά Αριστερά προσκύνησε, δεν αξίζει τον κόπο.
 Η ζωή είναι ωραία.)

πηγη

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

ο Οδυσσέας Ελύτης και το '''αξιον εστί"

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας.

Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».



Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

To ζήτημα του πατριωτισμού

Α­πό­σπα­σμα α­πό το βι­βλί­ο του Μελέτη Μελετόπουλου, To ζήτημα του πατριωτισμού, το ο­ποί­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε πέ­ρυ­σι α­πό τις εκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση.
Τά στε­ρε­ό­τυ­πα καί οἱ ἰ­δε­ο­λη­ψί­ες τῆς «προ­ο­δευ­τι­κῆς» δι­α­νό­η­σης
Μία ὀ­λι­γά­ρι­θµ­η ἀλ­λά παν­τα­χοῦ πα­ροῦ­σα ὁ­µ­ά­δα πα­νε­πι­στη­µ­ια­κῶν, δη­µ­ο­σι­ο­γρά­φων, δι­α­νο­ου­µ­έ­νων καί πο­λι­τευ­τῶν ἐ­πι­χει­ρεῖ τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια µέ συ­στη­µ­α­τι­κό καί ἐ­πί­µ­ο­νο τρό­πο νά ἐ­πη­ρε­ά­σει τήν κοι­νή γνώ­µ­η καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρα τήν νε­ο­λα­ί­α καί νά µ­ε­τα­βά­λει τήν ἱ­στο­ρι­κή συ­νε­ί­δη­ση καί το­ύς πο­λι­τι­κο­ύς προ­σα­να­το­λι­σµ­ο­ύς τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.

Προ­ω­θεῖ και­νο­φα­νεῖς ἀ­πό­ψεις γιά γε­γο­νό­τα µ­ε­ί­ζο­νος ση­µ­α­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ἀλ­λά καί ὑ­πο­στη­ρί­ζει συγ­κε­κρι­µ­έ­νες θέ­σεις γιά τίς σύγ­χρο­νες ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κές σχέ­σεις, τό Κυ­πρια­κό, τήν ἐν­τα­ξια­κή πο­ρε­ί­α τῆς Τουρ­κί­ας πρός τήν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ῞Ε­νω­ση, τήν ὑ­πο­τι­θέ­µ­ε­νη ὕ­παρ­ξη µ­ει­ο­νο­τή­των στό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, τήν ἀ­πό­δο­ση ρα­τσι­στι­κῶν καί σω­βι­νι­στι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν στόν ἑλ­λη­νι­κό λαό, τήν σχέ­ση µ­ας µέ τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί πολ­λά ἄλ­λα. Ἡ ἀ­πή­χη­ση αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων στήν ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στη, ἀ­φοῦ ὅ­λες οἱ ἔγ­κυ­ρες µ­ε­τρή­σεις τῆς κοι­νῆς γνώ­µ­ης δε­ί­χνουν µία συν­τρι­πτι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­µ­α­τος καί τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν ἀ­ξι­ῶν σέ ὅ­λες τίς ἡ­λι­κί­ες καί τίς κοι­νω­νι­κές ὁ­µ­ά­δες. Πα­ρά ταῦ­τα, ἡ προ­σπά­θεια χον­δρο­ει­δοῦς ἀ­να­θε­ώ­ρη­σης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας, µ­α­ζί µέ τήν προ­ώ­θη­ση «ἐ­ναλ­λα­κτι­κῶν» ἀ­πό­ψε­ων στά ἐ­θνι­κά µ­ας θέ­µ­α­τα, ἔ­χουν προ­κα­λέ­σει κα­τά και­ρούς µ­ε­γά­λες ἀν­τι­δρά­σεις καί τήν ὀργή τῆς κοι­νῆς γνώ­µ­ης. []

Κεν­τρι­κό στοι­χεῖ­ο αὐ­τῆς ὅ­λης τῆς πο­λι­τι­κῆς «φι­λο­σο­φί­ας» εἶ­ναι ἡ ἐ­πί­θε­ση στήν ἔν­νοι­α τῆς Πα­τρί­δας καί στό πα­τρι­ω­τι­κό συ­να­ί­σθη­µ­α. ῎Ε­χουν κα­τα­βλη­θεῖ ἀ­πό το­ύς κύ­κλους αὐ­το­ύς ἐ­πί­µ­ο­νες προ­σπά­θει­ες νά ταυ­τι­σθεῖ ὁ Πα­τρι­ω­τι­σµ­ός µέ τόν ἐ­θνι­κι­σµό, τόν σω­βι­νι­σµό, τόν ρα­τσι­σµό, τήν µ­ι­σαλ­λο­δο­ξί­α. Κάθε αὐ­το­νό­η­τη, ἀ­κό­µ­η καί ἡ µ­ε­τρι­ο­πα­θέ­στε­ρη, ἄ­πο­ψη γιά τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς µ­ας κυ­ρι­αρ­χί­ας καί τήν ἀν­τι­µ­ε­τώ­πι­ση ξέ­νης ἐ­πι­βου­λῆς συ­κο­φαν­τεῖ­ται ὡς «ἐ­θνι­κι­στι­κή ὑ­στε­ρί­α» καί ἀν­τι­προ­τε­ί­νε­ται ὁ «δι­ά­λο­γος» γιά τά κυ­ρι­αρ­χι­κά µ­ας δι­και­ώ­µ­α­τα, ὁ κα­τευ­να­σµ­ός κ.λπ. Λο­γι­κή ἀ­πό­λη­ξη πα­ρό­µ­οι­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων, βε­βα­ί­ως, εἶ­ναι ἡ δι­α­µ­όρ­φω­ση ἑ­νός κλί­µ­α­τος αὐ­το­ε­νο­χο­ποί­η­σης καί πα­θη­τι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς τῶν ἀ­µ­φι­σβη­τή­σε­ων τῆς ἐ­θνι­κῆς µ­ας ὑ­πό­στα­σης. Καί ἡ ἀ­πο­δυ­νά­µ­ω­ση τοῦ πνε­ύ­µ­α­τος ἀν­τί­στα­σης στίς ἀ­πει­λές πού πάν­το­τε ὑ­πῆρ­χαν καί πάν­το­τε θά ὑ­πάρ­χουν, στόν τα­ρα­γµ­έ­νο κό­σµ­ο πού πο­ρευ­ό­µ­α­στε ὡς ἔ­θνος ἐ­πί χι­λι­ά­δες χρό­νια.

῎Αλ­λο­θι καί ἀ­φο­ρµή τῆς ἐ­πί­θε­σης ὁ­ρι­σµ­έ­νων προ­σώ­πων καί ὁ­µ­ά­δων ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­µ­α­τος, τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ ῎Ε­θνους καί ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κῶν συ­µ­βό­λων, εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς ἡ κα­τά­χρη­σή τους ἀ­πό τήν δι­κτα­το­ρί­α τῶν συν­τα­γµ­α­ταρ­χῶν (1967-1974). Οἱ συν­τα­γµ­α­τάρ­χες κα­τα­σκε­ύ­α­σαν ἕ­να κά­πη­λο ἰ­δε­ο­λο­γι­κό προ­σω­πεῖ­ο χρη­σι­µ­ο­ποι­ών­τας τά ἱ­ε­ρά καί τά ὅ­σια τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ὅ­πως τό Εἰ­κο­σι­έ­να, τό Σα­ράν­τα, τό τρί­πτυ­χο Πα­τρίς-Θρη­σκε­ί­α-Οἰ­κο­γέ­νεια κ.λπ.
῎Ε­τσι, µόλις κα­τέρ­ρευ­σε τό δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς, τό 1974, ἡ κα­τά­χρη­ση αὐ­τή τῶν ἐ­θνι­κῶν συ­µ­βό­λων ἀ­πό τήν δι­κτα­το­ρί­α ἔ­δω­σε τό «δι­κα­ί­ω­µ­α» σέ κά­ποι­ους κύ­κλους νά ἐ­πι­τε­θοῦν ὄ­χι µόνον ἐ­ναν­τί­ον τοῦ στρα­το­κρα­τι­κοῦ αὐ­ταρ­χι­σµ­οῦ, ἀλ­λά καί τῶν συ­µ­βό­λων πού αὐ­τός κα­τα­χρά­στη­κε.

∆ι­ά­φο­ροι πα­νε­πι­στη­µ­ια­κοί, δη­µ­ο­σι­ο­γρα­φοῦν­τες ἱ­στο­ρι­κοί κ.λπ., [ ] ἀν­τέ­γρα­ψαν καί εἰ­σή­γα­γαν ἀ­τε­λῶς κά­ποι­ες ἄ­σχε­τες πρός τά ἑλ­λη­νι­κά δε­δο­µ­έ­να θε­ω­ρη­τι­κές κα­τα­σκευ­ές ἀ­πό τήν Εὐ­ρώ­πη καί τίς ΗΠΑ ἤ ξε­σή­κω­σαν κά­ποι­ες πο­λι­τι­κῶς ὀρ­θές ἰ­δέ­ες τῆς µόδας ἀ­πό πο­λι­τι­κά πε­ρι­ο­δι­κά τῆς Νέας Ὑόρκης ἤ τοῦ ῎Αµστερνταµ καί τίς ὕ­ψω­σαν ὡς λά­βα­ρο πα­νε­πι­στη­µ­ια­κῆς στα­δι­ο­δρο­µ­ί­ας καί ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κῆς ἀ­νέ­λι­ξης. Καί βρῆ­καν στόν κλει­στό τους χῶ­ρο εὐ­νο­ϊ­κή ἀν­τα­πό­κρι­ση, δι­ό­τι στήν πα­νε­πι­στη­µ­ια­κή µ­ας κοι­νό­τη­τα ἡ ἄ­κρι­τη εἰ­σα­γω­γή θε­ω­ρι­ῶν (ὅ­πως καί κα­τα­να­λω­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των) ἀ­πό τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, πού ὑ­πο­κα­θι­στᾶ τήν κο­πι­α­στι­κή πα­ρα­γω­γή τους, ἔ­χει δυ­στυ­χῶς µ­α­κρά πα­ρά­δο­ση.

Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο, πα­ρα­δε­ί­γµ­α­τος χά­ριν, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης τῶν κα­θη­γη­τῶν Γκέλνερ καί Χομπσμπάουμ, πού ἀ­φο­ρᾶ τά ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­να βι­ο­µ­η­χα­νι­κά ἔ­θνη τῆς ∆ύ­σης, ἐ­φα­ρµ­ό­σθη­κε µέ ἀ­πί­στευ­τη ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κή ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα ἀ­πό κά­ποι­ους πα­νε­πι­στη­µ­ι­α­κο­ύς τῆς µή βι­ο­µ­η­χα­νι­κῶς ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­νης χώ­ρας µ­ας. Σύσσωµη ἡ «προ­ο­δευ­τι­κή», ἀ­να­νε­ω­τι­κή, ἐκ­συγ­χρο­νι­στι­κή κ.λπ. ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κή κοι­νό­τη­τα υἱ­ο­θέ­τη­σε τήν ἐ­ξω­πρα­γµ­α­τι­κή γιά τά ἑλ­λη­νι­κά δε­δο­µ­έ­να αὐ­τήν θε­ω­ρί­α. Γιά νά δοῦ­µ­ε κα­λύ­τε­ρα πῶς λει­τουρ­γεῖ τό στε­ρε­ό­τυ­πο, ἀ­ξί­ζει τόν κό­πο νά στα­θοῦ­µ­ε λί­γο σ’ αὐ­τό τό ση­µ­εῖ­ο.

Τό συ­µ­πέ­ρα­σµ­α πού συ­νή­γα­γε ἡ «προ­ο­δευ­τι­κή» µ­ας δι­α­νό­η­ση ἀ­πό τήν ἐ­φα­ρµ­ο­γή αὐ­τῆς τῆς θε­ω­ρί­ας, πού θά ἐ­ξε­τά­σου­µ­ε ἀ­µ­έ­σως πα­ρα­κά­τω ἀ­να­λυ­τι­κά, ἦ­ταν ὅ­τι δέν ὑ­φί­στα­ται συ­νέ­χεια τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους, ὅ­τι τό σύγ­χρο­νο ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος εἶ­ναι µία κα­τα­σκευή τῆς «νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας», ὅ­τι ἡ ση­µ­ε­ρι­νή ἑλ­λη­νι­κή συ­νε­ί­δη­ση εἶ­ναι τε­χνη­τό καί βε­βι­α­σµ­έ­νο «ἰ­δε­ο­λό­γη­µ­α» κ.λπ. Φυ­σι­κά, δέν ἔ­κα­ναν τόν κό­πο, οἱ «προ­ο­δευ­τι­κοί» µ­ας δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νοι, νά µ­ε­λε­τή­σουν τίς πη­γές, νά δι­α­πι­στώ­σουν πρω­το­γε­νῶς πῶς σκε­πτό­ταν καί πῶς αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­ζό­ταν ὁ ῞Ελ­λη­νας τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, για­τί ἔ­γι­νε ἡ µ­ε­γά­λη Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821, ποιά ἦ­ταν ἡ πο­λι­τι­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ ὑ­πό­δου­λου Ἑλ­λη­νι­σµ­οῦ –καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, τό κυ­ρί­αρ­χο κα­τά τόν Σο­λω­µό, ἀλ­λά καί πολ­λο­ύς ἄλ­λους– κρι­τή­ριο τῆς γλώσ­σας: τί γλῶσ­σα ὁ­µ­ι­λοῦ­σε ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός στο­ύς αἰ­ῶ­νες τῆς µ­α­κρᾶς Ἱ­στο­ρί­ας του; Δι­α­κό­πη­κε πο­τέ ἡ ὁ­µ­ι­λί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας στο­ύς µ­α­κρο­ύς αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καί τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας στίς ἑλ­λη­νι­κές χῶ­ρες; ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῶν δι­α­νο­ου­µ­έ­νων; Ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῆς ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας µ­ε­τα­ξύ τῶν ὁ­πλαρ­χη­γῶν καί προ­ε­στῶν τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας; Σέ ποιά γλῶσ­σα ἔ­γρα­ψαν τά κε­ί­µ­ε­νά τους οἱ Φα­να­ρι­ῶ­τες; Τί γλῶσ­σα µ­ι­λοῦ­σε το 1600 και το 1700 ὁ ἁ­πλός λα­ός; Σέ ποιά γλῶσ­σα τρα­γου­δοῦ­σε ὁ ἁ­πλός λα­ός τά δη­µ­ο­τι­κά τρα­γο­ύ­δια του; Τί προ­έ­λευ­ση ἔ­χουν τά ἤ­θη καί τά ἔ­θι­µ­α τοῦ λα­οῦ αὐ­τῆς τῆς χώ­ρας; Ποι­ά ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση, τά κοι­νά ση­µ­εῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, τό πλαί­σιο αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σµ­οῦ αὐ­τοῦ τοῦ λα­οῦ; [ ]

Ἀλ­λά ἄς δοῦ­µ­ε ἄν τά συ­µ­πε­ρά­σµ­α­τα τῶν προ­ο­δευ­τι­κῶν µ­ας δι­α­νο­ου­µ­έ­νων συ­νά­δουν καί πρός το­ύς ἴ­διους το­ύς θε­ω­ρη­τι­κο­ύς το­ύς ὁ­πο­ί­ους ἐ­πι­κα­λοῦν­ται. Ὁ Έρνεστ Γκέλνερ εἶ­χε πολ­λο­ύς λό­γους νά ἀ­σχο­λη­θεῖ µέ τόν ἐ­θνι­κι­σµό: εἶ­χε γεν­νη­θεῖ τό 1925 στήν Πρά­γα, ἀ­να­πτύ­χθη­κε πνευ­µ­α­τι­κά ἀ­νά­µ­ε­σα στήν τσέ­χι­κη καί τήν γε­ρµ­α­νι­κή κουλ­το­ύ­ρα καί ὡς Ἑ­βραῖ­ος δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό το­ύς να­ζί. Ἡ τραυ­µ­α­τι­κή του ἐ­µ­πει­ρί­α ἀ­πό τόν ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­σµό ἦ­ταν τό ψυ­χο­λο­γι­κό ὑ­πό­στρω­µ­α καί τό ἀρ­χι­κό κί­νη­τρο πού τόν ὤ­θη­σε νά ἀ­σχο­λη­θεῖ σέ πολ­λές µ­ε­λέ­τες του µέ τό ἐ­θνι­κι­στι­κό φαι­νό­µ­ε­νο. Ὁ ἄλ­λος ἐκ­φρα­στής τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης, ὁ Έρικ Χομπσμπάουμ, ἐ­πί­σης Ἑ­βραῖ­ος δι­ω­κό­µ­ε­νος ἀ­πό το­ύς να­ζί, στρα­τευ­µ­έ­νος κο­µ­µ­ου­νι­στής, συ­νέ­βα­λε καί αὐ­τός στήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἐ­θνι­κι­στι­κοῦ φαι­νο­µ­έ­νου. Οἱ δύ­ο αὐ­τοί σπου­δαῖ­οι ἱ­στο­ρι­κοί ἀ­σχο­λή­θη­καν µέ ἕ­να πο­λύ συγ­κε­κρι­µ­έ­νο ἐ­ρώ­τη­µ­α: πῶς ἡ ἀρ­χι­κά πο­λυ­δι­α­σπα­σµ­έ­νη, φε­ου­δα­λι­κή Εὐ­ρώ­πη, κα­τέ­λη­ξε νά πα­ρα­γά­γει ἐ­θνι­κά κρά­τη καί ἐ­θνι­κι­στι­κές ἀν­τι­λή­ψεις πού ὁ­δή­γη­σαν στόν να­ζι­σµό.

Πρά­γµ­α­τι, οἱ δύ­ο αὐ­τοί ἱ­στο­ρι­κοί ἔ­χουν δί­κιο στά συ­µ­πε­ρά­σµ­α­τά τους γιά τήν δη­µ­ι­ουρ­γί­α τῶν σύγ­χρο­νων ἐ­θνῶν στόν χῶ­ρο τῆς ∆υ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. ῞Ο­ταν δι­α­λύ­θη­κε τό ∆υ­τι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος, τό 476 µ.Χ., µία παν­σπε­ρµ­ί­α φυ­λῶν χω­ρίς πα­ρελ­θόν καί χω­ρίς ἱ­στο­ρι­κή καί ἐ­θνι­κή συ­νε­ί­δη­ση κα­τέ­κλυ­σε τόν χῶ­ρο τῆς ση­µ­ε­ρι­νῆς ∆υ­τι­κῆς καί Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Βα­θµ­ια­ῖα, σχη­µ­α­τί­σθη­κε στά ἐ­ρε­ί­πια τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους τό φε­ου­δα­λι­κό σύ­στη­µ­α, στά πλα­ί­σια τοῦ ὁ­πο­ί­ου το­πι­κοί φε­ου­δάρ­χες κυ­βερ­νοῦ­σαν µ­ι­κρά ἤ µ­ε­γά­λα φέ­ου­δα, σέ κα­θε­στώς πρω­τό­γο­νης ἀ­γρο­τι­κῆς οἰ­κο­νο­µ­ί­ας καί ἀ­νυ­παρ­ξί­ας ὀρ­γα­νω­µ­έ­νων κρα­τι­κῶν δο­µ­ῶν. Στα­δια­κά, κα­τά τήν Ἀ­να­γέν­νη­ση, ἐ­µ­φα­νί­σθη­καν οἱ πρῶ­τοι πυ­ρῆ­νες κρα­τῶν, πού ἔ­πα­σχαν ὅ­µ­ως ἀ­πό ἐ­θνο­λο­γι­κή καί πο­λι­τι­σµ­ι­κή ὁ­µ­οι­ο­γέ­νεια. Ἡ Ἀ­να­γέν­νη­ση, ὁ ∆ι­α­φω­τι­σµ­ός, ἡ Βι­ο­µ­η­χα­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ἡ ἰ­σχυ­ρο­πο­ί­η­ση τῆς Ἀ­στι­κῆς Τάξης, ἡ δη­µ­ι­ουρ­γί­α ὀρ­γα­νω­µ­έ­νων κρα­τι­κῶν µ­η­χα­νι­σµ­ῶν ὁ­δή­γη­σαν τε­λι­κῶς στήν δι­α­µ­όρ­φω­ση ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν.
Οἱ Γκέλνερ-Χομπσμπάουμ ἔ­χουν δί­κιο στό ἑ­ξῆς: ὅ­σο πιό ἀ­νο­µ­οι­ο­γε­νές ἐ­θνο­φυ­λε­τι­κά ἦ­ταν ἕ­να εὐ­ρω­πα­ϊ­κό κρά­τος, τό­σο πιό ἰ­σχυ­ρές ἦ­ταν οἱ προ­σπά­θει­ες ὁ­µ­ο­γε­νο­πο­ί­η­σής του. Τέτοιες προ­σπά­θει­ες ἦ­ταν δυ­να­τόν νά ὁ­δη­γή­σουν –καί στήν πε­ρί­πτω­ση τῆς Γε­ρµ­α­νί­ας ὁ­δή­γη­σαν– στήν ἐ­µ­φά­νι­ση τοῦ πα­ρα­λη­ρη­µ­α­τι­κοῦ σω­βι­νι­σµ­οῦ. Τοῦ ὁ­πο­ί­ου κύ­ρια θύ­µ­α­τα ὑ­πῆρ­ξαν ὡς ἀ­πο­δι­ο­πο­µ­παῖ­οι τρά­γοι οἱ Ἑ­βραῖ­οι, ἐκ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν «πα­ρα­φω­νί­α» στο­ύς κόλ­πους ἑ­νός κρά­τους πού ἐ­πε­δί­ω­κε µέ µ­α­νί­α τήν πλή­ρη ὁ­µ­ο­γε­νο­πο­ί­η­σή του.

Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά µέ τήν ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρί­α καί πρα­γµ­α­τι­κό­τη­τα; Ἀ­πο­λύ­τως κα­­µ­ί­α. ῞Ο­ταν τό ∆υ­τι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος δι­α­λύ­θη­κε τό 476, τό Ἀ­να­το­λι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος ὄ­χι µόνον ἐ­πε­βί­ω­σε µέ ἐ­πι­τυ­χί­α, ἀλ­λά ἐ­ξε­λί­χθη­κε σέ παγ­κό­σµ­ια ὑ­περ­δύ­να­µ­η τοῦ Με­σα­ί­ω­να. Ἐ­νῷ ἡ Δυ­τι­κή Εὐ­ρώ­πη βί­ω­νε τό χι­λι­ό­χρο­νο δρᾶ­µ­α της, σέ κα­τά­στα­ση τρα­γι­κῆς ὑ­πα­νά­πτυ­ξης καί πνευ­µ­α­τι­κοῦ σκό­τους, τό Βυ­ζάν­τιο (Ρω­µ­α­νί­α γιά το­ύς συγ­χρό­νους του) βί­ω­νε µία ἐ­πο­χή ἀ­κµ­ῆς, ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­µ­έ­νο κρά­τος µέ δη­µ­ό­σια δι­ο­ί­κη­ση, ἐκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­µ­α, κοι­νω­νι­κή πρό­νοι­α, ἐ­ξα­γω­γι­κό ἐ­µ­πό­ριο καί, κυ­ρί­ως, παγ­κό­σµ­ια πο­λι­τι­στι­κή ἀ­κτι­νο­βο­λί­α. ῞Ο­ταν, ἀν­τι­θέ­τως, ἡ ∆ύ­ση εἰ­σῆλ­θε σέ ἐ­πο­χή στα­δια­κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης, ὁ βυ­ζαν­τι­νός κό­σµ­ος ὅ­δευ­ε πρός τό τέ­λος του, κι ὅ­ταν ἡ ∆υ­τι­κή Εὐ­ρώ­πη συγ­κλο­νι­ζό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­να­γέν­νη­ση, τόν ∆ι­α­φω­τι­σµό καί τήν Βι­ο­µ­η­χα­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός βί­ω­νε τόν δι­κό του, τρα­γι­κό Με­σα­ί­ω­να τοῦ σκό­τους καί τῆς δου­λε­ί­ας.
Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης, λοι­πόν, ὅ­πως τήν πε­ρι­γρά­φουν οἱ Γκέλνερ καί Χομπσμπάουμ, ἀ­φο­ρᾶ ἕ­ναν κό­σµ­ο πού πέ­ρα­σε ἀ­πό τίς φά­σεις τοῦ φε­ου­δα­λι­κοῦ Με­σαί­ω­να, τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης, τοῦ ∆ι­α­φω­τι­σµ­οῦ καί τῆς Βι­ο­µ­η­χα­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, δι­α­δι­κα­σί­ες πού ἀ­που­σι­ά­ζουν παν­τε­λῶς ἀ­πό τήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ιστο­ρί­α λό­γῳ τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Πῶς, λοι­πόν, ἐ­φα­ρµ­ό­ζε­ται µ­έ τό­ση ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα στήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ι­στο­ρί­α;
Ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός, µ­ε­τά τήν ἀ­πορ­ρό­φη­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­στι­κοῦ κό­σµ­ου ἀ­πό το­ύς Ρω­µ­α­ί­ους, συ­νέ­χι­σε νά κυ­ρια­ρχεῖ πο­λι­τι­στι­κά στά πλα­ί­σια τῆς Ρω­µ­α­ϊ­κῆς Κο­σµ­ο­κρα­το­ρί­ας (ὁ µ­ε­γα­λύ­τε­ρος ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Εἰ­κο­στοῦ Αἰ­ῶ­να, ὁ ‘Άρνολντ Τόινμπι θε­ω­ρεῖ τήν Ρώµη µία ἁ­πλῆ πα­ραλ­λα­γή καί ἔκ­φαν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κό­σµ­ου). Ὁ ἐκ­χρι­στι­α­νι­σµ­ός τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους δη­µ­ι­ο­ύρ­γη­σε, µέσα ἀ­πό πολ­λές πε­ρι­πέ­τει­ες, µία νέ­α πο­λι­τι­στι­κή σύν­θε­ση, τόν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξο βυ­ζαν­τι­νό κό­σµ­ο. Ἡ συ­νε­ί­δη­ση τοῦ ῞Ελ­λη­να ὀρ­θό­δο­ξου, ὑ­πη­κό­ου τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους, ὁ­δή­γη­σε στήν ἔν­νοι­α τοῦ Ρω­µ­η­οῦ: εἶ­ναι ἕ­να νέ­ο στά­διο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­ας, πού ἀ­σφα­λῶς ὑ­πέ­στη δι­α­δο­χι­κές µ­ε­ταλ­λα­γές καί πέ­ρα­σε ἀ­πό πολ­λές φά­σεις στίς χι­λι­ε­τί­ες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας του. Οἱ ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ φυ­λε­τι­κές ἀ­να­µ­ε­ί­ξεις τοῦ Ἑλ­λη­νι­σµ­οῦ (κυ­ρί­ως µέ Σλα­ύ­ους, Φράγ­κους καί Ἀλ­βα­νο­ύς) κα­τά τόν Με­σα­ί­ω­να, ὄ­χι µόνον δέν δι­έ­σπα­σαν τήν ἑλ­λη­νι­κή συ­νε­ί­δη­ση καί πο­λι­τι­στι­κή ἔκ­φρα­ση, ἀλ­λά τήν ἐν­δυ­νά­µ­ω­σαν µέ νέ­α δυ­να­µ­ι­κή.
Οἱ µ­ε­τα­να­στευ­τι­κές εἰσ­ρο­ές ὁ­δη­γοῦ­σαν σέ ἀ­φο­µ­ο­ί­ω­ση τῶν µ­ε­τα­να­στῶν («το­ύς Σλα­ύ­ους γραι­κώ­σας», γρά­φει γιά τόν πα­τέ­ρα του Βα­σί­λει­ο Α΄ ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του, ἐ­νῷ ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­µ­ε τήν πρω­το­πο­ρια­κή δρά­ση τῶν Ἀρ­βα­νι­τῶν καί τῶν λα­τι­νο­γε­νῶν Βλά­χων στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση καί σέ ὅ­λους το­ύς ἐ­θνι­κο­ύς ἀ­γῶ­νες). Χρει­ά­ζε­ται ἰ­δι­α­ί­τε­ρη ἐ­µ­µ­ο­νή σέ µία βι­ο­λο­γι­κή φυ­λε­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, γιά νά µήν ἀν­τι­λα­µ­βά­νε­ται κα­νε­ίς τήν ἀ­φο­µ­οι­ω­τι­κή λει­τουρ­γί­α τῶν πο­λι­τι­σµ­ῶν. [ ]

Οἱ βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ί­δη­σης φθά­νουν πί­σω ὥς τήν ὁ­µ­η­ρι­κή ἐ­πο­χή, καί δι­ή­νυ­σαν χι­λι­ε­τί­ες πρίν φθά­σου­µ­ε στήν Τουρ­κο­κρα­τί­α καί στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση. ῞Ο­ποι­ος δέν ἔ­χει µ­ε­λε­τή­σει σέ βά­θος τά ὁ­µ­η­ρι­κά ἔ­πη, τόν Ἐ­πι­τά­φιο τοῦ Πε­ρι­κλέ­ους, τίς δη­µ­η­γο­ρί­ες τοῦ Ἰ­σο­κρά­τους, ὅ­ποι­ος δέν ἔ­χει δι­α­βά­σει προ­σε­κτι­κά τήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρου καί τῶν ∆ι­α­δό­χων τοῦ Gustav Droysen, ὅ­ποι­ος δέν γνω­ρί­ζει τί γρά­φει ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του γιά τόν ἐ­ξελ­λη­νι­σµό τῶν Σλα­ύ­ων, κι ὅ­ποι­ος δέν ἐ­µ­βά­θυ­νε στοι­χει­ω­δῶς στήν ὑ­στε­ρο­βυ­ζαν­τι­νή πο­ί­η­ση ὅ­πως καί στό ἔρ­γο τῆς Ἑ­λέ­νης Γλύ­κα­τζη-Ἀρ­βε­λέρ γιά τήν Πο­λι­τι­κή Ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἄν κά­ποι­ος δέν δι­ά­βα­σε µ­ε­τα­βυ­ζαν­τι­νή λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κρι­τι­κά ἔ­πη καί κλέ­φτι­κα τρα­γο­ύ­δια, ἀλ­λά καί Νε­ο­ελ­λη­νι­κό ∆ι­α­φω­τι­σµό, καί δέν µελέτησε ἐ­µ­βρι­θῶς τίς ἑλ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, σί­γου­ρα δέν µ­πο­ρεῖ νά συλ­λά­βει τήν πολυκύµαντη καί θυ­ελ­λώ­δη δι­α­δρο­µή τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ί­δη­σης.

Ὁ σο­φός Γκέλνερ τό ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό το­ύς ἐν Ἑλ­λά­δι ἀν­τι­γρα­φεῖς του: «Ἡ πρώ­τη ἐ­θνι­κι­στι­κή ἐ­ξέ­γερ­ση ἔ­λα­βε χώ­ρα λί­γα χρό­νια µ­ε­τά τό Συ­νέ­δριο τῆς Βι­έν­νης καί ἦ­ταν ἡ ἑλ­λη­νι­κή», γρά­φει στό ἔρ­γο του Ἐ­θνι­κι­σµ­ός: πο­λι­τι­σµ­ός, πί­στη καί ἐ­ξου­σί­α [σέ ἑλ­λη­νι­κή µ­ε­τά­φρα­ση ἀ­πό τίς ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να 2002, σ. 69-70]. Καί συ­νε­χί­ζει: «Θά ἦ­ταν ἄ­σκο­πο νά ἀρ­νη­θοῦ­µ­ε ὅ­τι ὁ­ρι­σµ­έ­να γνω­ρί­σµ­α­τά της συ­νι­στοῦν κά­ποι­ο πρό­βλη­µ­α γιά τήν θε­ω­ρί­α µ­ας, ἡ ὁ­πο­ί­α συν­δέ­ει τόν ἐ­θνι­κι­σµό µέ τόν βι­ο­µ­η­χα­νι­σµό. Τό Να­ύ­πλιο (πρώ­τη πρω­τε­ύ­ου­σα τῆς Ἀ­νε­ξάρ­τη­της Ἑλ­λά­δας) καί ἡ Ἀ­θή­να τοῦ πρώ­ι­µ­ου 19ου αἰ­ῶ­να πα­ρου­σί­α­ζαν ἐ­λά­χι­στη ὁ­µ­οι­ό­τη­τα µέ τό Μάντσεστερ τοῦ ῎Ενγκελς, ἐ­νῷ ὁ Μο­ριᾶς δέν ἔ­µ­οια­ζε µέ τά λαγ­κά­δια τοῦ Λάνκασαϊαρ… εἶ­ναι εὔ­λο­γη ἡ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι ἀρ­χι­κά τό ἑλ­λη­νι­κό ἐ­θνι­κό κί­νη­µ­α δέν ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε σ’ ἕ­να ὁ­µ­οι­ο­γε­νές νε­ω­τε­ρι­κό ἐ­θνι­κό κρά­τος, ἀλ­λά µ­ᾶλ­λον… νά ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τήν Ὀ­θω­µ­α­νι­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α µ’ ἕ­να νέ­ο Βυ­ζάν­τιο». ∆ι­αυ­γέ­στα­τη ἀ­νά­λυ­ση. Καί δι­α­πι­στώ­νει ὁ ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά ἔν­τι­µ­ος Γκέλνερ: «Σέ γε­νι­κές γρα­µ­µ­ές, ὄ­χι µόνο ὁ ἑλ­λη­νι­κός, ἀλ­λά ὅ­λοι οἱ βαλ­κα­νι­κοί ἐ­θνι­κι­σµ­οί φα­ί­νε­ται νά συ­νι­στοῦν µ­εῖ­ζον πρό­βλη­µ­α γι’ αὐ­τήν τήν θε­ω­ρί­α, ἄν λά­βου­µ­ε ὑ­π’ ὄ­ψιν τήν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῶν Βαλ­κα­νί­ων σύ­µ­φω­να µέ τά κρι­τή­ρια τοῦ βι­ο­µ­η­χα­νι­σµ­οῦ καί τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας».

Οἱ δι­ά­φο­ροι κα­θη­γη­τές τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πα­νε­πι­στη­µ­ί­ων, πού βι­ά­στη­καν ἀ­πρό­σε­κτα νά ἐ­φα­ρµ­ό­σουν τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης στήν ἑλ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση, ὑ­πο­βάλ­λον­τάς µ­ας τήν ἰ­δέ­α ὅ­τι τό ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος εἶ­ναι µία τε­χνη­τή κα­τα­σκευή τῆς Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­σφα­λῶς δέν πρό­σε­ξαν τί γρά­φει ὁ ἴ­διος ὁ Γκέλνερ στήν σε­λί­δα 144-45 τοῦ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ου του (πού σύ­µ­φω­να µέ αὐ­τά πού ἔ­γρα­ψε στόν πρό­λο­γο ὁ γυι­ός –ἐ­πί­σης κα­θη­γη­τής– τοῦ συγ­γρα­φέ­α: «…εἶ­ναι ἡ τε­λευ­τα­ί­α του λέ­ξη στό θέ­µ­α τοῦ ἐ­θνι­κι­σµ­οῦ. Ἀν­τι­προ­σω­πε­ύ­ει ἐ­πί­σης τήν πιό ὥ­ρι­µ­η ἀ­νά­λυ­σή του…»). Γρά­φει λοι­πόν στό τέ­λος τοῦ βι­βλί­ου του ὁ Γκέλνερ: «Ἡ δι­κή µ­ου ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ὅ­τι κά­ποι­α ἔ­θνη δι­α­θέ­τουν αὐ­θεν­τι­κο­ύς ἀρ­χα­ί­ους ὀ­µ­φα­λο­ύς, ἄλ­λα ἔ­χουν ὀ­µ­φα­λο­ύς πού ἐ­πι­νο­ή­θη­καν γιά χά­ρη τους ἀ­πό τήν ἴ­δια τήν ἐ­θνι­κι­στι­κή τους προ­πα­γάν­δα καί ἄλ­λα δέν ἔ­χουν κα­θό­λου ὀ­µ­φα­λό. Πι­στε­ύ­ω ἀ­κό­µ­η ὅ­τι ἡ µ­ε­σα­ί­α κα­τη­γο­ρί­α εἶ­ναι µέχρι στι­γµ­ῆς ἡ µ­ε­γα­λύ­τε­ρη, ἀλ­λά εἶ­µ­αι ἀ­νοι­χτός στίς δι­ορ­θώ­σεις πού θά ὑ­πο­δε­ί­κνυ­ε µία ἱ­στο­ρι­κή ἔ­ρευ­να. Σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, νά πῶς πρέ­πει νά δι­α­τυ­πω­θεῖ τό ὅ­λο ζή­τη­µ­α».[]

Νά πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ πα­νε­πι­στη­µ­ια­κή κοι­νό­τη­τα στήν Ἑλ­λά­δα

Οἱ αὐ­τό­κλη­τοι εἰ­σα­γω­γεῖς πα­ρό­µ­οι­ων ξέ­νων θε­ω­ρι­ῶν, προ­σα­ρµ­ο­σµ­έ­νων κα­ταλ­λή­λως ὥ­στε νά ἐ­φα­ρµ­ο­σθοῦν στήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ι­στο­ρί­α κα­τά τό δο­κοῦν, προ­σπα­θοῦν νά ἐ­µ­φα­νί­σουν τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι τό Ἑλ­λη­νι­κό ῎Ε­θνος εἶ­ναι ἕ­να τε­χνη­τό κα­τα­σκε­ύ­α­σµ­α ἐ­θνι­κι­στῶν ἱ­στο­ρι­κῶν καί ἀ­κρο­δε­ξι­ῶν προ­πα­γαν­δι­στῶν. ῞Ο­τι στήν οὐ­σί­α οἱ κά­τοι­κοι αὐ­τῆς τῆς χώ­ρας, µία παν­σπε­ρµ­ί­α Ἀλ­βα­νῶν, Σλα­ύ­ων, Βλά­χων, Σα­ρα­κα­τσά­νων καί ἄλ­λων ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου προ­ε­λε­ύ­σε­ως µ­ε­το­ί­κων, ἀ­πο­φά­σι­σαν µία ὡ­ρα­ί­α πρω­ί­α νά ἐ­πα­να­στα­τή­σουν ἔ­τσι χω­ρίς λό­γο, µ­ᾶλ­λον λό­γῳ ἀ­ναρ­χι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος, δι­ά­θε­σης γιά πλι­ά­τσι­κο καί ἐξ αἰ­τί­ας ἐ­θνι­κι­στι­κῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων ἐ­ναν­τί­ον τῶν Το­ύρ­κων. Ἡ Ὀ­θω­µ­α­νι­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἦ­ταν, φα­ί­νε­ται, ἕ­να πο­λυ­ε­θνι­κό πο­λυ­πο­λι­τι­σµ­ι­κό κρά­τος, ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν ἁ­ρµ­ο­νι­κά δι­ά­φο­ρες ἐ­θνό­τη­τες χω­ρίς πολ­λά προ­βλή­µ­α­τα. Ἰ­δε­ο­λο­γι­κό ἐ­πί­χρι­σµ­α σ’ αὐ­τήν τήν ἐκ­δή­λω­ση ἀ­ναρ­χί­ας ἔ­δω­σε ὁ ἀ­πό­η­χος τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καί ἡ ἐ­πί­δρα­σή της σέ κά­ποι­ους δι­α­νο­ου­µ­έ­νους, πού ἀ­πο­φά­σι­σαν νά ἐ­πι­βά­λουν στα­νι­κά τήν δη­µ­ι­ουρ­γί­α ἐ­λε­ύ­θε­ρου κρά­τους στο­ύς εὐ­χα­ρι­στη­µ­έ­νους ρα­γι­ά­δες.
Μπο­ρεῖ αὐ­τά νά ἠ­χοῦν εἰ­ρω­νι­κά, ἀλ­λά δέν εἶ­ναι. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς αὐ­τά πού πο­λύ σο­βα­ρά δη­µ­ο­σι­εύ­ουν οἱ «προ­ο­δευ­τι­κοί» µ­ας δι­α­νο­ού­µ­ε­νοι στόν ἑλ­λη­νι­κό Τύ­πο καί σέ ἑλ­λη­νι­κά «ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά» κε­ί­µ­ε­να. ῎Ας δοῦ­µ­ε µ­ε­ρι­κά πα­ρα­δε­ί­γµ­α­τα.
Κυ­ρια­κή 24 Μαρ­τί­ου 2002
(Πα­ρα­µ­ο­νή τῆς ἐ­θνι­κῆς ἑ­ορ­τῆς.)

Ὁ κ. Πέτρος Πι­ζά­νιας, τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας στό Ἰόνιο Πα­νε­πι­στή­µ­ιο, δη­µ­ο­σι­ε­ύ­ει ἐ­κτε­νέ­στα­το ἄρ­θρο στήν ἐ­φη­µ­ε­ρί­δα Κα­θη­µ­ε­ρι­νή, µέ τί­τλο, «Ἀ­πό το­ύς Γα­ζῆ­δες ὥς τήν ὀ­θω­µ­α­νι­κή ὁ­λο­κλή­ρω­ση» (σ. 5). Ἀ­φοῦ χα­ρα­κτη­ρί­ζει «ἀ­τε­λέ­στα­τη κο­σµ­ο­κρα­το­ρί­α» (!) τόν ἑλ­λη­νι­στι­κό κό­σµ­ο πού δη­µ­ι­ο­ύρ­γη­σε ὁ Μέγας Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἔρ­χε­ται στόν 13ο αἰ­ῶ­να, ὅ­ταν ἐ­µ­φα­νί­σθη­καν οἱ «Γα­ζῆ­δες ἱπ­πό­τες τῆς ἡ­µ­ι­σε­λή­νου», ὅ­πως ἐ­πί λέ­ξει ἀ­πο­κα­λεῖ το­ύς πρώ­τους Το­ύρ­κους ἐ­πι­δρο­µ­εῖς. Προ­φα­νῶς ὁ κ. Πι­ζά­νιας χρη­σι­µ­ο­ποι­εῖ τόν ὅ­ρο «ἱπ­πό­τες» γιά νά ἀ­πο­δώ­σει ἱπ­πο­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στο­ύς µ­ογ­γο­λι­κῆς προ­ε­λε­ύ­σε­ως Τουρ­κο­µ­ά­νους ἐ­πι­δρο­µ­εῖς. Πρέ­πει ἐ­δῶ νά ὑ­πεν­θυ­µ­ί­σου­µ­ε στόν κ. Πι­ζά­νια ὅ­τι ὁ ὅ­ρος «ἱπ­πό­της» ἔ­χει συγ­κε­κρι­µ­έ­να κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κά καί ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: ἱπ­πό­της (ἄς δι­α­βά­σει τό κλασ­σι­κό ἔρ­γο τοῦ Μ. Μπλοχ Ἡ Φε­ου­δα­λι­κή Κοι­νω­νί­α, ἔ­χει µ­ε­τα­φρα­στεῖ καί στά ἑλ­λη­νι­κά) εἶ­ναι ὁ ἀ­νή­κων στήν κλη­ρο­νο­µ­ι­κή φε­ου­δα­λι­κή ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α τῶν Εὐ­ρω­πα­ί­ων γαι­ο­κτη­µ­ό­νων τοῦ Με­σα­ί­ω­να, συν­δέ­ε­ται µέ τήν µ­α­κρα­ί­ω­νη κα­το­χή γαι­ῶν καί τήν κυ­ρι­αρ­χί­α ἐ­πί τῶν αὐ­το­χθό­νων πλη­θυ­σµ­ῶν καί εἶ­ναι µία κοι­νω­νι­κή κα­τη­γο­ρί­α ἰ­δι­ό­τυ­πη, πού ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κά ἐ­πί δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ἐ­δά­φους το­ύς Μέσους Αἰ­ῶ­νες. Ἀ­να­λο­γί­ες, ἀλ­λά ὄ­χι τα­ύ­τι­ση, ὑ­πάρ­χει µέ το­ύς Ἰάπωνες Σα­µ­ου­ρά­ι, ἐ­πί­σης γαι­ο­κτή­µ­ο­νες µέ αὐ­το­νο­µ­ί­α ἔ­ναν­τι τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λ’ αὐ­τά µέ το­ύς νο­µ­ά­δες ἐ­κτρο­φεῖς ἀ­λό­γων καί αἰ­γο­προ­βά­των, κοι­µ­ώ­µ­ε­νους σέ σκη­νές καί τρώ­γον­τες ἀ­πο­ξη­ρα­µ­έ­νο κρέ­ας κα­µ­ή­λας πε­ρι­φε­ρό­µ­ε­νους Τουρ­κο­µ­ά­νους τοῦ 13ου αἰ­ῶ­να;
Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει καί συ­νέ­χεια: Οἱ ἐ­πι­δρο­µ­ές τῶν Γα­ζή­δων, γρά­φει ὁ κ. Πι­ζά­νιας, «δέν δι­έ­φε­ραν ὡς πρός τήν πρα­κτι­κή καί τό κί­νη­τρο πού χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τίς ἐ­πι­δρο­µ­ές τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν καί τῶν ∆υ­τι­κῶν» (sic).

Ἐ­δῶ ἐ­ξο­µ­οι­ώ­νε­ται ἕ­να ἰ­σχυ­ρό, οἰ­κο­νο­µ­ι­κά ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­νο καί πο­λι­τι­κά ὀρ­γα­νω­µ­έ­νο κρά­τος, µ­έ παγ­κό­σµ­ια πο­λι­τι­στι­κή ἀ­κτι­νο­βο­λί­α, ὅ­πως τό Βυ­ζάν­τιο, µέ πε­ρι­πλα­νώ­µ­ε­να βαρ­βα­ρι­κά φῦ­λα πού λή­στευ­αν τόν πλοῦ­το του. Ἀλ­λά ὁ κ. Πι­ζά­νιας ἔ­χει ἄλ­λη ἄ­πο­ψη γιά τό Βυ­ζάν­τιο. Ἀ­να­φέ­ρει λί­γο πά­ρα κά­τω «τό γνω­στό ἀ­πό το­ύς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου πρό­τυ­πο τῆς κλει­στῆς οἰ­κο­νο­µ­ί­ας καί κοι­νω­νί­ας, καί τῆς ἀ­πό­λυ­της θε­ο­κρα­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας». ῞Ο­σο γιά τήν «κλει­στή οἰ­κο­νο­µ­ί­α» τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, πα­ρα­πέ­µ­που­µ­ε τόν κ. Πι­ζά­νια στήν κλασ­σι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τοῦ µ­αρ­ξι­στῆ Ρώσ­σου ἱ­στο­ρι­κοῦ Μ. Β. Λεβτσένκο [Ἱ­στο­ρί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἐκ­δό­σεις Ἀ­να­γνω­στί­δη, σ. 30-31 καί ἀλ­λοῦ], ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν συ­ναλ­λα­γῶν καί στήν κα­τά­κτη­ση νέ­ων ἀ­γο­ρῶν, κα­θώς καί στίς τε­ρά­στι­ες ἐ­ξα­γω­γές βυ­ζαν­τι­νῶν προ­ϊ­όν­των σ’ ὅ­λον τόν κό­σµ­ο. Τά ἴ­δια γρά­φουν καί ὅ­λες οἱ κλασ­σι­κές βυ­ζαν­τι­νές ἱ­στο­ρί­ες, ἡ δέ ἀ­εί­µ­νη­στη Ἀγ­γε­λι­κή Λα­ΐ­ου, κα­θη­γή­τρια τοῦ Χάρβαρντ, ἀ­κα­δη­µ­α­ϊ­κός καί πρώ­ην ὑ­πουρ­γός τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως Ση­µ­ί­τη, πα­ρου­σι­ά­ζει, στά κλασ­σι­κά ἔρ­γα της γιά τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­νο­µ­ί­α, πού ἀ­σφα­λῶς ἔ­χει ὑ­π’ ὄ­ψιν του ὁ κ. Πι­ζά­νιας, τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­νο­µ­ί­α κα­θό­λου «κλει­στή», ἀλ­λά ἐ­ξω­στρε­φῆ καί ἀ­νοι­χτή. ῞Ο­σο γιά τήν «κλει­στή» βυ­ζαν­τι­νή κοι­νω­νί­α, κλει­στή εἶ­ναι µία κοι­νω­νί­α χω­ρίς κοι­νω­νι­κή κι­νη­τι­κό­τη­τα, π.χ. ἡ ἰν­δι­κή µέ τίς κά­στες της. Ἀ­πε­ναν­τί­ας στό Βυ­ζάν­τιο ὑ­πῆρ­χε πλή­ρης κι­νη­τι­κό­τη­τα, χω­ρι­κοί ὅ­πως ὁ Ἰ­ου­στί­νος ἤ ὁ Βα­σί­λει­ος Α΄ ὁ Μα­κε­δών ἔ­γι­ναν αὐ­το­κρά­το­ρες, ἀλ­λά καί οὔ­τε ἡ φυ­λε­τι­κή κα­τα­γω­γή ἔ­παι­ζε ρό­λο, δι­ό­τι αὐ­το­κρά­το­ρες ἔ­γι­ναν Ἀ­ρµ­έ­νιοι, Γε­ωρ­για­νοί, Σλα­ύ­οι κ.λπ.

Ὁ κ. Πι­ζά­νιας ἐ­πα­νῆλ­θε δρι­µ­ύ­τε­ρος τήν Κυ­ρια­κή 4 Ἀ­πρι­λί­ου 2004 καί πά­λι στήν φι­λό­ξε­νη Κα­θη­µ­ε­ρι­νή (σ. 5), µέ νέ­ο ἄρ­θρο, ὑ­πό τόν τί­τλο «Κα­τα­γω­γι­κοί µ­ῦ­θοι καί πο­λι­τι­κό σχέ­διο τοῦ ᾽21» καί τόν ἐκ­πλη­κτι­κό ὑ­πό­τι­τλο ἐ­πί λέ­ξει: «Ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σµ­α τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά ἡ ἐ­φα­ρµ­ο­γή τῆς ἀ­πό­φα­σης τῶν δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νων δι­α­φω­τι­στῶν», ὅ­που γρά­φει τά ἑ­ξῆς: «Τό προ­ε­πα­να­στα­τι­κό ἔρ­γο τῶν Ἑλ­λή­νων δι­α­φω­τι­στῶν δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νων εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν Ἑλ­λή­νων, ἡ δι­ά­δο­σή της µέσῳ πε­ρι­ο­δι­κῶν, φυλ­λα­δί­ων καί βι­βλί­ων (ἐ­ρώ­τη­ση δι­κή µ­ου: πῶς σ’ ἕ­ναν λαό ἀ­ναλ­φά­βη­το, ποι­µ­έ­νων καί χω­ρι­κῶν, δι­α­δό­θη­κε ἡ «ἐ­πι­νο­η­µ­έ­νη ἐ­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα» µέσῳ βι­βλί­ων; Οἱ κλέ­φτες, οἱ ἁ­ρµ­α­το­λοί καί οἱ ἀ­γω­νι­στές ἤ­ξε­ραν νά δι­α­βά­ζουν;) καί τέ­λος ἡ ἀ­νύ­ψω­σή της σέ πο­λι­τι­κή ἰ­δε­ο­λο­γί­α». Ἀλ­λά ἀ­κοῦ­στε καί τήν συ­νέ­χεια: «Στά σχο­λι­κά ἐγ­χει­ρί­δια, στίς ἐ­πε­τε­ί­ους ὅ­πως ἡ ση­µ­ε­ρι­νή, µ­ᾶς δι­δά­σκουν ὅ­τι ὁ λα­ός δέν ἄν­τε­χε πλέ­ον τή σκλα­βιά καί ἐ­ξε­γέρ­θη­κε. Ὁ λα­ϊ­κι­σµ­ός, δι­ά­χυ­τος στήν κοι­νω­νί­α µ­ας ἐ­πί δε­κα­ε­τί­ες, δέν ἀ­φή­νει ἥ­συ­χη οὔ­τε τήν ἱ­στο­ρί­α οὔ­τε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν λαό. Στήν πρα­γµ­α­τι­κό­τη­τα κα­µ­µ­ί­α ἀ­ξι­ο­ση­µ­ε­ί­ω­τη λα­ϊ­κή ἐ­ξέ­γερ­ση δέν ἔ­γι­νε στήν ἀρχή τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης µέ ἐ­ξα­ί­ρε­ση αὐ­τήν τοῦ Ἀν­τω­νί­ου Οἰ­κο­νό­µ­ου στήν ῞Υ­δρα καί ἴ­σως στή Σάµο. Ἡ ἀ­που­σί­α ση­µ­αν­τι­κῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων ὀ­φε­ί­λε­ται ἐν πολ­λοῖς στό γε­γο­νός ὅ­τι τό ὀ­θω­µ­α­νι­κό αὐ­το­κρα­το­ρι­κό σύ­στη­µ­α εἶ­χε ἐ­µ­πε­δώ­σει µ­η­χα­νι­σµ­ο­ύς συ­να­ί­νε­σης µέ τίς το­πι­κές ἀ­γρο­τι­κές κοι­νω­νί­ες. Καί ἡ συ­να­ί­νε­ση αὐ­τή ἦ­ταν ἀρ­κε­τά λει­τουρ­γι­κή ἀ­κό­µ­η καί τίς πα­ρα­µ­ο­νές τοῦ ᾽21. Στίς λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις πού ἡ συ­να­ί­νε­ση δέν λει­τουρ­γοῦ­σε, ὅ­πως στήν πε­ρί­πτω­ση τῶν Σου­λι­ω­τῶν, τό­τε καί µόνο τό αὐ­το­κρα­το­ρι­κό κρά­τος χρη­σι­µ­ο­ποι­οῦ­σε τή βί­α. Τό ᾽21 δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σµ­α τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά ἡ ἐ­φα­ρµ­ο­γή ἑ­νός προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νου σχε­δί­ου [ ]
Προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νου ἐν πολ­λοῖς ἀ­πό το­ύς δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νους δι­α­φω­τι­στές πού συγ­κρό­τη­σαν καί ἀ­νέ­πτυ­ξαν τήν κα­τ’ ἐ­ξο­χήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση τῶν Ἑλ­λή­νων, τή Φι­λι­κή Ἑ­ται­ρε­ί­α, ὑ­πό τήν ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ» (sic!).

Ὁ κ. Πι­ζά­νιας, ὅ­πως φα­ί­νε­ται, εἶ­ναι φα­να­τι­κός ὀ­πα­δός τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς συ­νω­µ­ο­σί­ας. Ὁ­λό­κλη­ρη Ἐ­πα­νά­στα­ση, πού ξε­σή­κω­σε ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο λαό καί µάλιστα σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Βαλ­κα­νι­κή, µία Ἐ­πα­νά­στα­ση πού εἶ­χε θύ­µ­α­τα Πα­τρι­άρ­χες, προ­ε­στο­ύς, κα­πε­τα­να­ί­ους, κλέ­φτες καί ἁ­ρµ­α­το­λούς καί ἁ­πλο­ύς ἀ­γρό­τες, δέν ἔ­γι­νε µέ τήν πρό­θυ­µ­η καί ἀ­δι­άλ­λα­κτη βο­ύ­λη­ση τῶν ρα­γι­ά­δων νά ζή­σουν ἐ­λε­ύ­θε­ροι ἤ νά πε­θά­νουν, ἀλ­λά ἦ­ταν προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νο προ­ϊ­όν µ­υ­στι­κῆς συ­νω­µ­ο­σί­ας. Ἐκ­πλη­κτι­κό!
Ἐξ ἄλ­λου ὁ κ. Πι­ζά­νιας, ἄν καί τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας, δέν ἔ­χει φα­ί­νε­ται δι­α­βά­σει κα­λά τό κλασ­σι­κό ἔρ­γο τοῦ Σάθα Ἡ Τουρ­κο­κρα­του­µ­έ­νη Ἑλ­λάς, ἀλ­λά οὔ­τε το­ύς Πε­ρι­η­γη­τές τοῦ Κυ­ρι­ά­κου Σι­µ­ό­που­λου. Ἐ­κεῖ θά µάθαινε ὅ­τι πε­ρί­που κά­θε τρι­άν­τα χρό­νια (δη­λα­δή ἀ­νά µία γε­νιά) ξε­σποῦ­σαν ἐ­πα­να­στά­σεις, σέ ὅ­λη τήν δι­άρ­κεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀ­πό τήν πρώ­τη Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Κρο­κό­δει­λου Κλα­δᾶ, ἀ­µ­έ­σως µ­ε­τά τήν ῞Α­λω­ση, µέχρι τά Ὀρ­λω­φι­κά τό 1770 καί τήν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Βλα­χά­βα στόν Ὄ­λυ­µ­πο τό 1806. Καί, τέ­λος πάν­των, ἄν θε­ω­ρεῖ τόν Σάθα καί τόν Σι­µ­ό­που­λο ἐ­θνι­κι­στές ἱ­στο­ρι­κο­ύς, ἄς δι­α­βά­σει καί τόν κα­θό­λου –µά κα­θό­λου– φι­λέλ­λη­να Φίνλεϊ, πού λέ­ει ἀ­κρι­βῶς τά ἴ­δια. Ἀλ­λά τό κε­ί­µ­ε­νο τοῦ κ. Πι­ζά­νια στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή δέν ἔ­χει οὔ­τε µία –οὔ­τε µία!– βι­βλι­ο­γρα­φι­κή πα­ρα­πο­µ­πή. Οἱ «µ­η­χα­νι­σµ­οί συ­να­ί­νε­σης», ἐξ ἄλ­λου, πού εἶ­χε δι­α­µ­ορ­φώ­σει τό ὀ­θω­µ­α­νι­κό κρά­τος σύ­µ­φω­να µέ τόν κ. Πι­ζά­νια, ἦ­ταν οἱ ἀ­πο­κε­φα­λι­σµ­οί, τό παι­δο­µ­ά­ζω­µ­α, ἡ ἄ­γρια φο­ρο­λο­γί­α, οἱ γε­νι­κευ­µ­έ­νες σφα­γές καί ἄλ­λες δη­µ­ο­κρα­τι­κές καί φι­λει­ρη­νι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Για­τί δέν ἀ­να­φέ­ρει ὁ κ. Πι­ζά­νιας τήν κά­θο­δο, στά 1715, στόν Μο­ριᾶ καί στήν Ρο­ύ­µ­ε­λη, τοῦ µ­ε­γά­λου βε­ζύ­ρη Ἁ­λῆ-Κι­ου­µ­ουρ­τζῆ, ἐ­πι­κε­φα­λῆς τε­ρα­στί­ου στρα­τε­ύ­µ­α­τος, πού ἰ­σο­πέ­δω­σε τήν νό­τια Ἑλ­λά­δα; Για­τί δέν ἀ­να­φέ­ρει τήν κα­τα­στρο­φή τοῦ Μο­ριᾶ τό 1770 ἀ­πό τόν Κα­ρά-Μου­στα­φᾶ καί το­ύς 100.000 Τουρ­καλ­βα­νο­ύς του; Γιά ποιά «συ­να­ί­νε­ση» µ­ι­λᾶ ὁ κ. Πι­ζά­νιας;

Καί γιά ποιά «ἀ­που­σί­α ση­µ­αν­τι­κῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων» στήν ἀρχή τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης γρά­φει ὁ κ. Πι­ζά­νιας; Τί ἦ­ταν τό­τε τό Βαλ­τέ­τσι, τό Λάλα, ἡ Κα­λα­µ­ά­τα κ.λπ.;
Κι ὅ­σο γιά τήν «ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ», ὁ κ. Πι­ζά­νιας λί­γο µ­ᾶς τά µ­περ­δε­ύ­ει: ἡ Γαλ­λι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση ἔ­γι­νε τό 1789. Τότε ἐ­πιρ­ροή τί­νος πρά­γµ­α­τος ἦ­ταν ἡ γε­νι­κευ­µ­έ­νη ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ 1770 ἤ οἱ προ­η­γο­ύ­µ­ε­νες ἐ­πα­να­στά­σεις (σέ ὅ­λη τήν δι­άρ­κεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας γί­νον­ταν, ὅ­πως εἴ­πα­µ­ε, ἐ­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­µ­α­τα κα­τά µέσον ὅ­ρο κά­θε τρι­άν­τα χρό­νια); ’Ή ἦ­ταν «ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ» τό ἐ­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­µ­α τοῦ Κρο­κό­δει­λου Κλα­δᾶ στήν Πε­λο­πόν­νη­σο τοῦ 1460, τρεῖς αἰ­ῶ­νες πρίν τόν ἰ­α­κω­βι­νι­σµό;
Ἀλ­λά τήν βα­θύ­τε­ρη φι­λο­σο­φί­α τοῦ κ. Πι­ζά­νια δι­α­κρί­νει κα­νε­ίς κα­λύ­τε­ρα ὅ­ταν, πα­ρά κά­τω, ἀ­πο­κα­λεῖ τό σύν­θη­µ­α «φω­τιά καί τσε­κο­ύ­ρι στο­ύς προ­σκυ­νη­µ­έ­νους» (πού ἐ­ξα­πέ­λυ­σε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τό 1825-6 ἐ­ναν­τί­ον ὅ­σων δή­λω­ναν ὑ­πο­τα­γή στόν Ἰµπραήµ πού κα­τέ­και­ε τήν Πε­λο­πόν­νη­σο) ὡς «κι­νή­σεις, πού θυ­µ­ί­ζουν πε­ρί­ο­δο ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ τρό­µ­ου». Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἀ­πο­λύ­τως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ὁ κ. Πι­ζά­νιας γρά­φει «ἐ­νάν­τια στο­ύς “προ­σκυ­νη­µ­έ­νους” ῞Ελ­λη­νες στόν Ἰµπραήµ», δη­λα­δή θέ­τει τήν λέ­ξη προ­σκυ­νη­µ­έ­νους σέ εἰ­σα­γω­γι­κά. Κα­τα­λά­βα­µ­ε, κ. Πι­ζά­νια…
Καί νά σκε­φθεῖ κα­νε­ίς ὅ­τι τό κε­ί­µ­ε­νό του ἐκ­φω­νή­θη­κε ὡς πα­νη­γυ­ρι­κός τῆς 25ης Μαρ­τί­ου στό Γε­ω­πο­νι­κό Πα­νε­πι­στή­µ­ιο…

∆έν τε­λει­ώ­σα­µ­ε µέ τόν κ. Πι­ζά­νια. Ἐ­πα­νῆλ­θε µέ συ­νέν­τευ­ξή του στήν ἄ­πει­ρα φι­λό­ξε­νη Κα­θη­µ­ε­ρι­νή στίς 29 Ἀ­πρι­λί­ου 2007 (σ. 7), ὅ­που δι­α­τυ­πώ­νει τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση δέν εἶ­ναι, ὅ­πως ξέ­ρα­µ­ε µέχρι σή­µ­ε­ρα, κι ὅ­πως οἱ ἴ­διοι οἱ πρω­τα­γω­νι­στές της τήν συ­νέ­λα­βαν, ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός πό­λε­µ­ος ἤ ἀ­γώ­νας τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας (προ­φα­νῶς οὔ­τε νά ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦ­µ­ε θέ­λα­µ­ε οὔ­τε τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α µ­ας ἐ­πι­δι­ώ­κα­µ­ε), «καί ἀ­κό­µ­η χει­ρό­τε­ρα δέν εἶ­ναι “Πα­λιγ­γε­νε­σί­α” ἑ­νός δῆ­θεν προ­ϋ­πάρ­χον­τος ἔ­θνους, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἡ ἐ­θνο­κεν­τρι­κή δο­ξα­σί­α».[ ]

Ἐ­γώ, ὅ­µ­ως, µέ αὐ­στη­ρά ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά κρι­τή­ρια, θά χα­ρα­κτη­ρί­σω «δο­ξα­σί­α» τίς ἀ­πό­ψεις τοῦ κ. Πι­ζά­νια. ∆ι­ό­τι σ’ ὅ­λ’ αὐ­τά δέν εἶ­δα οὔ­τε µία συγ­κε­κρι­µ­έ­νη πα­ρα­πο­µ­πή σέ πη­γές τῆς ἐ­πο­χῆς, οὔ­τε ἕ­να πρα­γµ­α­το­λο­γι­κό ἐ­πι­χε­ί­ρη­µ­α. Ἐ­πι­στή­µ­η ὅ­µ­ως εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­γω­γή συ­µ­πε­ρα­σµ­ά­των µέ βά­ση ὑ­παρ­κτά στοι­χεῖ­α (ἄς δι­α­βά­σει ὁ κ. Πι­ζά­νιας τόν κώ­δι­κα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τῶν Ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα Σπάρ­της (πού ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ δι­α­κε­κρι­µ­έ­νος βυ­ζαν­τι­νο­λό­γος Νι­κό­λα­ος Βέης), πού ἀ­νή­κει στόν 17ο αἰ­ῶ­να καί δε­ί­χνει τήν γλα­φυ­ρή, ὡ­ραι­ό­τα­τη ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς, πού κα­νέ­νας Κο­ρα­ῆς δέν κα­τα­σκε­ύ­α­σε καί πού µ­οι­ά­ζει τό­σο πο­λύ µέ τήν ση­µ­ε­ρι­νή δι­κή µ­ας!) καί ὄ­χι χα­ρα­κτη­ρι­σµ­οί, κρί­σεις, θε­ω­ρί­ες καί ἄ­φθο­νη φλυ­α­ρί­α.
Ὁ δη­µ­ο­σι­ο­γρά­φος κ. Πάσχος Μαν­δρα­βέ­λης, στίς 21 Φε­βρου­α­ρί­ου 2007, δη­µ­ο­σι­ε­ύ­ει στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή ἄρ­θρο µέ τί­τλο «Τό δί­κιο τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που», ὅ­που συ­µ­πε­ρι­ε­λά­µ­βα­νε τήν φρά­ση «τά ψε­ύ­τι­κα λά­βα­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Λα­ύ­ρας». Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στήν σχε­τι­κή βι­βλι­ο­γρα­φί­α, γιά νά δι­α­πι­στώ­σω τήν ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια, καί ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι τό πε­ρι­στα­τι­κό τῆς Ἁ­γί­ας Λα­ύ­ρας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν πλή­ρως καί ἀ­να­λυ­τι­κά: α) ὁ ἔγ­κυ­ρος ἱ­στο­ρι­κός Οὐ­ίλ­λιαµ Μύλλερ, στό κλασ­σι­κό ἔρ­γο του Ἡ Τουρ­κί­α κα­ταρ­ρέ­ου­σα, Ἀ­θή­να, ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλι­ο­πω­λε­ί­ου τῆς Ἑ­στί­ας, 1914, σελ. 93, β) ὁ Σάµουελ Γκρίν­τλε­ϋ Χάου, στήν Ἱ­στο­ρι­κή σκι­α­γρα­φί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, Νέα Ὑόρκη, 1928, ἀ­να­τύ­πω­ση ἑλλ. µ­ε­τά­φρ. 1997, σελ. 66. Ση­µ­ει­ω­τέ­ον ὅ­τι ὁ Χάου ἔ­ζη­σε στήν Ἑλ­λά­δα κα­τά τήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο ἐ­πί πέν­τε ἔ­τη καί προ­σέ­φε­ρε ὑ­πη­ρε­σί­ες ὡς ἰα­τρός, γ) ὁ ἐγ­κυ­ρώ­τε­ρος ἱ­στο­ρι­κός καί σύγ­χρο­νος τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης Σπυ­ρί­δων Τρι­κο­ύ­πης, στήν κλασ­σι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, ἀ­να­τύ­πω­ση ἀ­πό τήν Νέα Ἑλ­λη­νι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη, σ. 62. Τά πα­ρα­πά­νω ἐν­δει­κτι­κά, δι­ό­τι σχε­δόν ὅ­λες οἱ πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν τήν Ἁ­γί­α Λα­ύ­ρα.

῎Ε­στει­λα ἐ­πι­στο­λή στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή µέ τά προ­α­να­φερ­θέν­τα, ὅ­που ἐ­πε­σή­µ­αι­να ἐν κα­τα­κλεῖ­δι ὅ­τι ἀ­πό­ψεις καί κρί­σεις πού ἀ­φο­ροῦν τό­σο σο­βα­ρά ζη­τή­µ­α­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς τε­κµ­η­ρι­ω­µ­έ­νες καί ὄ­χι προ­ϊ­όν­τα ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν ἐ­πιρ­ρο­ῶν. Ἡ Κα­θη­µ­ε­ρι­νή δη­µ­ο­σί­ευ­σε τήν ἐ­πι­στο­λή µ­ου, ἀλ­λά φα­ί­νε­ται ὅ­τι ὁ κ. Μαν­δρα­βέλ­λης γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό τόν Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κο­ύ­πη τά γε­γο­νό­τα καί µ­ᾶλ­λον θε­ω­ρεῖ τόν Μύλλερ καί τόν Χάου ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐ­θνι­κι­σµ­οῦ. Γι’ αὐ­τό καί στίς 28 Μαρ­τί­ου, ἕ­ναν πε­ρί­που µ­ῆ­να µ­ε­τά, ἐ­πα­νῆλ­θε ἀ­πτό­η­τος ἀ­πό ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά ἐ­πι­χει­ρή­µ­α­τα καί πη­γές σέ νέ­ο του ἄρ­θρο, µέ τόν τί­τλο «Οἱ “ἀ­γα­θοί” µ­ας µ­ῦ­θοι» (τό ἀ­γα­θοί σέ εἰ­σα­γω­γι­κά τοῦ ἰ­δί­ου), ξε­κι­νών­τας µέ τήν πρό­τα­ση: Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση τῶν µύθων γιά τό «κρυ­φό σχο­λειό» καί τήν «εὐ­λο­γί­α τοῦ Πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γε­ρµ­α­νοῦ στήν Ἁ­γί­α Λα­ύ­ρα» κ.λπ. κ.λπ.

Πε­ρί­µ­ε­να ἀ­πό τόν κ. Μαν­δρα­βέ­λη ἤ νά ἀ­να­θε­ω­ρή­σει ὅ­σα εἶ­χε προ­η­γου­µ­έ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει, ὑ­πό τό βά­ρος τῶν πα­ρα­πο­µ­πῶν καί τῆς βι­βλι­ο­γρα­φί­ας πού τοῦ ἔ­στει­λα, ἤ νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει µέ ἄλ­λες, ἀν­τί­θε­τες πα­ρα­πο­µ­πές καί ἄλ­λη βι­βλι­ο­γρα­φί­α, τήν ὀρ­θό­τη­τα τῶν ἀ­πό­ψε­ών του. Ἀλ­λά δέν ἔ­πρα­ξε οὔ­τε τό ἕ­να οὔ­τε τό ἄλ­λο. Αὐ­τό λοι­πόν ἀ­πο­δει­κνύ­ει σα­φέ­στα­τα ὅ­τι οἱ ἀ­πό­ψεις τοῦ κ. Μαν­δρα­βέ­λη δέν προ­κύ­πτουν ἀ­πό µ­ε­λέ­τη τῶν πρα­γµ­α­τι­κῶν πε­ρι­στα­τι­κῶν, ἀλ­λά ἀ­πο­τε­λοῦν προ­ϊ­όν ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς ἐ­µ­µ­ο­νῆς καί ὡς γνω­στόν οἱ ἰ­δε­ο­λο­γι­κές ἐ­µ­µ­ο­νές δέν κά­µ­πτον­ται οὔ­τε καί ἀ­πό τήν πιό ἐ­µ­πε­ρι­στα­τω­µ­έ­νη ἐ­πι­χει­ρη­µ­α­το­λο­γί­α καί ἀ­πο­δε­ί­ξεις, δι­ό­τι σχε­τί­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο µέ τόν ψυ­χι­κό καί λι­γώ­τε­ρο µέ τόν πνευ­µ­α­τι­κό µ­ας κό­σµ­ο.

Γιά τό ζή­τη­µ­α τοῦ κρυ­φοῦ σχο­λει­οῦ, πού ἐ­πί­σης ὁ κ. Μαν­δρα­βέ­λης κα­ταγ­γέλλει ὡς µ­ῦ­θο, τήν ἀ­πάν­τη­ση ἔ­χει δώ­σει ὁ Φ.Ι. Κα­κρι­δῆς (ἐ­κτός ἄν ὁ κ. Μαν­δρα­βέ­λης ἀ­µ­φι­σβη­τεῖ καί τό ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κό κῦ­ρος τοῦ κ. Κα­κρι­δῆ ἤ ἄν τόν θε­ω­ρεῖ κι αὐ­τόν ἀ­κραῖ­ο ἐ­θνι­κι­στή). Σέ ἄρ­θρο του στό Βῆ­µ­α [22 Φε­βρου­α­ρί­ου 1998, Νέες Ἐ­πο­χές, σ. 11], ὁ Κα­κρι­δῆς ση­µ­ει­ώ­νει ὅ­τι, ναί µέν ὑ­πῆρ­χαν σχο­λές ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀλ­λά ἡ λει­τουρ­γί­α τους ἐ­λεγ­χό­ταν αὐ­στη­ρά ἀ­πό τήν τουρ­κι­κή ἐ­ξου­σί­α, ὥ­στε νά ἀ­πο­κλε­ί­ε­ται ἡ πα­τρι­ω­τι­κή ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί ἡ µ­α­χό­µ­ε­νη Ὀρ­θο­δο­ξί­α, γι’ αὐ­τό καί ὑ­πῆρ­χαν πα­ράλ­λη­λοι, ἄ­τυ­ποι καί δι­α­φε­ύ­γον­τες τοῦ τουρ­κι­κοῦ ἐ­λέγ­χου µ­η­χα­νι­σµ­οί δι­δα­σκα­λί­ας, πού στήν λα­ϊ­κή συ­νε­ί­δη­ση κα­τα­γρά­φη­καν ὡς «κρυ­φό σχο­λειό». Ἀλ­λά ἡ ἀ­να­δρο­µή στό πα­ρελ­θόν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ἀ­πό τό πα­ρόν: στήν κα­τε­χό­µ­ε­νη Κύπρο, τίς δι­ώ­ξεις πού ὑ­πέ­στη καί ὑ­φί­στα­ται ἡ δα­σκά­λα ’Ελένη Φωκά τίς ἔ­χε­τε ἀ­κο­ύ­σει, φίλ­τα­τε κ. Μαν­δρα­βέ­λη µ­ου;

[ ] 2 Σε­πτε­µ­βρί­ου 2007: ὁ κ. ∆η­µ­ή­τρης Σω­τη­ρό­που­λος, δι­δά­σκων Ἱ­στο­ρί­α στό Ἰόνιο Πα­νε­πι­στή­µ­ιο, πα­ρου­σι­ά­ζει τό ἔρ­γο τοῦ (ἄ­γνω­στου σέ µένα) κ. Νίκου Ρο­τζώ­κου, µέ τί­τλο Ἐ­θνα­φύ­πνι­ση καί Ἐ­θνο­γέ­νε­ση (σ.τ.σ.: νά ᾽την πά­λι ἡ Ἐ­θνο­γέ­νε­ση), Ὀρ­λω­φι­κά καί ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α. Ὁ ἀ­πί­στευ­τος τί­τλος τῆς βι­βλι­ο­πα­ρου­σί­α­σης (πού κα­τα­λα­µ­βά­νει τό ἥ­µ­ι­συ τῆς σε­λί­δας 6 τῆς Κα­θη­µ­ε­ρι­νῆς, εἶ­ναι «Τά Ὀρ­λω­φι­κά δέν ἦ­ταν ἐ­θνι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση». Χω­ρίς κἄν ἕ­να ἐ­ρω­τη­µ­α­τι­κό στό τέ­λος. ∆η­λα­δή, κα­τό­πιν τοῦ ἔρ­γου τοῦ κ. Ρο­τζώ­κου καί τῆς βι­βλι­ο­πα­ρου­σι­ά­σε­ώς του ἀ­πό τόν κ. Σω­τη­ρό­που­λο, τό θέ­µ­α ξε­κα­θά­ρι­σε καί θε­ω­ρεῖ­ται λῆ­ξαν! Τά Ὀρ­λω­φι­κά, πού ἐ­πί αἰ­ῶ­νες οἱ πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν ὡς τήν τε­λευ­τα­ί­α µ­ε­γά­λη Ἐ­πα­νά­στα­ση τῶν ὑ­πό­δου­λων Ἑλ­λή­νων πρίν τό ᾽21, κα­τα­τάσ­σε­ται πλέ­ον ὁ­ρι­στι­κά στίς… µή ἐ­θνι­κές ἐ­πα­να­στά­σεις! (῎Α­ρα­γε τί ἐ­πα­νά­στα­ση ἦ­ταν; Τα­ξι­κή; ’Ή µήπως δέν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­στα­ση;) Σύµφωνα µέ τόν κ. Σω­τη­ρό­που­λο, «ἡ γρα­φί­δα τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ Νίκου Ρο­τζώ­κου ἔρ­χε­ται νά σκί­σει σάν γι­α­τα­γά­νι τίς βε­βαι­ό­τη­τές µ­ας σέ σχέ­ση µέ τίς ἐ­πα­να­στα­τι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ὁ­µ­ο­δό­ξων τοῦ ὕ­στε­ρου 18ου αἰ­ῶ­να στά νό­τια τῆς Ὀ­θω­µ­α­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας».

[ ] Μία δη­µ­ο­φι­λής σ’ αὐ­το­ύς το­ύς κύ­κλους ἀ­να­φο­ρά εἶ­ναι ἡ κα­ταγ­γε­λί­α τῆς «ἐ­θνο­κά­θαρ­σης» τῶν Το­ύρ­κων τῆς Τρί­πο­λης ἀ­πό το­ύς ῞Ελ­λη­νες κα­τά τήν Ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή της τόν Σε­πτέ­µ­βριο τοῦ 1821. «Ὅ­ταν οἱ Ἕλ­λη­νες µ­πῆ­καν στήν Τρί­πο­λη, δέν ἔ­µ­ει­νε λι­θά­ρι ὄρ­θιο», ἐ­πι­ση­µ­αί­νει ὀρ­θά ὁ κύ­ριος Θά­νος Βε­ρέ­µ­ης, κα­θη­γη­τής Ἱ­στο­ρί­ας στό Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν, σέ συ­νέν­τευ­ξή του στόν Τύ­πο τῆς Κυ­ρια­κῆς (1-4-2007). ῎Ο­χι µόνον δέν θά δι­α­ψε­ύ­σω, ἀλ­λά θά τε­κµ­η­ρι­ώ­σω καί θά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω τό γε­γο­νός: «Τό ἄ­λο­γό µ­ου», γρά­φει ὁ νι­κη­τής τῶν Το­ύρ­κων καί ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τής τῆς Ἑλ­λά­δος Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, «ἀ­πό τά τε­ί­χη ἕ­ως τά σα­ρά­για δέν ἐ­πά­τη­σε γῆ» [Κο­λο­κο­τρώ­νη Ἀ­πο­µ­νη­µ­ο­νε­ύ­µ­α­τα, ἐκδ. ∆ρα­κο­πο­ύ­λου, σελ. 93]. 32.000 Τοῦρ­κοι ἐ­σφά­γη­σαν ἀ­πό το­ύς ῞Ελ­λη­νες, συ­νε­χί­ζει ὁ Γέρος τοῦ Μο­ριᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­βα­λε «Τε­λά­λη, νά πα­ύ­σῃ ὁ σφα­γµ­ός». Καί συ­νε­χί­ζει: «῞Ο­ταν ἐ­µ­βῆ­κα εἰς τήν Τρι­πο­λι­τσά, µ­οῦ ἔ­δει­ξαν τόν πλά­τα­νο εἰς τό πα­ζά­ρι ὁ­πού ἐ­κρέ­µ­α­γαν το­ύς ῞Ελ­λη­νες. Ἀ­να­στέ­να­ξα καί εἶ­πα: “῎Α­ϊν­τε, πό­σοι ἀ­πό τό σό­γι µ­ου καί ἀ­πό τό ἔ­θνος µ­ου ἐ­κρε­µ­ά­σθη­σαν ἐ­κεῖ”, καί δι­έ­τα­ξα καί τόν ἔ­κο­ψαν. Ἐ­πα­ρη­γο­ρή­θη­κα καί διά τόν σκο­τω­µό τῶν Το­ύρ­κων».

῎Ο­χι, κύ­ρι­οι ὄ­ψι­µ­οι «ἀν­θρω­πι­στές», οἱ ση­µ­ε­ρι­νοί ἐ­λε­ύ­θε­ροι ῞Ελ­λη­νες δέν αἰ­σθα­νό­µ­α­στε ἐ­νο­χές γιά τήν «ἀν­θρω­πι­στι­κή κα­τα­στρο­φή» τῆς Τρί­πο­λης, τόν µ­α­το­βαμ­µ­έ­νο Σε­πτέ­µ­βρη τοῦ 1821. ∆ε­δο­µ­έ­νου ὅ­τι δέν ὑ­φί­στα­το τό­τε –ὅ­πως καί δέν ὑ­φί­στα­ται οὔ­τε σή­µ­ε­ρα– δι­ε­θνής ὀρ­γα­νι­σµ­ός πού νά χα­ρί­ζει τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α στο­ύς ὑ­πό­δου­λους λα­ο­ύς, κα­τό­πιν γρα­πτῆς αἰ­τή­σε­ως µ­ε­τά χαρ­το­σή­µ­ου. Οὔ­τε οἱ Τοῦρ­κοι θά ἔ­φευ­γαν µόνοι τους ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα κα­τό­πιν δι­α­πρα­γµ­α­τε­ύ­σε­ων. Οἱ πρό­γο­νοί µ­ας, βε­βα­ί­ως, τό γνώ­ρι­ζαν αὐ­τό πο­λύ κα­λά, γι’ αὐ­τό καί τό κεν­τρι­κό σύν­θη­µ­α στήν Ἐ­πα­νά­στα­ση ἦ­ταν «Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ Θάνατος».

αρδην

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ο έρωτας είπες....



"Ο έρωτας", είπες,
"αυτός μόνο καρφώνει έξω απ' τον Καιρό
την Μνήμη"
-- φτάνει στην Πάργα των τσιγγάνων,
φτάνει στην Παραμυθιά των ατίθασων
Τσάμηδων,
-- φτάνει στους τσόγλανους του Σαββατόβραδου
στα Γιάννενα, στην λίμνη...
"Τα μάτια σου είναι δυο σύννεφα"
-- δύο σύννεφα που δεν ξέρουν
πώς να γίνουνε βροχή...


Λόφοι γυμνοί ωχρής βραδιάς σελήνης
την ώρα που ξυπνούν οι πρόγονοι
στο θρόισμα του ανέμου...
"Ο λαός μου κρατάει μαχαίρια που καιν»
η ζωή του έχει γίνει στάχτη
από τα χρόνια του Ομήρου
-- "γυναίκες που ουρλιάζουν πασχίζοντας
να πουν τα λόγια του έρωτα"
άντρες που πολεμούν
πειθόμενοι στα ρήματα θεών
ή των δαιμόνων...
"Κλαίμε στα πανηγύρια γύρω από αρχαίους στοχασμούς...
Άφησα τους συντρόφους άταφους
πηκτός άνεμος σκεπάζει τώρα το κορμί τους
έμεινα μόνος
ολόκληρος για να σε σκέφτομαι..."
Κατεβαίνω τις στενές κοιλάδες του Γράμμου
-- βιάζομαι
να σκεπάσω
με το πανωφόρι του Έρωτα
την άρρωστή μας Επανάσταση...

Κωστής Μοσκώφ
Από τη συλλογή Ποιήματα (1987)

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

"¨Αθεοι" και νοικοκύρηδες...

Άκουσα πριν λίγες μέρες, με αφορμή τη γιορτή των Θεοφανείων, τους μνημονιακούς πολιτικούς να χαρακτηρίζουν τους αριστερούς συλλήβδην άθεους. Και, έσπευσα στο γνωστό μου ερημίτη, όπου εξέθεσα την περίπτωση και ζήτησα τη συμβουλή του:
«Εγώ, μου είπε, αμφιβάλλω, αν υπάρχουν πραγματικά άθεοι. Ιδιαίτερα στις μέρες μας η αθεΐα αποτελεί ένα είδος μόδας, που χαρακτηρίζει κάποιους κουλτουριάρηδες, οι οποίοι, αγνοώντας την ουσία του χριστιανισμού, βλέπουν σ’ αυτόν ένα συνονθύλευμα αφελών προλήψεων και δεισιδαιμονιών. Κι όσο για την αριστερά; Η σχεδόν 80χρονη πείρα μου με έχει πείσει ότι στη συντριπτική πλειονότητα των οπαδών της δεν υφίσταται θέμα αθεΐας. Χαρακτηριστικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το παράδειγμα του πατριάρχη της Αριστεράς Χαρίλαου Φλωράκη. Ο οποίος στη δύση του βίου του επισκέφτηκε το Άγιο Όρος και στη συνέχεια κάλεσε αγιορείτη πνευματικό στο «Σπίτι του Λαού» στον Περισσό και εξομολογήθηκε!…
Ο αθεϊσμός της αριστεράς, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι η άρνηση της θρησκείας στην οποιαδήποτε κάλπικη μορφή της. Είναι συνέπεια της ασυνέπειας λόγων και πράξεων κάποιων, λεγόμενων, χριστιανών. Ιδιαίτερα εκείνων που διαχρονικά συντάσσονται με τη βαρβαρότητα της αδικίας. Άλλωστε παρατηρούμε ότι στον κόσμο της αριστεράς συναντά κανείς μια εντιμότητα, που είναι άγνωστη στον κόσμο της μνημονιακής δεξιάς. Με βασικό χαρακτηριστικό τους αγώνες των αριστερών για την επικράτηση της δικαιοσύνης. Σε διαμετρική αντίθεση με τους οπαδούς της μνημονιακής δεξιάς, της οποίας η αδικία βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση με το Ευαγγέλιο. Ιδιαίτερα μάλιστα η περίπτωση του τοκογλυφικού καθεστώτος αποτελεί ενσάρκωση της θρησκείας του σατανισμού, στην οποία, δυστυχώς, μας υποδούλωσαν οι μνημονιακές κυβερνήσεις. Για να επαληθεύονται έτσι τα λόγια του Χριστού, ο οποίος τονίζει ότι «άξιοι για τη βασιλεία του Θεού δεν είναι αυτοί, που φωνάζουν, κύριε, κύριε, αλλά αυτοί, που κάνουν το θέλημα του ουράνιου πατέρα» !( Ματθαίου: 7,21). Γεγονός που σημαίνει ότι ο κόσμος της αριστεράς βρίσκεται πολύ πλησιέστερα προς την αληθινή και ζωντανή πίστη. Όπως αυτή, που συναντάμε στη ζωή των αγίων, που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Και βέβαια ανάμεσα στην αριστερά και στη μνημονιακή δεξιά οφείλουμε να πούμε ότι υπάρχει και η δεξιά, που είναι αντίθετη προς το καθεστώς της απληστίας των τοκογλύφων και της τρομοκρατίας των γερμανοτσολιάδων. Σε αντίθεση με την απερχόμενη συγκυβέρνηση, η οποία, όχι πια με βάση κάποιες συνωμοσιολογικές φήμες, αλλά με βάση τον πρόσφατο βίο και πολιτεία της αποδεικνύεται ότι έχει τη στήριξη των τοκογλύφων και του ναζισμού του 4ου γερμανικού ράιχ. Γεγονός, που επιβεβαιώνεται πολλαπλώς από τα απάνθρωπα και αντίθεα πεπραγμένα τους.
Οι πολιτικές παρατάξεις των αξιότιμων αυτών κυρίων, όπως όλοι γνωρίζουμε, στα μετακατοχικά χρόνια είχαν κάνει σημαία τους και φλάμπουρό τους το τρίπτυχο: Πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Και στο όνομα αυτής της καπηλείας,προκάλεσν τον εμφύλιο, με τον οποίο αιματοκύλησαν την Ελλάδα και έστειλαν χιλιάδες Έλληνες στην εξορία και πάμπολλους έστησαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και συνεχίζουν ξεδιάντροπα και τώρα το ίδιο τροπάρι. Παρότι οι ίδιοι συλλαμβάνονται αδιαλείπτως να προδίδουν την πατρίδα, να διαλύουν την οικογένεια και να δολοφονούν μεθοδευμένα την θρησκευτική και ηθική υποδομή του ελληνικού λαού.
Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ένα από τα διαβόητα «δεκαοχτώ σημεία» των κάλπικων υποσχέσεων του κ. Σαμαρά ήταν και η προστασία της πολύτεκνης οικογένειας. Για να κόψουν μετεκλογικά, τα πολυτεκνικά επιδόματα και να μεταβάλουν τα παιδιά σε φορολογητέα τεκμήρια. Φέρνοντας τον οικογενειάρχη και ιδιαίτερα τον πολύτεκνο σε ασύγκριτα δυσχερέστερη θέση από τον εργένη. Παρότι υφίσταται για την πατρίδα μας οξύτατο πρόβλημα υπογεννητικότητας. Γεγονός που συνιστά κατάφωρο έγκλημα γενοκτονίας. Αλλά και σχετικά με την πατρίδα, είναι πασίγνωστο ότι «παραιτήθηκαν αμετάκλητα άνευ όρων από την εθνική κυριαρχία». Γεγονός, που, σε τελική ανάλυση, συνιστά έγκλημα εσχάτης προδοσίας.
Αλλά ειδικά με το θέμα της θρησκευτικής πίστης, για την οποία έγινε τελευταία πολύς λόγος για μια ακόμη φορά, οι θρησκειοκάπηλοι αυτοί προσπαθούν και πάλι να εξαπατήσουν, για μια κόμη φορά, τον εύπιστο και αφελή λαό. Και για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της την θεομπαιξίας και θρησκειοκαπηλείας τους αρκεί να θυμηθούμε, σχετικά, ότι το 2014 ήταν αφιερωμένο στον εορτασμό της 300ής επετείου από τη γέννηση του Πατροκοσμά. Του αγίου, δηλαδή, ο οποίος αγωνίστηκε, περισσότερο από κάθε άλλον για τη θρησκευτική και ηθική αναγέννηση του ελληνικού γένους, όταν αυτό διέτρεχε τον έσχατο κίνδυνο. Και βέβαια, όχι μόνο εξαιτίας της τουρκικής βαρβαρότητας, αλλά και εξαιτίας του δολοφονικού ρόλου, που έπαιζαν σε βάρος του ο παπισμός, ο προτεσταντισμός, αλλά και ο σιωνισμός.
Καίριο σημείο αιχμής του αγώνα του Πατροκοσμά κατά του σιωνισμού υπήρξαν τα κυριακάτικα παζάρια. Δεδομένου ότι η Κυριακή υπήρξε διαχρονικά ο ζωτικός πυρήνας της θρησκευτικής ζωής των Ελλήνων. Στη σύγκρουση αυτή επεκράτησε βέβαια ο φλογερός ιεραπόστολος στο θρησκευτικό και ηθικό επίπεδο, αλλά οι αντίπαλοί του επικράτησαν στο δολοφονικό, επιτυγχάνοντας τον απαγχονισμό του. Και ήρθε τώρα και πάλι, όπως φαίνεται, ο σιωνισμός να πάρει, για μια ακόμη φορά, την εκδίκησή του. Χρησιμοποιώντας σαν όργανα του δολοφονικού του σχεδίου την πολιτική παράταξη, που διαχρονικά καπηλεύεται τη θρησκευτική πίστη των Ελλήνων. Έτσι ώστε, σε τελική ανάλυση, να προδώσουν οι μνημονιακοί εφιάλτες τον αγώνα και να δολοφονήσουν το έργο του Πατροκοσμά. Τη στιγμή, που οι αριστεροί, οι οποίοι κατηγορούνται ως άθεοι υποστήριξαν την κυριακάτικη αργία»!…
Και ο γέροντας ερημίτης κατέληξε: «Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, λοιπόν, οι αντίθεοι δεξιοί εργάτες της αδικίας θα βρίσκονται, κατά τη Δευτέρα του Παρουσία, στ’ αριστερά του Θεού, ενώ οι αριστεροί εργάτες της δικαιοσύνης στα δεξιά του»!….
https://papailiasyfantis.wordpress.com

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Τα «καυδιανά δίκρανα»...

Ζούμε στον αστερισμό της Νέας Τάξης Εγκλημάτων των προαγωγών της παγκοσμιοποίησης. Οι οποίοι, όπως επανειλημμένα έχουμε τονίσει, σκηνοθετούν τους πολέμους, προκειμένου να καταστρέφουν χώρες και λαούς. Με αποτέλεσμα να εξαναγκάζουν τους λαούς να επιχειρούν απονενοημένες αποδράσεις μετανάστευσης. Έτσι ώστε να επιτυγχάνονται αλλοιώσεις λαών και πολιτισμών. Και παράλληλα να μεγιστοποιείται η εξαθλίωση, όχι μόνο των μεταναστών, αλλά και των χωρών υποδοχής τους. Όπως συμβαίνει και στην περίπτωσή μας. Όπου έχουν προνοήσει, ώστε οι μετανάστες να μην μπορούν να προωθηθούν σε άλλες χώρες, αλλά να παραμένουν αναγκαστικά στη χώρα της πρώτης υποδοχής. Προκειμένου να επιτευχθεί η συνταγή της χυλοποίησης, που θα μας καταστήσει κατάλληλους να περάσουμε κάτω απ’ τα «καυδιανά δίκρανα» της παγκοσμιοποίησης.
Προκειμένου όμως η εξαθλίωση να γίνει ολοκληρωτική και ολοσχερής σκηνοθέτησαν σε βάρος μας και την παγίδα του χρέους. Πρώτα στο κρατικό επίπεδο. Δανείζονταν αφειδώς απ’ τους τοκογλύφους οι ντόπιοι πολιτικοί εφιάλτες. Και, αφού έδιναν κάποια ψίχουλα στο λαό, έτρωγαν αυτοί και οι «ημέτεροι» τη μερίδα του λέοντος. Κι όταν έφαγαν μέχρι σκασμού, σε σημείο ώστε το χρέος να γίνει μη βιώσιμο, είπαν στο λαό: «Έλα τώρα «να γεμίσεις το πιθάρι των Δαναΐδων, να πληρώσεις τα σπασμένα, γιατί «μαζί τα φάγαμε». Για να πάνε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο δεύτερο στάδιο του δολοφονικού τους σχεδίου. Σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να πετύχουν και τη χρεοκοπία των νοικοκυριών.

Και να πώς σκηνοθέτησαν την ιδιωτική χρεοκοπία. Έδιναν άφθονα δάνεια-καταναλωτικά, στεγαστικά, κλπ- πιστωτικές κάρτες, και μάλιστα με αφόρητη φορτικότητα. Έτσι ώστε η συντριπτική πλειονότητα να πέσει στην παγίδα των τραπεζιτών ληστάρχων. Και να χρεωθεί, έχοντας πάντοτε σαν βάση των οικονομικών δοσοληψιών με τις τράπεζες τις αποδοχές, που τότε είχαμε. Με αποτέλεσμα να πέσουν στην παγίδα, γιατί λογάριαζαν χωρίς τους πολιτικούς εφιάλτες, που ετοίμαζαν και γι’ αυτούς τις αγχόνες του μη βιώσιμου χρέους. Και το πέτυχαν ευχερέστατα, αφού εν ονόματι της νομικής βίας κατακρεούργησαν τις αποδοχές και πολλαπλασίασαν τους φόρους.
Για όσους δεν έπεσαν στην παγίδα της δανειοδότησης έστησε το εφιαλτικό κατεστημένο την παγίδα του Χρηματιστηρίου, οπότε μας είπαν: «Σπεύσατε για να πλουτίσετε»! Με αποτέλεσμα να κοιμηθούμε με πλούσια όνειρα και να ξυπνήσουμε με τους οδυνηρούς εφιάλτες της πολλαπλής φτώχειας και προδοσίας.

Κάπως έτσι, λοιπόν, σχεδιάστηκε και συνδυάστηκε η ιδιωτική με την κρατική χρεοκοπία. Πάντα με επίκεντρο το ληστρικό τραπεζικό κατεστημένο. Για να στηθεί, αρχικά, η κομπίνα της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, επί Καραμνλή, του ελαχίστου, να επακολουθήσουν τα «καυδιανά δίκρανα» της τρόικας του «προοδευτικού» Παπατζή, που τώρα ως βρυκόλακας επιστρέφει, για να ολοκληρώσει το εθνοκτόνο έργο του. Το οποίο, στο μεταξύ, υπηρέτησαν ο γλυκερός Παπαδήμος και ο ευτραφής Βενιζέλος. Για να το συνεχίσει ο μεγάλος «ευπατρίδης» της ψευτιάς και της απάτης, Σαμαράς. Που τώρα μας ζητάει την ψήφο μας, προκειμένου να διαιωνίσει το εφιαλτικό καθεστώς του τοκογλυφικού κανιβαλισμού, που επέβαλε εν ονόματι της ψήφου, που του δώσαμε στις προηγούμενες εκλογές. Για να συνεχιστούν διαχρονικά, οι δολοφονίες σε βάρος του λαού μας, που τις βαφτίζουν «θυσίες», που κάνει δήθεν ο λαός με τη θέλησή του. Ενώ πρόκειται για θυσίες που κάνουν τα καθάρματα αυτά στο βωμό του τοκογλυφικού μαμωνά.
Και μας απειλούν οι ΝεόΔουλοι του μαμωνά πως, αν δεν τους ψηφίσουμε, για να συνεχίσουν το δολοφονικό τους έργο θα χάσουμε την εμπιστοσύνη των ληστάρχων τοκογλύφων και θα έχουμε «πιστωτικό γεγονός». Που σημαίνει ότι, αν βρεθεί κάποιος Θησέας, που θα μπει μέσα στο λαβύρινθο της κρατικής και ιδιωτικής χρεοκοπίας και εντοπίσει το Μινώταυρο της κλοπής και της απάτης, τ’ αφεντικά τους θα προχωρήσουν σε σκληρά αντίποινα. Γιατί για τους δολοφόνους αυτούς πάνω απ’ την πατρίδα μας και το λαό μας βρίσκεται το καθεστώς της νεοταξικής τοκογλυφίας και οι ντόπιοι εφιάλτες τους.

Και την απανθρωπιά τους τα καθάρματα αυτά την διατυμπανίζουν απ’ τα «παράθυρα» των κατευθυνόμενων καναλιών. Όπου οι αντιμνημονιακοί συνομιλητές δεν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μόνο τους πολιτικούς νταβαντζήδες, αλλά και τους τηλεοπτικούς, που σαν αγέλη λύκων γρυλίζουν και βρυχιούνται απ’ όλες τις πλευρές. Ενώ προβάλλουν την άρνηση των Σαμαρά και Βενιζέλου ν’ ακούσουν τα κάλαντα εις ένδειξη «πένθους» για τα θύματα του πρόσφατου τραγικού ναυτικού δυστυχήματος! Τη στιγμή ,που η ευαίσθητη καρδιά τους είναι διαχρονικά αναίσθητη και ανάλγητη απέναντι στο πένθος των Ελλήνων, που αυτοκτονούν και δεινοπαθούν εξαιτίας των απάνθρωπων κανιβαλικών τους μέτρων. Με τα οποία πυρπόλησαν μεσοπέλαγα το πλοίο της Ελλάδας. Και όχι βέβαια κατά λάθος! Γεγονός που σημαίνει ότι δεν ήταν το «πένθος» για τα θύματα, αλλά η γελοιωδέστατη υποκρισία τους, που τους ώθησε να καπηλευτούν το γεγονός. Δεδομένου ότι το άκουσμα των καλάντων δεν θα μπορούσε να είχε και την παραμικρή έστω σχέση με το πένθος για τα θύματα του τραγικού δυστυχήματος.

Και προέβαλαν εξάλλου το συμπόσιο του Πρωθυπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος, εκτός από «μαϊντανός» των υπουργικών συμβουλίων, συμβάλλει στο εθνοκτόνο πολιτικό έργο και ως συνδαιτυμόνας προεκλογικών συμποσίων. Όπου ανταλλάσσουν συγχαρητήρια για τα ψίχουλα ελεημοσύνης του δεύτερου προς το λαό εξαιτίας του εθνοκτόνου έργου του πρώτου. Για να γίνεται έτσι η Ιεραρχία το ανήθικο ηθικό στήριγμα του κανιβαλικού πολιτικού καθεστώτος. Και να επικυρώνεται, ύστερα απ’ την έσχατη προδοσία της πατρίδας απ’ τους πολιτικούς εφιάλτες και η έσχατη προδοσία της Εκκλησίας απ’ τους θρησκευτικούς εφιάλτες….
παπα-Ηλίας