Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω, τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο!

“... Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω για το πώς να ζω, τι να κάνω και πώς να είμαι, τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο. Η σοφία δε βρισκόταν στην κορυφή του σχολικού βουνού, αλλά εκεί, στα βουναλάκια από άμμο, στο νηπιαγωγείο.

Αυτά είναι τα πράγματα που έμαθα:

Να μοιράζεσαι τα πάντα.

Να παίζεις τίμια.

Να μη χτυπάς τους άλλους.

Να βάζεις τα πράγματα πάλι εκεί που τα βρήκες.

Να καθαρίζεις τις τσαπατσουλιές σου.

Να μην παίρνεις τα πράγματα που δεν είναι δικά σου.

Να λες συγγνώμη, όταν πληγώνεις κάποιον.

Να πλένεις τα χέρια σου πριν από το φαγητό.

Να κοκκινίζεις.

Ζεστά κουλουράκια και κρύο γάλα κάνουν καλό.

Να ζεις μια ισορροπημένη ζωή, να μαθαίνεις λίγο, να σκέπτεσαι λίγο, να σχεδιάζεις, να ζωγραφίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις, να παίζεις και να εργάζεσαι κάθε μέρα από λίγο.

Να παίρνεις έναν υπνάκο το απόγευμα.

Όταν βγαίνεις έξω στον κόσμο, να προσέχεις την κίνηση, να κρατιέσαι από το χέρι και να μένεις μαζί με τους άλλους.

Να αντιλαμβάνεσαι τα θαύματα. Να θυμάσαι το μικρό σπόρο μέσα στο δοχείο από φελιζόλ. Οι ρίζες πάνε προς τα κάτω και το φυτό προς τα πάνω. Κανείς πραγματικά δεν ξέρει πώς και γιατί, αλλά όλοι μας μοιάζουμε σ’ αυτό.

Τα χρυσόψαρα, τα χάμστερς, τα άσπρα ποντίκια, ακόμη κι ο μικρός σπόρος μέσα στο πλαστικό δοχείο, όλα πεθαίνουν. Το ίδιο κι εμείς.

Να θυμάσαι τελικά τα βιβλία και την πρώτη λέξη που έμαθες την πιο μεγάλη απ’ όλες: τη λέξη ΚΟΙΤΑ.

Όλα όσα πρέπει να ξέρετε βρίσκονται κάπου εδώ μέσα. Ο χρυσός κανόνας, η αγάπη και οι βασικές αρχές υγιεινής, η οικολογία, η πολιτική, η ισότητα και η υγιεινή ζωή.

Πάρτε μια απ’ αυτές τις συμβουλές, εκφράστε την με επιτηδευμένη ορολογία ενηλίκων και εφαρμόστε τη στην οικογενειακή σας ζωή, στην εργασία σας, στην κυβέρνησή σας, στον κόσμο σας και θα παραμείνει αληθινή, ξεκάθαρη, σταθερή.

Σκεφτείτε πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος, αν όλοι εμείς οι άνθρωποι τρώγαμε γάλα με κουλουράκια γύρω στις τρεις το απόγευμα και μετά ξαπλώναμε κάτω από τις κουβέρτες για έναν υπνάκο.

Ή, αν όλες οι κυβερνήσεις είχαν ως βασική αρχή να βάζουν πάντα τα πράγματα εκεί που τα βρήκαν και να καθαρίζουν τις τσαπατσουλιές τους.

Είναι ακόμη αλήθεια, ανεξάρτητα από την ηλικία σας, πως όταν βγαίνετε έξω στον κόσμο είναι καλύτερα να κρατιέστε από το χέρι και να μένετε μαζί με τους άλλους...

...Τελικά πρέπει να σας πω πως έχω άδεια παραμυθά. Ενας φίλος μου μου την έβγαλε και την κρέμασε στον τοίχο, πάνω από το γραφείο μου. Αυτή η άδεια μού επιτρέπει να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου, για να ξαναβάζω σε σειρά τις εμπειρίες μου και να προωθώ το μύθο, όσο αυτός εξυπηρετεί κάποια όψη της αλήθειας. Ακόμη περιέχει το "πιστεύω" ενός παραμυθά:

* Πιστεύω ότι η φαντασία είναι πιο δυνατή από τη γνώση.

* Οτι ο μύθος είναι πιο δραστικός από την ιστορία.

* Οτι τα όνειρα είναι πιο ισχυρά από τα γεγονότα.

* Οτι η ελπίδα πάντα θριαμβεύει έναντι της εμπειρίας.

* Οτι το γέλιο είναι η μόνη θεραπεία της θλίψης.

* Και πιστεύω ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από το θάνατο.


Προσπάθησα πολύ να μη γράψω κάτι που θα γινόταν η αιτία να μου αφαιρέσουν την άδεια..."


Info:

Ο εκπληκτικός Robert Fulghum γεννήθηκε το 1937, και μεγάλωσε στο Waco του Texas. Στα νιάτα του εργάστηκε ως εκσκαφέας τάφρων (!!!), παιδί για εφημερίδες, καουμπόης σε ράντζο (βοσκός), μπάρμαν και τραγουδιστής κάντρυ. Μετά από το κολλέγιο και μια σύντομη καριέρα στην IBM, επέστρεψε στα θρανία για να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του στη θεολογία. Για 22 χρόνια υπηρέτησε ως πάστορας σε μια ενορία στο Βορειοδυτικό Ειρηνικό. Κατά την ίδια περίοδο δίδαξε σχέδιο, ζωγραφική και φιλοσοφία στο Lakeside School στο Seattle. Ο Fulghum είναι επίσης καταξιωμένος ζωγράφος και γλύπτης. Τραγουδά και παίζει κιθάρα και τσέλο και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του «The Rock Bottom Remainders» -μιας rock and roll μπάντας που αποτελείται από μουσικούς – συγγραφείς. Εχει τέσσερα παιδιά και εννέα εγγόνια. Μοιράζει τη ζωή του μεταξύ του Seattle της Washington, και της Κρήτης.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του με τίτλο: «Όσα πραγματικά θα έπρεπε να ξέρω τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο»

Εκδόσεις: ΛΥΧΝΟΣ

www.e-fungus.gr

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Ο Έλληνας που… άλλαξε τον κόσμο!

Της Μελίνας Καραπαναγιωτίδου
Ο Σάββας Παρασκευόπουλος ήταν βοσκός στη Νεστάνη της Αρκαδίας. Σε ηλικία 19 ετών έφυγε κρυφά από το σπίτι του για να μεταναστεύσει στην Αμερική. Όπως οι περισσότεροι Ελληνες μετανάστες την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ήταν ξυπόλητος και πεινασμένος, όμως κατάφερε και πρόκοψε στο Γκάλβεστον του Τέξας και απέκτησε τέσσερα παιδιά με την Κατίνα Ελευθερίου μετανάστρια, επίσης, από το Αργος.
Ενα από τα παιδιά του, ο Τζορτζ σπούδασε σε πανεπιστήμιο του Τέξας, μηχανικός πετρελαίου και η ανακάλυψή του στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων έφερε επανάσταση στον κλάδο και την ανθρωπότητα σε …ενεργειακή ασφάλεια!
Ο Τζορτζ Φειδίας Μίτσελ άφησε την τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου σε ηλικία 94 ετών.  Οι ΗΠΑ τον τίμησαν ανεγείροντας άγαλμα ενώ η είδηση του θανάτου του έκανε το γύρο του κόσμου με τους Financial Times να τον χαρακτηρίζουν «τον μεγαλύτερο οραματιστή της ενέργειας» ενώ ο Economist έγραψε ότι «Ο Τζορτζ Μίτσελ άλλαξε τον κόσμο»!

Χάρις στη μέθοδο που ανακάλυψε ο ιδιοφυής Ελληνοαμερικάνος, την υδραυλική ρωγμάτωση (fracking), μπορούμε σήμερα να αντλήσουμε τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου που στο παρελθόν βρίσκονταν παγιδευμένες στο έδαφος! Δηλαδή, η μέθοδος Μίτσελ ξεκλειδώνει τα τεράστια κοιτάσματα που βρίσκονται παγιδευμένα μέσα σε αργιλικό σχιστόλιθο κάτω από την επιφάνεια της γης εισάγοντας στο έδαφος υγρά σε υψηλή πίεση για να σπάσει ο βράχος και να δημιουργηθούν διέξοδοι για το παγιδευμένο πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Επίσης ανέπτυξε τεχνικές για να αντλεί τα καύσιμα κάθετα και στη συνέχεια στο πλάι προκειμένου να αυξήσει την απόδοση κάθε πετρελαιοπηγής

Τι σημαίνει αυτό για την παγκόσμια οικονομία και την γεωπολιτική σκακιέρα που «ξαναστήνεται» από την εφαρμογή της μεθόδου Μίτσελ; Θα σας δώσω τρεις παραμέτρους που έχουν άμεση συσχέτιση:

A) Οι ΗΠΑ χάρη στον Μίτσελ οδεύουν στην ενεργειακή αυτάρκεια.Σήμερα περισσότερο από το 25% του φυσικού αερίου που καταναλώνουν οι ΗΠΑ προέρχεται από μη συμβατικά κοιτάσματα που έγιναν «εκμεταλλεύσιμα» από τη μέθοδο Μίτσελ. Για να αντιληφθείτε το μέγεθος της διαφοράς, το 2000 μόνο το 1 % προέρχονταν από τα κοιτάσματα αυτά.

Β) Επειδή η μέθοδος Μίτσελ αναδεικνύει χώρες που παλαιότερα είχαν αμελητέα κοιτάσματα σε σημαντικούς παραγωγούς φυσικού αερίου,η Ρωσία θα χάσει την πρωτοκαθεδρία της στο φυσικό αέριο με ότι αυτό συνεπάγεται στην οικονομία της και την θέση της στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα.

Γ) Οι ανακατατάξεις στην ενεργειακή αγορά θα έχουν τεράστιες επιπτώσεις στις οικονομίες και την πολιτική σταθερότητα στις αραβικές χώρες που παράγουν πετρέλαιο.( Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Ιράν, Μπρουνέι, Κατάρ, Λιβύη, Αμπού Ντάμπι κ.α.).

Μη ξεχνάμε οτι πρόσφατα ο Βρετανός πρωθυπουργός Κάμερον σε άρθρο του στην Daily Telegraph με τίτλο «δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε την ευκαιρία με το σχιστολιθικό αέριο» προτρέπει τους συμπατριώτες του να ξεπεράσουν φοβίες για ρύπανση των αποθεμάτων νερού και διαβεβαιώνει πως η μέθοδος Fracking, του ελληνοαμερικανού Μίτσελ, είναι ασφαλής. Στο άρθρο του ο Κάμερον ζητά απο ολόκληρη την Βρετανία -βόρεια ή νότια,Συντηρητικούς ή Εργατικούς– να επωφεληθεί και να ευεργετηθεί αμεσα από τις εξορύξεις.Υποστηρίζει επίσης ότι η μέθοδος Μίτσελ το Fracking θα οδηγήσει σε μειώσεις των τιμολογίων ενέργειας και θα δημιουργήσει 70.000 θέσεις εργασίας! «Οι τελευταίες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 40 τρις κυβικά μέτρα σχιστολιθικού αερίου κάτω από την Βρετανία αυτή τη στιγμή, και αυτή η μελέτη καλύπτει μόνο 11 κομητείες! Για να το θέσω αλλιώς – γράφει ο Κάμερον- ακόμη κι άν εξορύξουμε το ένα δέκατο αυτού του αριθμού, μιλάμε για το ισοδύναμο των αποθεμάτων φυσικού αερίου 51 ετών.

Εντυπωσιάστηκα όχι τόσο από το άρθρο του Βρετανού πρωθυπουργού, αλλά περισσότερο από την αμεσότητα της επίκλησης του συμφέροντος προς τους συμπατριώτες του. Λέει στα ίσια και χωρίς φιοριτούρες «Ξεπεράστε οικολογικές υστερίες. Εγγυόμαστε ότι είναι ασφαλές. Η οικονομία μας θα απογειωθεί και θα κερδίσουμε ενεργειακή αυτάρκεια «δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε την ευκαιρία….» Κοτζαμάν Μεγάλη Βρετανία δεν έχει την πολυτέλεια… Πώς να μην κάνω συγκρίσεις με εμάς που έχουμε έναν τεράστιο ορυκτό πλούτο και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τον εξορύξει; Είτε γιατί οι οικολόγοι δεν επιτρέπουν να χαλάσει η ομορφιά σε ένα κουτσοχώρι, είτε γιατί έχουμε τους σκληρότερους περιβαλλοντικούς νόμους ενάντια στην βιομηχανική παραγωγή, είτε λόγο γραφειοκρατίας και χρονοβόρας επίλυσης ενστάσεων στο ΣΤΕ και τα δικαστήρια.

Εμάς ποιος θα μας εκλιπαρήσει να εκμεταλλευτούμε τον πλούτο μας, ποιος θα μας προτρέψει να ενωθούμε, να τα βρούμε για την περιβόητη ανάπτυξη στην πράξη; Μάλλον κανείς! Ίσως γιατί σε αντίθεση με τη Βρετανία εμείς έχουμε την …πολυτέλεια να κλοτσάμε τις ευκαιρίες.Όπως δεκαετίες τώρα έχουμε την πολυτέλεια να διώχνουμε «τα καλύτερα μυαλά» τα οποία και μεταναστεύουν με επιτυχία στο εξωτερικό, όπως η οικογένεια του Τζορτζ Φειδίας Μίτσελ, ενός ακόμη Έλληνα που με τα επιχειρηματικά και επιστημονικά επιτεύγματά του βοήθησε ξένη χώρα και όχι την πατρίδα του…
πηγη

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

«Οι δύο θάνατοι»

«Αυτοί οι τύποι που μας κυβερνούν σκότωσαν την Ελλάδα δύο φορές. Την πρώτη με την ψευδή ευμάρεια και τη δεύτερη με την πραγματική φτώχεια.

Αυτοί που κατασκευάζουν τώρα μια χώρα-ζωτικό χώρο άλλων, μια χώρα-ειδική οικονομική ζώνη, κατασκεύασαν πρώτα μια χώρα-ντίσνεϋλαντ, μια χώρα-φούσκα,

γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η πρώτη κατασκευή ήταν συγκοινωνούν δοχείο για τη δεύτερη. Οι παχιές αγελάδες υπήρξαν το πρελούδιο των ισχνών ή μάλλον ο ψευδής και βραχυπρόθεσμος πλούτος υπήρξε ως προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη κι οριστική (αν δεν αλλάξει κάτι) φτώχεια.

Το έγκλημα δεν ήταν μόνον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό, για να έχει επιτυχία έπρεπε να είναι και ηθικό.

Για παράδειγμα: για να ατιμάσει την εργασία ο εκσυγχρονισμός με την ευελιξία και την απασχολησιμότητα, προϋπόθεση ήταν να αιχμαλωτισθεί η κοινωνία στη χαζοχαρουμενιά του λάιφ στάιλ, να καταναλώνει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της Αριστεράς τις αμερικανιές με το καντάρι (πολυπολιτισμός, πολιτική ορθότης, μεταμοντερνισμός και άλλα) και να αποκοπεί ο λαός από τις παραδόσεις του (που έτρεφαν τις ελπίδες του).

Επί «εκσυγχρονισμού» (Μητσοτάκη, Σημίτη, Καραμανλή) η Ελλάδα εισήλθε στον αστερισμό του Κυνισμού. Η διαπλοκή γιγαντώθηκε, ο χρηματισμός νομιμοποιήθηκε, το πελατειακό κράτος αποθεώθηκε, η γραφειοκρατία ιδιωτικοποιήθηκε από τους κρατικοδίαιτους Δυνατούς, μέρος του λαού εκμαυλίστηκε, αποπροσανατολίσθηκε, η προπαγάνδα έγινε η προσευχή μας, ο πολιτισμός επιδοτήθηκε, οι περισσότεροι διανοούμενοι εξώμοσαν, η εθνική αποδόμηση έγινε εθνικό σπορ και η ενιαία σκέψη κυριάρχησε εξορίζοντας ενοχλητικές λέξεις και έννοιες.

Η Ελλάδα έγινε συβαρίτικη. Και κουμάντο σε δαύτην έκαναν οι Κλαζομένιοι. Πας μη κυνικός, κορόιδο.

Η άλλη όψη του ιδίου εγκλήματος άρχισε με την κρίση. Ο απασχολήσιμος θα έπρεπε τώρα να γίνει είλωτας. Για να ολοκληρωθεί το έγκλημα κατά της χώρας -πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό- έπρεπε να αποσαθρωθεί ό,τι είχε απομείνει απ’ το ηθικό του λαού -η ηθική του- καθώς και να αποκαρδιωθούν όσοι άρχιζαν να ξυπνάνε διαπιστώνοντας τη φενάκη του νεοπλουτισμού, βλέποντας τον δρόμο που άνοιγε προς την κόλαση.

Και άρχισε το μπαράζ. Οι τεμπέληδες, οι διεφθαρμένοι, οι μαζί τα φάγαμε, οι κρατικοδίαιτοι (όχι, προς θεού, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, αλλά ο Μήτσος ο κλητήρας, ο επίορκος), οι υπεράριθμοι, αυτοί που δεν τους «αντέχει η οικονομία».

Κι έγινε η δημιουργία ενοχών στον λαό το βασικό εργαλείο για την κατασκευή της Ελλάδας προτεκτοράτου, που (όμως) έχει ακόμα πολύ πλούτο για να φάνε οι Δυνατοί, ξένοι κι εγχώριοι.

Τώρα, το σκηνικό των εγχώριων Δυνατών αναδιατάσσεται (κυρίως εν σχέσει με την εξάρτησή τους απ’ τους ξένους) αλλά κυρίως ολοκληρώνεται το ταξικό καλούπωμα (και παλούκωμα) της Ελλάδας σε μια νέα προκρούστεια κλίνη τροϊκανών προδιαγραφών,

που εξασφαλίζουν τη διαρκή κατοχή και λεηλασία της χώρας.

Ο πολικός λόγος που καταναλώνεται, απ’ το «Παναγία, βοηθά! GREXIT!» έως το «Δόξα σοι ο Θεός! success story!» είναι περί όνου σκιάς. Οι μπούρδες Στουρνάρα για πρωτογενές πλεόνασμα το 2014, με την ανεργία να προβλέπεται στο 34% για το 2016, δεν πιάνουν μπάζα - όχι μόνον στην πρέφα, αλλά ούτε στην τρίλιζα.

Η ηθική καταρράκωση του λαού όταν η κυβέρνησή του τον ξεφτιλίζει, η ηθική καταρράκωση του λαού όταν βλέπει την κυβέρνησή του να ξεφτιλίζεται μπροστά στους Επικυριάρχους της, είναι η πρώτη ύλη για την επιτυχία της πολιτικής των απολύσεων, των πτωχεύσεων, των περικοπών, των φόρων και των χρεών.

Κι έτσι η Ελλάδα έχει βρεθεί κάτω από καθεστώς «σοκ και δέους». Ο λαός παρακολουθεί την ίδια του την εξαθλίωση σαν να μην πιστεύει στα μάτια του, διότι το μυαλό του «δεν χωράει» τον παραλογισμό των αντιθέσεων: «Στην καλύβη» αυτοκτονεί ο απελπισμένος και «στο παλάτι» το γλεντάει πλουτίζοντας ακόμα περισσότερο ο ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας.

Στο τελευταίο του τεύχος ο «SPIEGEL» διαπιστώνει: «χωρίς τέλος η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας». Αν το καλό περιοδικό ήθελε να ’ναι πιο ειλικρινές, θα διαπίστωνε ότι επιτυγχάνει το σχέδιο κατάρρευσης της ελληνικής κοινωνίας.

Oμως για αυτήν τη διαδικασία την τελευταία λέξη την έχει ο λαός. Πάντα την τελευταία λέξη την έχει ο κάθε λαός. Αν η εξαθλίωση θα οδηγήσει τους Eλληνες στην εξέγερση ή την υποταγή είναι πλέον το ερώτημα της συγκυρίας. Eννοιες όπως αφύπνιση παρέλκουν, διότι όλοι γνωρίζουμε τι συμβαίνει, κι έννοιες όπως αντίσταση δεν αρκούν.

Κατ’ αναλογίαν προς το μαρξικό «δεν αρκεί να ερμηνεύουμε τον κόσμο, το ζητούμενο είναι να τον αλλάξουμε», δεν αρκεί να έχουμε δίκιο, πρέπει και να το βρίσκουμε. Ποιοι; οι εργαζόμενες τάξεις. Αυτοί που παράγουν τον πλούτο. Αυτοί που δεν μπορούν, ακόμα κι αν θα ήθελαν, να εκμεταλλεύονται τους άλλους ανθρώπους.

Χιλιοειπωμένα όλα αυτά. Βεβαίως! Επιστροφή στο μέλλον λοιπόν, πέρα απ’ τις αμερικανιές και τα κλισέ που δηλώνουν «αύριο» ενώ είναι «χθες» - και μάλιστα πρωτόγονο. Το αύριο (όπως και το σήμερα) ως ανθρώπινη υπόθεση, προϋποθέτει το όνειρο - μάλιστα την «οργάνωση του ονείρου» όπως έλεγε ο Μοσκώφ (του «επαναστατικού μας ονείρου» για τους κομμουνιστές). Ο νεοφιλελευθερισμός, το ακροδεξιό αυτό έκτρωμα, έχει βγάλει τα όνειρα των ανθρώπων στην παρανομία.

Αν ο Γκράμσι έλεγε ότι ο «κομμουνισμός είναι οι Κυριακές», ο καπιταλισμός είναι να δουλεύουμε και τις Κυριακές.

Κι ας μην αυτοπαραμυθιάζονται οι έως τώρα «πανταχού νικήσαντες» που ο λαός αδρανεί ή στέκει αμήχανος σαν να ’χει «παραδεχθεί την ήττα». Ουδέποτε φέρονται οι λαοί «σαν να ’ναι έτοιμοι από καιρό να πουν το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Το λένε απότομα! Κι αν πουν «όχι», γίνεται της Βαστίλλης..
 stathis@enikos.gr

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Ανεργία και...ράβδος εν γωνία

Τον Άντριου Όσβαλντ τον ξέρετε; Όχι; Κακώς. Κάκιστα. Ο άνθρωπος πάει για το επόμενο νόμπελ οικονομίας κι εσείς δεν τον ξέρετε; Α πα πα! Για να σας δώσω να καταλάβετε... πώς λέμε ότι ο τάδε ερευνητής εντόπισε το χρωμόσωμα το οποίο δημιουργεί την πλατυποδία; Έ, λοιπόν, ο Όσβαλντ εντόπισε το στοιχείο το οποίο δημιουργεί την ανεργία! Ποιό είναι αυτό; Δεν το φαντάζεστε καν: η ιδιοκατοίκηση!

Ομολογώ ότι έπεσα ξερός όταν διάβασα το συγκεκριμένο άρθρο του επιφανούς αυτού ανδρός, όπως αυτό δημοσιεύθηκε μεταφρασμένο στον ιστοτόπο Capital.gr. Θεωρώ αυτονόητο ότι θα ακολουθήσετε τον διασύνδεσμο και θα το διαβάσετε ολόκληρο επιμελώς αλλά επιτρέψτε μου να σημειώσω και να σχολιάσω εδώ μερικά συγκλονιστικά εδάφια:

Ξεκινούμε επισημαίνοντας ότι ένα στοιχειώδες διάγραμμα διασποράς για τις βιομηχανικές χώρες αποκαλύπτει έναν ισχυρό συσχετισμό μεταξύ της ιδιοκατοίκησης και της ανεργίας. Όπως είναι γνωστό, η Ελβετία έχει 3% ανεργία και 30% ιδιοκατοίκηση, ενώ η Ισπανία έχει 25% ανεργία και 80% ποσοστό ιδιοκατοίκησης.

*** Αυτά είναι! Ή να είσαι πούστης (με την αισχροτάτη έννοια της λέξης) ή να μην είσαι. Ως μέτρο σύγκρισης ούτε Ιταλία παίρνεις, ούτε Αγγλία, ούτε Ζιμπάμπουε. Ελβετία παίρνεις. 100% γκαρραντί. Φυσικά, ξεχνάς όλες τις άλλες παραμέτρους, οι οποίες χαρακτηρίζουν αυτό το -κατά την γνώμη μου- πλέον τεχνητό κράτος στον κόσμο, το οποίο απολαμβάνει της διεθνούς προστασίας από τους πάντες και από τα πάντα (ούτε ο Χίτλερ δεν τόλμησε να παραβιάσει τα σύνορά του!).

... ανακαλύπτουμε ότι ένα χαμηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, είναι ένας ισχυρός προγνωστικός παράγοντας για την ανεργία. Το μέγεθος της εκτιμώμενης επιδρασης είναι εντυπωσιακό: ο διπλασιασμός της ιδιοκατοίκησης συνδέεται με τον υπερδιπλασιασμό της μακροχρόνιας ανεργίας.

*** Είναι σαφές τι εννοεί ο ποιητής. Κατ' αρχάς, υπονοεί ότι οι εργαζόμενοι σκέφτονται περίπου ως εξής: δουλεύω σαν σκλάβος μέχρι να φτιάξω το σπιτάκι μου κι ύστερα αράζω για να ξεκουραστώ. Και, επομένως, εννοεί ότι δουλειές υπάρχουν αλλά οι βολεμένοι με το σπιτάκι τους αρνούνται να πάνε να δουλέψουν. Βεβαίως, ο ποιητής μπερδεύει τεχνηέντως τις έννοιες ανεργία και αεργία αλλά, αν δεν το έκανε, τί σκατά ποιητής θα ήταν;

Δεν είμαστε σίγουροι τι εξηγεί αυτό τον συσχετισμό. Αλλά αποδεικνύουμε, χρησιμοποιώντας διάφορα μικροσύνολα δεδομένων, ότι η υψηλότερη ιδιοκατοίκηση οδηγεί σε χαμηλότερη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, μεγαλύτερους χρόνους μετακίνησης προς την εργασία, και έναν χαμηλότερο ρυθμό σχηματισμού των επιχειρήσεων.

*** Λογική η έλλειψη σιγουριάς. Καθ' όσον, αν ο ποιητής ήταν σίγουρος, θα έπρεπε να μας δώσει και μια επιστημονική ερμηνεία, η οποία -προφανώς- δεν υπάρχει. Πρόσεξτε, όμως, τα επί μέρους συμπεράσματα: χαμηλώτερη κινητικότητα (αν έχεις δικό σου σπίτι στο Καρπενήσι, δεν ξεκουνιέσαι να πας στην Μανωλάδα να μαζέψεις φράουλες), μεγαλύτεροι χρόνοι μετακίνησης προς την εργασία (αν δεν είχες δικό σου σπίτι κι εύρισκες δουλειά στην Ελευσίνα, δεν θα ξόδευες καθημερνά μιάμιση ώρα στο πήγαιν'-έλα αλλά θα νοίκιαζες 2-3 μήνες μια κάμαρα εκεί, την οποία θα άλλαζες με μια άλλη νοικιασμένη κάμαρα στην Νάουσα όταν θα πήγαινες εκεί για να μαζέψεις ροδάκινα) και χαμηλώτερο ρυθμό σχηματισμού επιχειρήσεων (αυτό ομολογώ ότι δεν το καταλαβαίνω αλλά για να το λέει ο ποιητής, κάτι παραπάνω από μένα θα ξέρει).

Η ώθησή μας, όπου θα χρειαστεί περαιτέρω δουλειά, είναι ότι η αγορά κατοικία ασκεί ισχυρές εξωτερικότητες στην αγορά εργασίας. Αυτό δεν θα είχε προκαλέσει έκπληξη στον Milton Friedman, ο οποίος, στα κείμενά του για το φυσικό ποσοστό ανεργίας, έδωσε έμφαση στην ανάγκη για την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού σε μια αποτελεσματική οικονομία.
*** Πες το ντε! Πες το και μας έσκασες! Άμα το λέει κι ο Φρήντμαν, εν τάξει! Να γίνουμε, λοιπόν, στρατιωτάκια στην υπηρεσία του κεφαλαίου και να είμαστε διατεθειμένοι να τρέξουμε όπου μας ζητηθεί. Έχετε δει ποτέ στρατιωτάκι να μένει σε δικό του σπίτι; Όλα σε στρατόπεδα μένουν (εκτός από κάτι τσάτσους και τον Σίμο, που έκανε θητεία στο Παρίσι).


Συμπέρασμα: Αν θέλουμε να πατάξουμε την ανεργία και να ξαναβρούμε δουλειά, να παρακαλάμε νά 'ρθουν οι τράπεζες να μας πάρουν τα σπίτια (αυτά που κάποτε μας παρακαλάγανε να πάρουμε δάνειο για να αποκτήσουμε "το δικό μας κεραμίδι" και να γλιτώσουμε από τα νοίκια). Τετράγωνη λογική ανάλυσης, τετράγωνη λογική συμπεράσματος. Πώς λέμε "ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει";

Παράλογοοοοοο!... Δεν απαντάει. Άρα λογικό.


Υστερόγραφο: Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ίσως αυτό είχε κατά νου ο μέγας Μιχάλης Κατσαρός, όταν έγραφε στο εκπληκτικό ποίημά του "Η διαθήκη μου":
Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ...
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός . (...)

http://teddygr.blogspot.gr

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Παιδιά μιας πονεμένης γεωγραφίας – acılı coğrafyanın çocukları


Καλησπέρα σας αγαπητά παιδιά της πονεμένης γεωγραφίας
Είμαι πολύ ευτυχής που βρίσκομαι μεταξύ των αντιστασιακών της Μεσογείου και  είμαι μαζί σας στο πλευρό σας.
Είμαστε όλοι παιδιά μιας πονεμένης γεωγραφίας. Στο Συνέδριο αυτό εμείς τα καταπιεζόμενα παιδιά της Μεσογείου, που έχουμε  υποστεί  πολλά χρόνια  τις  δικτατορίες που μας επιβλήθηκαν από τους αποικιοκράτες, θα ανταλλάξουμε τις εμπειρίες των αγώνων μας και θα  μιλήσουμε το πώς να αποτινάξουμε τους συνεργάτες των νέο-φιλελεύθερων/ νέο αποικιοκρατών στις χώρες μας.
Οι σπίθες που θα φέρουν  το φως της μελλοντικής ελπίδα και ελευθερίας της ανθρωπότητας αρχίζουν και εκδηλώνονται στην γεωγραφία αυτή και  αυτές θα ανάψουν της δάδα της ελευθερίας που θα ανυψωθεί ψηλά. Ο αγώνας των καταπιεσμένων παιδιών της γεωγραφίας αυτής δεν είναι μόνο για τον δικό τους λαό αλλά για όλη την ανθρωπότητα. Με αυτή την έννοια ο Μουχώμεντ Μπουαζίζι που πυρπολώντας τον εαυτό του, δεν  άναψε μόνο την φλόγα της επανάστασης στην Τυνησία αλλά ήταν μια θυσία για όλη την ανθρωπότητα. Με αυτή την έννοια η πλατεία Ταχρίρ δεν είναι μόνο η  Ταχρίρ. Οι Αιγύπτιοι επαναστάτες έδωσαν μια νέα ελπίδα στην ανθρωπότητα.    Είναι ανάγκη να υπομνήσουμε εδώ την αντίσταση του Συριακού λαού κατά της ξένης επιβολής, της μη κάμψης κατά των ξένων εισβολέων και αποσταθεροποιητικών παρεμβάσεων.
valiassemertzidisΕπίσης και ο Ελληνικός λαός αποτελεί πηγή ελπίδας με τον μακρόχρονα αγώνα που διεξάγει. Σε ομιλία που έκανα στο τέλος του παρελθόντος έτους στην Αθήνα αναφέροντας την αντίσταση του Ελληνικού λαού είχα τονίσει τα εξής :
“Στο σημείο αυτό θέλω να εξάρω τον αγώνα της Ελλάδας κατά της Γερμανίας,  που αποτελεί τον υποτελή της αποικιοκράτη δυνάστη στην Ευρώπη. Η Γερμανία για Τρίτη φορά προσπαθεί να υποτάξει τον Ελληνικό λαό για τρίτη φορά τον τελευταίο αιώνα και θεωρώ το γεγονός αυτό πολύ σημαντικό. Η Γερμανία της Μέρκελ προσπαθεί να υποτάξει οδηγώντας της χάος, πράγμα που απέτυχε στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους του 20ουαιώνα. Η αντίσταση του Ελληνικού λαού κατά των ενεργειών  καθυπόταξης και επιβολής των αποικιοκρατών αποτελεί ελπίδα της ανθρωπότητας. Με την έννοια αυτή η «Συρία» δεν είναι μόνο Συρία και η ¨Ελλάδα» δεν είναι μόνο η Ελλάδα!» . Λέγοντας αυτά χαιρέτισα τον αγώνα αντίστασης των Ελλήνων αδελφών μας.
Τελειώνω αναφέροντας η πολυήμερη συνεχιζόμενη αντίσταση στην πλατεία Ταξίμ παρά την τρομακτική άσκηση  κρατικής βίας  αποτελεί πηγή ελπίδας όλων των πονεμένων καταπιεσμένων αρχαίων λαών της γεωγραφίας αυτής.
Χαιρετίζω όλους του μαχητές ελευθερίας κατά της νέας αποικιοκρατίας.
Η επανάσταση απελευθερώνει!

 Χαιρετισμός του  προοδευτικού Τούρκου διανοούμενου Sait Çetinoğlu στο Resistance festival στις 21 Ιουνίου 2013.

Ο Sait Çetinoğlu ήταν από τους βασικούς συντελεστές του αφιερώματος του Δρόμου της Αριστεράς  “Από την Αυτοκρατορία  στο έθνος-κράτος: Η Γενοκτονία στην Ανατολή”

Β.Α. -Πιστεύετε ότι η εθνική εκκαθάριση στον Πόντο, αλλά και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη, μπορεί να χαρακτηριστεί Γενοκτονία; 

 S.T.-Oι πρακτικές που εφαρμόστηκαν στις αναφερόμενες περιοχές αρχικά από το Κομιτάτο «Eνωση και Πρόοδος» (Κίνημα Νεότουρκων) διαθέτουν όλα τα αναφερόμενα χαρακτηριστικά της νομοθεσίας του O.H.E. για την διάπραξη της γενοκτονίας. H πρώτη πρόβα της γενοκτονίας έγινε κατά των Aρμενίων το 1909 στην Kιλικία παρ’ όλο που οι Aρμένιοι υποστήριξαν τους Nεότουρκους και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις σφαγές που εκτελέστηκαν από τους Nεότουρκους. Oι Aρμένιοι πολέμησαν στα Oθωμανικά στρατεύματα με ηρωισμό στους Bαλκανικούς πολέμους υπό την ηγεσία Tούρκων αξιωματικών αποδεικνύοντας την αφοσίωση τους στο κράτος που ήταν υπήκοοι.

H δεύτερη πρόβα της γενοκτονίας έγινε στα παράλια του Aιγαίου και την Aνατολική Θράκη που αποτελεί την έναρξη της τραγωδίας των Eλλήνων των περιοχών αυτών. Yπό την οργανωτική καθοδήγηση του Mαχμούτ Tζελάλ

(Mπαγκάρ) και Kουστσούμπασι Eσρέφ με την συμμετοχή των νομάρχων, επάρχων και στρατιωτικών διοικητών εκτελέστηκε η επιχείρηση εκδίωξης και θανάτωσης των Eλλήνων. Mε την εμπειρία που απόκτησαν οι αναφερόμενοι ως Δρ. Pεσίτ έπαιξαν ηγετικό ρόλο το 1915 στην Aρμενική Γενοκτονία.

Β.Α. -Ποιούς θα κατονομάζατε ως υπευθύνους αυτής της πράξης;  

S.T.-Δεν είναι σωστό να δείξουμε μόνο μια μερίδα ως ενόχων. Eχουμε να κάνουμε με ομαδική υπαιτιότητα. Συγκεκριμένα από την οργάνωση «Eνωση και Πρόοδο» στους Kεμαλιστές, την Oθωμανική διοίκηση μαζί με τις δυνάμεις της Γερμανίας και Aυστροουγγαρίας αλλά και οι δυνάμεις Aντάντ (Aγγλία, HΠA, Γαλλία και Tσαρική και Mπολσεβική Pωσία) έχουν ευθύνες. Έχουμε την εκτέλεση μιας γενοκτονίας ενώπιον των οφθαλμών τους. Oι περιοχές που διαπράχθηκε η Γενοκτονία ήταν ζώνες που είχαν ενσωματωθεί στον Eυρωπαϊκό Kαπιταλισμό όπου η γεωργία δεν ήταν ο κύριος παραγωγικός τομέας αλλά τομέας αγοράς. O ευρωπαϊκός καπιταλισμός παρέμεινε απαθής θεατής επειδή ήθελε να αναπληρώσει το κενό μετά από την Γενοκτονία ενώ οι υπόλοιποι Oθωμανοί ήλπιζαν στον σφερετισμό του μεγάλου πλούτου σε μια νύκτα του πλούτου αυτών των  αρχαίων κατοίκων της Aνατολής. Για το λόγο αυτό έχουμε να κάνουμε την υπαιτιότητα στη βάση των χωρών και κρατών. H Γενοκτονία αυτή είναι το σοβαρότερο ζήτημα της σημερινής κοινωνίας των Tούρκων και Kούρδων. Δεν μιλάμε μόνο για το 1915 αλλά για την περίοδο 1913-1923. Mε την έναρξη των εκτοπισμών των Eλλήνων το 1913, την δεύτερη φάση της εθνοκάθαρσης του 1919-20 και την ανταλλαγή του 1923 ο πληθυσμός της Aνατολής μειώθηκε κατά 25%/ Oι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν γυμνοί. Oι ιδιωτικές και κοινοτικές περιουσίες τους αρπάχθηκαν. Mε βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι σε ποσοστό 30-35% του πλούτου της κινητής και ακίνητης περιουσίας στην Tουρκία άλλαξε χέρια δια βίας την δεκαετία 1913-23. Tο ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό.
Β.Α. -Ο Τούρκος ιστορικός Χαλίλ Μπερκτάι υποστήριξε σε συνέντευξη ότι είναι λάθος να μιλάμε για πολλές Γενοκτονίες (Αρμενίων, Ποντίων, Ασσυροχαλδαίων) και ότι θα έπρεπε να λέμε ότι έγινε μόνο μια Γενοκτονία, αυτή που οργάνωσαν οι Νεότουρκοι κατά των μειονοτήτων. Τι λέτε γι αυτή την άποψη;
 S.T.-H άποψη του X. Mπερκτάι είναι σωστή. O τελικός σκοπός αυτών των μειονοτήτων ήταν η εκρίζωση της παρουσίας τους από τα ιστορικά τους εδάφη. Xρησιμοποιήθηκαν διάφορες μέθοδοι και χρονική εξέλιξη ανάλογα με τις περιοχές. Όμως δεν είναι σωστό να χαρακτηρίσουμε όλες τις γενοκτονίες ως μια ενιαία. Στις πράξεις γενοκτονίας έχουμε φάσεις και ο ενιαίος χαρακτηρισμός μπορούσε να οδηγήσει στην επισκίαση ορισμένων.
Β.Α. -Υπάρχουν Έλληνες που ισχυρίζονται ότι δεν έγινε Γενοκτονία και ότι τα μόνα εγκλήματα στην Ανατολή τα έκανε ο ελληνικός στρατός κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Πώς θα σχολιάζατε αυτή την άποψη;

 S.T.-H ιστορία «διαψεύδει» τους ιστορικούς αυτούς. Aς δούμε την διαδικασία από την αρχή: την περίοδο 1901-11 στην Mακεδονία δολοφονήθηκαν κατά μυστηριώδη τρόπο οι Xριστιανοί ηγέτες χωριών και πόλεων, και το περίεργο ήταν ότι όλοι αυτοί είχαν δράσει κατά της απολυταρχίας του Σουλτάνου Xαμίτ. Tα αναφέρει αυτά ο τότε πρόξενος των HΠA Xόρτον. Στη συνέχεια αφοπλίστηκαν οι Xριστιανοί και εξοπλίστηκαν οι Mουσουλμάνοι. O E. Eμμανουηλίδης βουλευτής στην Oθωμανική και Eλληνική Bουλή στο σύγγραμά του που έγραφε το 1919 περιγράφει την κατάσταση που επικράτησε στα τέλη του 1919 στην Πόλη με τη παρουσία των παραστρατιωτικών της «Ένωσης και Προόδου». Το πρώτο πλήγμα κατά των Ελλήνων πραγματοποιείται το 1914 με την εκδίωξη άνω των 250.000 από τις εστίες τους από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης και Δυτικής Ανατολής. Τον Απρίλιο του 1915 ξεκινάει η επιχείρηση πορείας προς τον θάνατο για τους Αρμενίους, Ελληνες της Ανατολής και του Πόντου, υπό την ονομασία, εκτοπισμού – Τεχτζίρ. Η λεηλασία από τους Μουσουλμάνους ακολουθούσε αμέσως. Αυτά αναφέρει ο Εμ. Εμανουηλίδης ως απευθείας μάρτυρας.
Β.Α. -Υπάρχει προσπάθεια από τους προοδευτικούς Τούρκους να κατανοήσουν τις διαδικασίες συγκρότησης του έθνους-κράτους στην Ανατολή;   
S.T.-Οι μελέτες των τελευταίων ετών έχουν διαρρήξει σε μεγάλο βαθμό την επίσημη κρατική ιδεολογία και το στήριγμα αυτής, την επίσημη ιστορία. Ωστόσο το μικρό ποσοστό αναγνωστών, ο μικρός αριθμός ερευνητών, η απουσία συνήθειας μελέτης κειμένων αποτελούν εμπόδιο στην διαφώτιση του ευρύ κοινού. Αν προσθέσει κανείς την επιβολή με κάθε μέσο της επίσημης ιδεολογίας εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τις δυσκολίες. Ωστόσο πρέπει να αναφέρω ότι οι διεξαγόμενες μελέτες είναι πηγή αισιοδοξίας.

Β.Α. -Πιστεύετε ότι κάποια στιγμή θα αναγνωρίσει το τουρκικό κράτος τη Γενοκτονία; 

 S.T.-Είματε ενώπιον ενός πολύ δύσκολου ζητήματος. Τα αποτελέσματα της Γενοκτονίας σαν αριθμοί είναι τρομακτικά. Τι σημαίνει αυτό; Τουλάχιστον το 30% της σημερινής αξίας της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Τουρκίας έχει ως προέλευση την λεηλασία και αυτό σε τι χρηματικό ποσό αντιστοιχεί; Μιλάμε για αξία τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Η περιουσία αυτή αρπάχθηκε από κάποιους και την πήραν κάποιοι. Διαπιστώνουμε ότι το φαινόμενο που ονομάζεται Ρεμπουπλικανική Τουρκία έχει ως θεμέλιο αυτή την γιγάντια μεταφορά περιουσίας. Αν εξετάσουμε τη δημιουργία οποιασδήποτε καπιταλιστικής μονάδος στη  σημερινή Τουρκία βρίσκουμε ελληνική ή αρμενική περιουσία. Αν εξετάσετε την ηγεσία των Κεμαλιστών βλέπετε ότι όλοι σφετερίστηκαν περιουσίες Ελλήνων και Αρμενίων. Ακόμα και ο ίδιος ο Ατατούρκ δεν αποτελεί εξαίρεση. Σκεφτείτε ότι το Προεδρικό Μέγαρο στο Τσανκαγιά είναι του Αρμενιάν Κασαπιάν που εκτοπίστηκε. Όλα τα θέρετρα του Ατατούρκ είναι αποτελέσματα σφετερισμού από Αρμενίους και Ελληνες. Εάν παράδειγμα η βίλα Καπαγιαννίδη ο οποίος δεν υπαγόταν στην Ανταλλαγή. Αυτά τα δύο παραδείγματα δείχνουν την δυσκολία της αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Ο σημερινός πρώτος και το κεφάλαιο είναι πρώτον της Γενοκτονίας πέρα από κάθε όριο φαντασίας. Ο αριθμός των Ελλήνων που εκτοπίστηκαν πριν την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι 1,5 εκατομμύρια από τους οποίους οι μισοί έχασαν την ζωή τους. Το μέγεθος της περιουσίας τους που κατασχέθηκε είναι πενταπλάσιο του ετήσιου οθωμανικού κρατικού προϋπολογισμού.
Στην Αρμενική περίπτωση αν αγνοήσουμε τις απώλειες πολιτιστικής περιουσίας έχουμε μια τεράστια περιουσία που κατά το εθνικό συμβούλιο των Αρμενίων που υπέβαλε έκθεση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Παρίσι το 1919, ανέρχεται σε 1,5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα της εποχής. Επιπλέον με νόμους της Ρεπουμπλικανικής Τουρκία κατασχέθηκαν όλες οι καταθέσεις των Αρμενίων στις τράπεζες της Τουρκίας σε ύψος που ουδείς γνωρίζει. Η άρνηση δεν προέρχεται από άρνηση ή φανατισμό. Μιλάμε για την πρακτική σφετερισμού τεράστιου πλούτου που αποτελεί το θεμέλιο της κοινωνικής και οικονομικής υπόστασης ενός σημαντικού μέρους των πλουσίων της Τουρκίας. Η τάξη που εξουσίασε την Τουρκία για πολλές δεκαετίες ήταν αυτή που ανήλθε στην εξουσία διαμέσου σφαγών και λαφυρογωγίας. Η νέα σημερινή εξουσία που είναι οι προύχοντες της Ανατολής που πλούτισε συνέπεια της Γενοκτονίας και η οποία μέχρι την εποχή του Οζάλ έκρυβε στο προσκέφαλο τα προϊόντα αυτής της μεταφοράς πλούτου και η οποία επί της εποχής αυτής ανδρώθηκε να ενεργοποιήσει τον πλούτο αυτό ερχόμενη στην εξουσία. Η αλυσίδα συνεχίζει χωρίς να σπάσουν οι κρίκοι της και αυτό καθιστά  πολύ δύσκολη την αναγνώριση της Γενοκτονίας.

(*) Ο Ali Sait Çetinoğlu είναι Τούρκος ακαδημαϊκός. Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται οι Νεότουρκοι, ο Κεμαλισμός, το Ποντιακό Ζήτημα κ.ά.  Έχει  δημοσιεύσει πολλά άρθρα, με βάση την έρευνα στα Εθνικά Αρχεία της Τουρκίας. Το βιβλίο του «Varlık Vergisi (1942-1944) / Konomik ve Kültürel Jenosid» (Φόρος Περιουσίας (1942-1944) Οικονομική και πολιτιστική γενοκτονία) εκδόθηκε το 2009 στην Κωνσταντινούπολη. Συνέγραψε τη μελέτη «Pontos Sorunu» (To Ποντιακό Ζητημα). Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Τρείς Γενοκτoνίες, Μία Στρατηγική»,  Αθήνα, Σεπτέμβριος 2010, παρουσίασε την εισήγηση «Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Μέρος αυτής της συνέντευξης δημσοιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (28-5-2013) από τον Γιώργο Κιούση. Επίσης ο   Sait Çetinoğlu συμμετείχε με δύο άρθρα στο βιβλίο που κυκλοφόρησε μαζί με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» υπό τον τίτλο «Η Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1908-1923)  στο έθνος-κράτος» σε επιμέλεια του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη. Τα κείμενά του είχαν του εξής τίτλους: «Ο Ιμπεριαλισμός, Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος και ο Μουσταφά Κεμάλ» και «Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου».




Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Μύθοι και αλήθειες για το λάδι

Βασικό συστατικό της διατροφής μας, το ελαιόλαδο συχνά πρωταγωνιστεί σε διατροφικούς μύθους
Οσο ελκυστικά κι αν είναι, τα διάφανα μπουκάλια είναι ακατάλληλα για το λάδι γιατί το φως το οξειδώνει. «Θέλουμε να αγοράζουμε λάδι, όχι κολόνια!»

Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο» θα μπορούσαμε να τραγουδήσουμε μπροστά σε ένα μπουκάλι με «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο», τώρα μάλιστα που μερικοί παραγωγοί αποφάσισαν να πουλήσουν πιο πολύ μπουκάλι παρά περιεχόμενο. Διαβάστε στις εσωτερικές σελίδες αλήθειες για ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της διατροφής μας. Σκούρα ή διάφανη συσκευασία; Ελαιοτριβείο με μυλόπετρες ή μεταλλικούς κυλίνδρους; Τι ακριβώς είναι το άθερμο λάδι; Πόσο ωφέλιμο; Οξύτητα και οξείδωση είναι το ίδιο πράγμα; Ποιοι παράγουν το περισσότερο ελαιόλαδο και ποιοι το χειρότερο στην Ευρώπη; Ποιος ο ρόλος του ελληνικού λαδιού σε σχέση με το ιταλικό;
Επίσης ο αναγνώστης στις σελίδες αυτές θα βρει τι ακριβώς είναι το «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο», επίσης έξι κριτήρια σχετικά με το καλό ελαιόλαδο, μια άποψη κατεδαφιστική για τα διάφορα σπορέλαια και το τηγάνισμα ενώ δίδονται και αριθμητικές τιμές για ένα καλό ελαιόλαδο.


Με τη θέλησή μου και όχι για επαγγελματικούς λόγους κάθησα πάλι στο θρανίο ένα από τα προηγούμενα Σάββατα. Ηθελα να μάθω περισσότερα για το ελαιόλαδο, όχι μόνο για το πώς αναγνωρίζεις με κάπως αντικειμενικά κριτήρια ένα καλύτερο από ένα χειρότερο αλλά και γιατί με έτρωγε πάντα η αμφιβολία όταν άκουγα τα γνωστά σε όλους: «Εχουμε το καλύτερο λάδι στον κόσμο», «Αυτό αν το πουλήσουμε καλά στους ξένους μπορεί να μας ξελασπώσει», «Είμαστε, γενικά, μαγαζί γωνία». Παρακολούθησα λοιπόν το «Σεμινάριο για το Ελαιόλαδο», που απαίτησε σχεδόν μια ολόκληρη και πολύτιμη ημέρα μου. Βγαίνοντας, απόγευμα πια, είχα μετανιώσει.
Ενας άνθρωπος επί επτά ώρες μας μιλούσε, κυριολεκτικά ασταμάτητα και με πάθος για το ελαιόλαδο. Ξεκίνησε ως πολιτικός μηχανικός αλλά έκανε στη συνέχεια σπουδές και για Food Policy ενώ πλέον ένα μεγάλο τμήμα του χρόνου του καταναλώνεται σε επισκέψεις σε διάφορα μέρη στη Μεσόγειο, αρκεί να βγάζουν εκεί, έστω και λίγο, λάδι με ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Συμμετέχει σε γευσιγνωσίες (ναι, υπάρχει και κάτι τέτοιο, «γευσιγνωσία ελαιολάδου») ενώ πραγματοποιεί επισκέψεις σε ελαιώνες ή κάνει συναντήσεις με μηχανικούς και κατασκευαστές υπερσύγχρονων ελαιοτριβείων. Τα όσα έχουν δει τα μάτια του τον έχουν κάνει πλέον να αισθάνεται πιο πολύ σαν μουτζαχεντίν του λαδιού, όπως παραδέχεται τουλάχιστον ο ίδιος. Ο κ. Β. Φραντζολάς (που γραπτά του υπάρχουν στο www.bostanistas.gr) μιλάει πραγματικά με πολύ πάθος για το λάδι. Και απλώνει μπροστά μας προς χρήση φωτογραφίες, πίνακες, στατιστικές. Γι' αυτό και εγώ γράφω πως μετάνιωσα προχθές, γιατί σκέφθηκα πως από αρκετά χρόνια πιο πριν έπρεπε να είχα φροντίσει να μάθω τουλάχιστον τα απαραίτητα για ένα σημαντικό προϊόν της Ελλάδας και το πιο βασικό συστατικό της διατροφής μου.

Τι γίνεται στην Ευρώπη
Στο χρηματιστήριο του ελαιολάδου δεν χωρούν μεγάλα λόγια ούτε η ρητορική των πολιτικών. Η Ελλάδα είναι πολύ πίσω ακόμη, άσχετα αν κατά καιρούς διάφορα άρθρα προσπαθούν να δώσουν μιαν άλλη εικόνα. Ο μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου είναι η Ισπανία. Κάθε χρόνο κατά μέσον όρο παράγει 1.200.000 τόνους. Πέρυσι, έχοντας μια σούπερ χρονιά έφθασε τους 1.600.000 τόνους. Τα λάδια των Ισπανών όμως, πλην εξαιρέσεων, είναι κατώτερης ποιότητας και από της Ελλάδας και από της Ιταλίας. Κατακλύζουν ωστόσο τον κόσμο. Οι Ιταλοί παράγουν εξαιρετικό λάδι αλλά κάνουν τεράστιες εξαγωγές διότι ακόμη ο ξένος καταναλωτής αυτούς ταυτίζει με το ελαιόλαδο και επειδή τους λείπουν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες τόνοι κάθε χρόνο, κάνουν μεταξύ άλλων εισαγωγές και από την Ελλάδα που παράγει περίπου 350.000 τόνους τον χρόνο. Εμείς έχουμε προς το παρόν ένα περίσσευμα 100.000-120.000 τόνων και υπάρχει ανάγκη να τους πουλάμε αυτή την ποσότητα κάθε χρόνο διότι το ελαιόλαδο μετά τους 18 μήνες στα δοχεία χάνει πολύ σε ποιότητα. Δυστυχώς οι Ιταλοί είναι οι μόνοι που αγοράζουν το λάδι μας, κανένας άλλος. Είναι μύθος το ότι οι γείτονες δεν έχουν καλά λάδια και τα κάνουν καλύτερα μόνο χάρη στα δικά μας. Οι αριθμοί τον καταρρίπτουν.

Ποιο είναι το «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο»
Η κουβέντα βέβαια γίνεται πάντα για το χαρακτηριζόμενο ως «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο», αυτό που πωλείται καλά στο εξωτερικό. Για να πάρει όμως τέτοια ταμπέλα ένα ελαιόλαδο πρέπει να είναι όπως βγαίνει από το ελαιοτριβείο, χωρίς επεξεργασία και με οξύτητα κάτω από 0,8%. Αν η οξύτητα είναι πάνω από 0,8% αλλά δεν υπερβαίνει το 2% τότε χαρακτηρίζεται απλά «παρθένο» και πάνω από 2% έχει τον χαρακτηρισμό «βιομηχανικό», που αντικατέστησε τα παλαιότερα «λαμπάντε», «κουπέ» και σε τελευταίο στάδιο το «ραφινέ».

Για να χαρακτηριστεί ως άθερμο ένα λάδι πρέπει να έχει βγει από το ελαιοτριβείο χωρίς η θερμοκρασία του να περάσει τους 28 βαθμούς Κελσίου. Σε αρκετά ελαιοτριβεία ανεβάζουν τη θερμοκρασία ακόμη και στους 60 βαθμούς για να αυξήσουν ελάχιστα ίσως την παραγωγή, σε βάρος βέβαια της ποιότητας. Διότι οι πολυφαινόλες πάνω από τους 28 βαθμούς γίνονται πιο υδατοδιαλυτές και φεύγουν με τα υδατικά απόβλητα του ελαιοτριβείου. Ειδικά μάλιστα όταν κάποιοι αφήνουν τον ελαιοπολτό στον μαλακτήρα για μιάμιση ώρα στους 40 ή και 50 βαθμούς Κελσίου. Ενα άλλο αρνητικό για τον καταναλωτή θέμα είναι η ημερομηνία λήξης σε μια φιάλη. Διότι δυστυχώς επιτρέπεται να εκτείνεται ως και 18 μήνες μετά την εμφιάλωση(!) και όχι 18 από την παραγωγή. Αρα μπορείς να εμφιαλώνεις παραγωγή του 2010 το 2011 με λήξη το 2012! Σε εμάς μένει μόνο να κοιτάξουμε στη συσκευασία και να υπάρχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερος χρόνος ως τη λήξη. Επίσης να αναγράφεται τουλάχιστον ότι πρόκειται για «ελληνικό προϊόν» και όχι να υπάρχει η άκρως ύποπτη ένδειξη «ελληνικής κατασκευής».

Αλλο οξύτητα, άλλο oξείδωση
Η οξείδωση, που παλαιότερα λεγόταν τάγκισμα, είναι μια χημική αλλοίωση και συμβαίνει όταν το ελαιόλαδο έρχεται σε παρατεταμένη επαφή με το φως και με το οξυγόνο, οπότε αποκτά μια δυσάρεστη γεύση, κάτι σαν χωματίλα. Ο βαθμός ελεύθερης οξύτητας, όπως είναι το ακριβές, ορίζεται ως το ποσό των ελεύθερων λιπαρών οξέων στο ελαιόλαδο και εκφράζεται ως ποσοστό (%) του ελαϊκού οξέος. Οξείδωση και οξύτητα είναι δυο διαφορετικές έννοιες. Να μην τις μπερδεύουμε.

Ενα από τα βασικά πράγματα που μαθαίνεις όταν ασχοληθείς σοβαρά με το θέμα «ελαιόλαδο» είναι πως το αγουρέλαιο δεν έπρεπε να θεωρείται μια πολυτέλεια, μια ξεχωριστή κατηγορία λαδιού, αλλά κάτι το αυτονόητο. Διότι για καλής ποιότητας λάδι πρέπει η ελιά να μαζεύεται όταν ακόμη είναι σκληρή, μισοπράσινη ως μισομώβ. Και σε όλες τις εκθέσεις και διεθνείς γευσιγνωσίες τέτοια ελαιόλαδα βραβεύονται κυρίως. Είναι το ελαιόλαδο που έχει πικράδα, δυνατό άρωμα και σε κάνει να βήχεις όταν έχει περάσει από το στόμα στον λαιμό. Και εξετάζουν τρία χαρακτηριστικά που κωδικοποιούνται σε τρεις λέξεις ακριβώς: ΠΙΚΡΟ - ΦΡΟΥΤΩΔΕΣ - ΠΙΚΑΝΤΙΚΟ με βαθμολογία από το 1 ως το 10 για το καθένα (σε κάποιες γευσιγνωσίες μάλιστα χρησιμοποιούν μπλε ποτήρια για να μην επηρεάζονται από το χρώμα). Και πρέπει το λάδι που τρώμε να είναι αγουρέλαιο διότι τότε οι τόσο ωφέλιμες πολυφαινόλες υπάρχουν στη μέγιστη ποσότητα. Οταν δηλαδή είναι οι ελιές άγουρες. Και αυτές οι ουσίες μάλιστα βρίσκονται ακριβώς κάτω από τη φλούδα τους. Υψηλή περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες σε ένα λάδι σημαίνει επίσης και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο οξειδωτικό στρες από τον αέρα, το φως και τη θερμοκρασία. Στοιχείο σημαντικό για τη διατηρησιμότητα ενός ελαιολάδου. Ενα καλό ελαιόλαδο  πρέπει να περιέχει περίπου 200-250 mgr/kgr ενώ 250-350 mgr/kgr θεωρείται εξαιρετική επίδοση. Οι πιο βασικές ποικιλίες που δίνουν λάδι εδώ στην Ελλάδα είναι η κορωνέικη (λίγο-πολύ παντού), η Χαλκιδικής, η Αμφίσσης (κυρίως στην Κεντρική Ελλάδα), η Μαρώνειας (στην Ανατολική Θράκη), η κολοβή και η αδραμυτινή (στη Μυτιλήνη) και το γνωστό παντού στην Πελοπόννησο Μανάκι. Λίγη Αθηνολιά και επίσης στην Αττική αρκετές ελιές μεγαρίτικες.

Ελαιοτριβεία της καταστροφής
Εκεί όμως όπου ο συνομιλητής μας συννεφιάζει και γίνεται καταιγιστικά καταγγελτικός είναι στο θέμα των ελαιοτριβείων. Κατ' αρχάς θεωρεί ότι είναι εντελώς λάθος αυτό που ακόμη υπάρχει στην Ελλάδα, τα ελαιοτριβεία να πληρώνονται σε είδος, δηλαδή να κρατούν ένα μέρος από το λάδι που βγάζουν οι ελιές σου. Διότι έτσι πιέζουν συνέχεια για μεγαλύτερη ποσότητα, ρίχνοντας έτσι την ποιότητα με τις υψηλότερες θερμοκρασίες, τα πιο πολλά νερά και με το να παροτρύνουν τους παραγωγούς να μαζεύουν τις ελιές όταν είναι πιο ώριμες. Επίσης έτσι, όταν εμφανίζονται οι ιταλοί αγοραστές με μετρητά στην τσέπη αγοράζουν ό,τι θέλουν, όσο χαμηλά θέλουν.

«Μπορεί να έχεις πολύ καλής ποιότητας ελιές και το ελαιοτριβείο να σου καταστρέψει το ελαιόλαδο» μου λέει. Σε ένα ελαιοτριβείο που πήγε μαζί με ξένους ενδιαφερομένους δεν υπήρχαν κυπελλάκια να δοκιμάσουν το λάδι και οι άνθρωποι τον ρώτησαν απορημένοι: «Μα, καλά, εδώ δεν δοκιμάζουν τι λάδι βγάζουν;». Αναφέρει επίσης κάτι που του είπε ένας ιταλός αρχισχεδιαστής μηχανημάτων ελαιοποίησης πριν από λίγες ημέρες: «Εσείς οι Ελληνες δύσκολα αλλάζετε». Σήμερα σε χώρες όπως η Ιταλία κυρίως ο εξοπλισμός των ελαιοτριβείων έχει φθάσει σε επίπεδα που εδώ πολλοί δεν τα έχουν φανταστεί καν. Δεξαμενές όπου πάνω από το ελαιόλαδο διοχετεύεται πλέον αέριο άζωτο για την αποφυγή της επαφής με το οξυγόνο του αέρα που οξειδώνει το προϊόν, διαφορετικές γραμμές παραγωγής για ελιές με διαφορετικό βαθμό ωρίμανσης ώστε να μην μπλέκουν τα λάδια των πιο ώριμων με τα πιο άγουρα, η ελαιοποίηση να γίνεται μέσα σε 24 ώρες από την άφιξη στο ελαιοτριβείο και να μην περιμένει η ελιά πιεσμένη για ημέρες σε σακιά στοιβαγμένα το ένα επάνω στο άλλο (που τώρα πλέον έπρεπε να μην χρησιμοποιούνται και να έχουν αντικατασταθεί με πλαστικές κλούβες). Η μάλαξη του πολτού να μη διαρκεί περισσότερο από 40 λεπτά και οι ελιές να μαζεύονται προτού μπει ο Δεκέμβριος. Ολα αυτά τα κάνουν οι άλλοι, που δεν διαθέτουν «μαγαζί γωνία». Ισως γι' αυτό.

Τι καθορίζει την τιμή 
Το χρηµατιστήριο του ελαιολάδου
Τα υπεροξείδια έχουν να κάνουν µε την κατάσταση οξείδωσης του ελαιολάδου. Η λεγόµενη «τιµή υπεροξειδίου» προσδιορίζει τη συγκέντρωση των υπεροξειδίων στο δείγµα. Τα υπεροξείδια είναι κύριες ενώσεις οξείδωσης, που εµφανίζονται κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας και αποθήκευσης του ελαιολάδου, ως συνέπεια της παρουσίας οξυγόνου. Σε ένα δεύτερο στάδιο της διαδικασίας οξείδωσης, τα υπεροξείδια διασπώνται σε διαφορετικά τελικά προϊόντα οξείδωσης. Για να ταξινοµηθεί ένα ελαιόλαδο ως εξαιρετικό παρθένο η µέγιστη τιµή υπεροξειδίου δεν πρέπει να υπερβεί τα 20 χιλιοστοϊσοδύναµα οξυγόνου ανά κιλό ελαιολάδου. 

Αλλος δείκτης χρήσιµος για τον καθορισµό της ποιότητας του ελαιολάδου είναι η απορρόφηση στο υπεριώδες φάσµα. Αυτή η µέτρηση δίνει πληροφορίες για την ποιοτική κατάσταση του ελαιολάδου και ειδικότερα για τον προσδιορισµό του βαθµού της οξειδωτικής του αλλοίωσης. Η µέτρηση γίνεται σε δύο µήκη κύµατος, 232 και 270 nm. Στο πρώτο µήκος κύµατος απορροφούν τα πρωτογενή προϊόντα οξείδωσης (συζυγή υπεροξείδια), ενώ στο δεύτερο τα δευτερογενή προϊόντα οξείδωσης (αλδεΰδες, κετόνες). Η διαφορά (ΔΚ) της απορρόφησης δίνει πληροφορίες για την κατάσταση οξείδωσης του ελαιολάδου. Οσο µικρότερη είναι η τιµή, τόσο υψηλότερη είναι η ποιότητα του ελαιολάδου και δεν πρέπει να περνάει το 0,01 για το «εξαιρετικό παρθένο» ελαιόλαδο. Αλλοι ποιοτικοί δείκτες είναι ο Κ232 που δεν πρέπει να περνάει το 2,5 και ο Κ270 που πρέπει να είναι µικρότερος από 0,22. Από τις τιµές τους µπορεί να γίνει αντιληπτό αν υπάρχουν πολλές οξειδωτικές ουσίες και αν έχει γίνει νόθευση.

Ενα πολύ καλό ελαιόλαδο καλό πρέπει, κατά τη γνώµη του κ. Φραντζολά, να πληροί τουλάχιστον 4 από τα παρακάτω 6 κριτήρια: 1. Οξύτητα < 0,3, 2. Αριθµός Υπεροξειδίων < 8, 3. Πολυφαινόλες > 200 mgr/Kgr, 4. Στην κλίµακα της γευσιγνωσίας να παίρνει για το Φρουτώδες > 3,0, 5. Για το Πικάντικο >2,0, 6. Για το Πικρό >2,0.

Αν δοθούν σε ποσοστά οι παράγοντες που διαµορφώνουν την ποιότητα θα είναι: 60% το ελαιοτριβείο, 20% ο βαθµός ωρίµανσης, 15% η ποικιλία, οι διάφορες ασθένειες και ιδιαίτερα ο δάκος, 5% οι τοπικές συνθήκες.


Τί πρέπει να γνωρίζουμε
Ο δεκάλογος του καταναλωτή
1.Αλλο οξύτητα άλλο οξείδωση. Η τιμή της οξύτητας έχει να κάνει με την κατάσταση του καρπού και το πώς διακινείται έως ότου φθάσει στο ελαιοτριβείο. Η οξείδωση πάλι με το πόσο έρχεται σε επαφή με το οξυγόνο το προϊόν αφού ο καρπός πολτοποιηθεί και μεταβληθεί σε ελαιόμαζα.

2.Τα ελαιόλαδα που δεν θα μπορέσουν να πάρουν τον τίτλο «εξαιρετικό παρθένο» ή έστω «παρθένο» λόγω κάποιων σοβαρών ελαττωμάτων, τα παραλαμβάνουν κάποιες βιομηχανίες που κατεβάζουν την οξύτητα με χρήση χημικών και την οσμή με τη χρήση φίλτρων. Ανεβάζουν τη θερμοκρασία ως και 220 βαθμούς και βγαίνει ένα ουδέτερο προϊόν. Το αναμειγνύουν με 5%-10% εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και στη συσκευασία γράφουν πρώτο αυτό, αν και βρίσκεται σε πολύ μικρότερη ποσότητα.

3.Τηγανίζουμε όσο χρειάζεται, με ελαιόλαδο και όχι με σπορέλαια (που τα χρησιμοποιούν στις ξένες κουζίνες επειδή εκεί δεν είχαν ελαιόλαδο), όπως προπαγανδίζουν διάφοροι σεφ, φυλαγμένα άλλωστε σε διάφανα δοχεία και συχνά νοθευμένα.

4.Ενα ελαιόλαδο καλής ποιότητας αντέχει να χρησιμοποιηθεί στο τηγάνισμα ως και πέντε φορές κατά τον κ. Φραντζολά. Δεν θέλει να ακούει καν για τα διάφορα σπορέλαια, που όπως λέει δεν διαθέτουν καθόλου αντιοξειδωτικά, όπως είναι οι πολυφαινόλες και έτσι ταγκίζουν αμέσως μόλις θερμανθούν.

5.Επίσης δεν προτείνει να μαγειρεύουμε με πυρηνέλαιο αλλά το προτιμά σε κάθε περίπτωση από τα σπορέλαια.

6.Πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στα λάδια που διατίθενται σε διαφανείς συσκευασίες, όσο καλοσχεδιασμένα και αν είναι. Οπως παρατηρεί ο κ. Φραντζολάς: «Η χλωροφύλλη στο φως δρα οξειδωτικά για το ελαιόλαδο και σε λίγο χρόνο το οξειδώνει. Και εμείς θέλουμε να αγοράζουμε λάδι, όχι κολόνια».

7.Οι παλιές μυλόπετρες, που καθαρίζονται πιο δύσκολα και πιο σπάνια, δεν δίνουν καλύτερο λάδι από ό,τι μπορούμε να πάρουμε στα σύγχρονα ελαιοτριβεία. Το ελαιόλαδο που εξάγεται σε σύγχρονα ελαιοτριβεία τριών ή δύο φάσεων είναι πικρότερο από εκείνο των πέτρινων μύλων και το προτιμούμε ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Επίσης η μακρόχρονη μάλαξη και οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την πικράδα διότι το ζεστό νερό αυξάνει τη διαλυτότητα των γλυκοζιτών. Το διφασικό φυγοκεντρικό σύστημα είναι προτιμότερο διότι παράγει ελαιόλαδα με εντονότερη πικρή γεύση αφού στο τριφασικό έχουμε επίσης διοχέτευση νερού κατά τη διαδικασία. Και εμείς θέλουμε όσο γίνεται περισσότερη πικράδα και κάψιμο στον λαιμό.

8. Η ελαιοποίηση θα πρέπει να ξεκινάει γύρω στις 20 - 25 Οκτωβρίου και όχι ακόμη και μετά τον Νοέμβριο, επειδή έχει επικρατήσει η άποψη πως όσο πιο πολύ ωριμάσουν οι ελιές τόσο θα είναι αυξημένη η απόδοσή τους σε λάδι. Στην Ιταλία οι περισσότεροι παραγωγοί  αρχίζουν από τα μέσα Οκτωβρίου ή ακόμη και από την 1η Οκτωβρίου.

9. Οσο μένει το λάδι χάνει τα ωφέλιμα συστατικά του, όπως κατέδειξε μελέτη που έγινε πριν από τέσσερα χρόνια: π.χ. στις 22.10, οι πολυφαινόλες ήταν 440 mgr/Kgr και μέσα σε 40 ημέρες, στις 3.12, είχαν πέσει στα 209 mgr/Kgr.

10.Υπάρχουν ακόμη και στο ράφι του υπερμπακάλικου καλά, φθηνά «εξαιρετικά παρθένα» ελαιόλαδα, ενώ τα ξένα πωλούνται σε τιμές που αυτό τον καιρό δίκαια μας φαίνονται δυσβάστακτες.

Τελετή γευσιγνωσίας
Βαθμολογώντας ένα λάδι
Για πρώτη φορά συμμετέχω σε αυτή τη σεμνή αλλά πολύ χρήσιμη τελετή. Oλοι σιωπηλοί περιμένουμε το σύνθημα για να ανοίξουμε τα πώματα των αριθμημένων δειγμάτων με διάφορα λάδια. Μερικά από αυτά μάλιστα τα βρίσκεις σε προσιτή τιμή και σε ράφια σουπερμάρκετ. Ανάμεσα στα δείγματα πάντως είναι και το πιο ακριβό ελληνικό αλλά και το πιο βραβευμένο αυτή τη στιγμή στον κόσμο.

Ο «παλιός» σε αυτή την περίπτωση, που είναι και ο σκηνοθέτης του όλου έργου, μας έχει εξηγήσει ότι οργανοληπτική ανάλυση (και όχι γευσιγνωσία) είναι η μέτρηση του αρώματος και άλλων χαρακτηριστικών ενός τροφίμου χρησιμοποιώντας τις πέντε αισθήσεις μας (αν και όταν χρησιμοποιούν μπλε ποτήρια για το λάδι αποκλείουν σκόπιμα τα μάτια). Με τη δικαιολογία ότι ο δοκιμαστής μπορεί να παρασυρθεί από το χρώμα. Παρ' όλα αυτά υπάρχουν πολλά στοιχεία που μπορείς να ψάξεις στο λάδι. Εμείς περιοριζόμαστε στα τρία πιο σημαντικά: το φρουτώδες, που εξαρτάται από την ποικιλία των ελιών και γίνεται αισθητό απευθείας από τη μύτη ή από την οπισθορινική οδό, το πικρό, που έχει να κάνει με το πόσο άγουρες ήταν οι ελιές, και το πικάντικο, χαρακτηριστικό λαδιών που παράγονται στην αρχή της ελαιοκομικής περιόδου. Το τελευταίο προκαλείται από τη δράση των φαινολικών ουσιών, απλώνεται σε ολόκληρη τη στοματική κοιλότητα και εξαλείφεται λίγα δευτερόλεπτα μετά τη δοκιμή. Η ένταση του πικάντικου μειώνεται κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης του ελαιολάδου. Οι εξασκημένοι μπορούν να καταλάβουν αν οι ελιές έμειναν για πολύ χρόνο στα σακιά, αν υπέστησαν ζύμωση, αν έμειναν παραπάνω από όσο έπρεπε στη μάλαξη, αν το λάδι θερμάνθηκε πάνω από τους 28 βαθμούς, αν προήλθε από ξερές ελιές, αν χρησιμοποιήθηκε αλάτι ή αν ήλθε σε επαφή με το νερό. Υπάρχει μάλιστα στο Διαδίκτυο και μία μελέτη των ΤΕΙ Κρήτης - Σχολή Τεχνολογίας-Γεωπονίας (υπεύθυνος Δ. Λυδάκης) για το χρώμα, τη γεύση και το άρωμα του λαδιού με πολλά στοιχεία που αξίζει να έχουμε υπόψη μας.  

Αυτό που χτυπάει πρώτο και από μακριά είναι το χρώμα. «Είναι ένα από τα σημαντικότερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι σχετίζεται και με άλλες ποιοτικές πτυχές του ελαιολάδου» αναφέρεται στη μελέτη αυτή. Το χρώμα το καθορίζουν κυρίως οι χλωροφύλλες (πράσινο) και τα καροτένια (κίτρινο - κόκκινο). Γενετικοί παράγοντες, τρόπος παραγωγής και βαθμός ωρίμανσης παίζουν τον ρόλο τους και όσο το λάδι μένει, το χρώμα αλλοιώνεται. Πάντως οι δοκιμαστές δεν εστιάζουν πολύ την προσοχή τους στο χρώμα. Προχωρούν στη γεύση και στο άρωμα.

Για τη γεύση αναφέρεται: «Οι πέντε βασικές γεύσεις είναι το γλυκό, το αλμυρό, το ξινό, το πικρό και το ουμάμι. Το παρθένο ελαιόλαδο δεν περιέχει σάκχαρα ή αλάτι και η αίσθηση του ξινού, που οφείλεται στα ελεύθερα λιπαρά οξέα, δεν γίνεται αντιληπτή, επειδή αυτά δεν είναι διαλυτά στη θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος. Το πικρό στο παρθένο ελαιόλαδο οφείλεται σε ενώσεις που υπάρχουν στον ελαιόκαρπο, τους γλυκοζίτες. Περιλαμβάνουν ουσίες όπως η τυροσόλη και η υδροξυτυροσόλη, υπεύθυνες για την πικρή γεύση».

Το ελαιόλαδο που εξάγεται με τους μεταλλικούς κυλίνδρους είναι πικρότερο από εκείνο που βγάζουν οι μυλόπετρες. Η μακρόχρονη μάλαξη και οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την πικράδα, αλλά αυτό δεν θεωρείται προσόν για το λάδι μας. Επίσης η εξαγωγή με πίεση και το διφασικό φυγοκεντρικό σύστημα δίνουν ελαιόλαδο με πιο έντονη πικράδα. Οι γλυκοζίτες είναι οι ουσίες που ευθύνονται για τη στυπτική γεύση (astringency) ορισμένων παρθένων ελαιολάδων. Η παρουσία τους δημιουργεί μια αίσθηση ξηρότητας και αγουρίλας στο στόμα, μια στυφάδα δηλαδή που θυμίζει κρασιά ή κυδώνια, και μια αίσθηση καψίματος. Τέλος, ως προς το άρωμα, για το ελαιόλαδο θεωρείται ότι παράγεται από πτητικές ενώσεις χαμηλού μοριακού βάρους. Το ερέθισμα μπορεί να γίνει αντιληπτό άμεσα (nasal), όταν το άρωμα φθάνει στο οσφραντικό επιθήλιο μέσω της μύτης, και έμμεσα (retro nasal), όταν το άρωμα, που γίνεται πτητικό στη θερμοκρασία του σώματος, περνά διά μέσου του στόματος στο οσφραντικό επιθήλιο.

Πάνω από εκατό πτητικές ενώσεις έχουν προσδιοριστεί στο παρθένο ελαιόλαδο που συμβάλλουν στο ξεχωριστό άρωμά του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται C6 αλκοόλες, αλδεΰδες και εστέρες. Καμία από αυτές τις ενώσεις μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει τη συνολική αίσθηση του αρώματος. 

Σύμφωνα με τη μελέτη των ΤΕΙ Κρήτης: «Το στάδιο ωρίμανσης των καρπών κατά τη συγκομιδή επηρεάζει το άρωμα του ελαιολάδου. Η μέγιστη ένταση αρώματος αντιστοιχεί στη μέγιστη περιεκτικότητα σε πτητικές ουσίες στο βέλτιστο στάδιο ωρίμανσης». Ακριβώς όπως γίνεται και με τη γεύση, το σύστημα έκθλιψης του ελαιολάδου και οι συνθήκες κατά την επεξεργασία - ιδίως κατά την άλεση και τη μάλαξη του καρπού - επηρεάζουν το είδος και την ένταση του αρώματος. Εντονη άλεση και παρατεταμένη μάλαξη σε υψηλές θερμοκρασίες επιδρούν αρνητικά. Η πίεση ή το διφασικό φυγοκεντρικό σύστημα παράγουν ελαιόλαδα με εντονότερο άρωμα. Σύμφωνα και με τα αποτελέσματα των δοκιμών μας, το ακριβότερο δεν ήταν και το καλύτερο, ένα φθηνό λάδι που βρίσκεις και στο ράφι του σουπερμάρκετ στη γειτονιά σου δεν ήταν και τόσο κακό, ένα ιταλικό ήταν υπέροχα έντονο και το παγκόσμια βραβευμένο υπερασπίστηκε τη φήμη του.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Πού πήγανε τα τραγούδια μας;


Έχω ένα ραδιοφωνάκι κρεμασμένο μόνιμα στην αμυγδαλιά. Σόνυ είναι, παλαιό, παγκοσμίου λήψεως (!), αλλά πιάνει μόνο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το ‘χω να κρέμεται εκεί σ’ ένα κλαρί και να το κουνά ο αέρας, με την κεραία του να βλέπει συνήθως κατά τον νοτιά αλλά να στρίβει κιόλας από δω κι από κει ανάλογα με τη δύναμη και τη φορά του ανέμου.

Κάθε πρωί κατεβαίνοντας στο χωράφι, η πρώτη μου κίνηση είναι να πλησιάζω τη μυγαδαλιά και να πατάω το κουμπάκι του σόνυ της

Παρέα με το Δεύτερο κάνω όλες τις δουλειές στο χωράφι. Ας παίζει τις περισσότερες ώρες δίχως να του δίνω σημασία, ας παίζει μόνο του αφού εγώ δεν ακούω ή δεν προσέχω, ακούει η μυγδαλίτσα και όλα τα φυτά και τα έντομα, τα πουλιά, τα γατιά και ο Μάρτης, ας λένε και βλακείες οι παραγωγοί του καμιά φορά, έρχεται όμως η στιγμή που θα βάλει ένα παλιό τραγούδι, που θα τ’ ακούσεις, θα σε αρπάξει από πολύ μέσα σου, θα σου κοπούνε τα πόδια, θ’ αράξεις στη γη ή στο κάθισμά σου και θα γείρεις το κεφάλι πίσω, θα γεμίσεις τα πνευμόνια σου με τη γλύκα της ζωής και της Τέχνης, της ανθρώπινης σοφίας.

Έτσι ένιωθα προχτές, που άκουγα σε μια εκπομπή τραγούδια μιας περασμένης Ελλάδας, μιας πατρίδας που εξαφανίστηκε παντελώς, μιας εποχής όμορφης και τραχιάς, όχι ισοπεδωμένης όπως σήμερα. Και σκεφτόμουνα πως αυτά τα τραγούδια πλέον δεν έχουν λόγο να ακούγονται. Αυτή η Τέχνη μαρτυρά πως κάποτε υπήρχε μια χώρα με τις ιδιαιτερότητές της, με το τσαγανό της, με το φιλότιμο, την περηφάνεια, την τιμή, το καθαρό της κούτελο, τη φτώχεια, τον πλούτο της τον πραγματικό, την αρχοντιά της από το χωριό μέχρι το άστυ. Μια χώρα με τις γειτονιές της που σφύζανε από ζωή στους δρόμους, μια χώρα ανθρώπων ζωντανών κι όχι ατόμων νεκρωμένων

Αυτά σκεφτόμουνα προχτές, Κυριακή μεσημέρι ήτανε, τρίβοντας ρίγανη αποξηραμένη και ακούγοντας Δεύτερο Πρόγραμμα και μάλιστα ήταν η πρώτη φορά μέσα σ’ αυτά τα τρία χρόνια απουσίας μου από την πόλη, που κάπως την νοστάλγησα. Που έπιασα τον εαυτό μου να ονειρεύεται μια βόλτα απογευματάκι καλοκαιριού στους πεζόδρομους των Εξαρχείων κι ως απάνω στις γειτονιές των Αμπελοκήπων και μια παγωμένη μπύρα στο πάρκο ή στο καφενείο. Νοστάλγησα την πόλη, μιαν άλλη πόλη όμως, μιας άλλης εποχής, αυτής που μου φερε στην ψυχή το Δεύτερο Πρόγραμμα με τις επιλογές του, μιας εποχής που δεν ισχύει πια. Τίποτα δεν ισχύει πια.

Και μείνανε μόνο τα τραγούδια να μας θυμίζουν κάτι που χάθηκε, κάτι που αφήσαμε πίσω οριστικά, κάτι που καταστρέψαμε ολοσχερώς και ανεπίστροφα. Να μας θυμίζουνε τον εαυτό μας πριν τον ξεπεσμό, τότε που ήταν άλλος. Να μας θυμίζουνε την πατρίδα μας, την παιδική ηλικία μας. Κι έμεινε κι ένα ραδιόφωνο να τα μεταδίδει αυτά τραγούδια, που δεν έχουνε πια κανένα λόγο να μεταδίδονται, μιας και μονάχα στις ψυχές των τελευταίων που ξεμείνανε να ονειρεύονται πλούτο και όχι χρήμα, μιλάνε. Τα τραγούδια που δεν τα θέλει πια η εποχή μας, ούτε το μέλλον που σχεδιάζουμε τα χρειάζεται, ίσα ίσα ζημιά του κάνουνε, διότι ίσως μπορεί να βάλουνε κάνα δυο νέους ανθρώπους να ψαχτούνε μήπως και νιώσουνε

Μέσα στην εποχή της ισοπέδωσης και της καπιταλιστικής απανθρωπιάς, δεν μπορούν να ακούγονται αυτά, ούτε να υπάρχει ραδιόφωνο και μάλιστα κρατικό που να τα μεταδίδει, έτσι ακριβώς σκεφτόμουνα καθώς μου είχε έρθει η έκλαμψη πως και μόνο η μετάδοσή τους αποτελεί πράξη αντίστασης και επανάστασης

Σήμερα πήγα στο χωράφι και πάτησα όπως κάθε πρωί το κουμπί του ραδιοφώνου της μυγδαλίτσας αλλά ακούστηκε μονάχα ο ήχος των παρασίτων.

Άντε τώρα να εξηγήσεις στα φυτά, στα πουλιά, στα γατιά και στον Μάρτη, πού πήγανε τα τραγούδια μας…
Γιάννης Μακριδάκης

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

ξειν αγγέλειν....



- Καλημέρα. Έχετε τρόφιμα;

- Ναι. Είσαι Έλληνας;

- Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα. (Προς Γαλάτας Επιστολή Απ.Παύλου, 3,2.

- Ποιος είσαι, ρε;

- Ονομάζομαι Ιησούς. Είμαι Εβραίος.

- Χάσου από δω, ρε. Είναι μόνο για Έλληνες λέμε.

- Καλημέρα. Πεινάω. Έχετε κάτι;

- Ναι, μοιράζουμε τρόφιμα. Είσαι Έλληνας;

- Όχι. Ονομάζομαι Λόρδος Βύρων, είμαι Άγγλος αλλά λατρεύω τη χώρα σας. Πέθανα στο Μεσολόγγι πριν από χρόνια.

- Ουστ από δω, μωρή αδερφάρα Εγγλέζε.

- Γεια σας. Είμαστε ρακένδυτοι, πεινάμε πολύ, είμαστε αποκαμωμένοι.

- Τι θέλετε όλοι εσείς εδώ, ρε; Είστε Έλληνες;

- Όχι κύριε. Είμαστε ξένοι. Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί, Ισπανοί, Νορβηγοί, Σουηδοί, Αμερικάνοι, Ελβετοί, Πορτογάλοι. Είμαστε το τάγμα των Φιλελλήνων. Πολεμήσαμε το '21, στη μάχη του Πέτα, στο Κομπότι. Σκοτωθήκαμε για την Ελλάδα. Υπάρχει μνημείο για μας στην πλατεία του Ναυπλίου. Να κι εδώ δίπλα στο Σύνταγμα υπάρχει οδός αφιερωμένη σε μας. Φιλελλήνων λέγεται.

- Να πάτε στο διάολο, ρε. Εδώ είναι μόνο για Έλληνες. Στα τσακίδια, ρε.

-Συγνώμη, πεινάμε.

-Είσαστε Έλληνες;

-Είμαστε. Είμαστε Εβραίοι της Ελλάδας. Εγώ είμαι ο Μαρδοχαίος Φριζής, αξιωματικός από τη Χαλκίδα, αιχμάλωτος των Τούρκων το 1922, που έπεσα στην Αλβανία το '40. Αυτή είναι η Ρόζα Ασκενάζη και η Στέλλα Χασκήλ, οι ρεμπέτισσες. Ο Γιοζέφ Ελιγιά, ο ποιητής. Ο Αβραάμ Μπεναρόγιας, που ίδρυσε τη Φεντερασιόν, τη ΓΣΕΕ και το ΚΚΕ.

-Σκάστε κωλοεβραίοι, Άουσβιτς που σας χρειάζεται. Σαπούνι θα σας κάνουμε.

-Μας συγχωρείτε. Είμαστε λαβωμένοι, γεμάτοι αίματα και χώματα ελληνικά πάνω μας. Πεινάμε και διψάμε.

-Τι είστε εσείς, ρε αράπηδες και ξένοι!

-Είμαστε Άγγλοι, Νεοζηλανδοί, Αυστραλοί, Ινδοί και Πακιστανοί. Πολεμήσαμε εδώ τους ναζί, βοηθήσαμε την Ελλάδα στον αγώνα το 1941. Μας έκρυβαν οι Έλληνες, μας έδιναν φαγητό και νερό. Εσείς τι είστε, με ξυρισμένα κεφάλια και μαύρες μπλούζες;

-Εμείς δίνουμε φαγητά μόνο για Έλληνες. Φύγετε από δω, γαμημένοι αράπηδες. Έξω οι ξένοι, λέμε.

-Μιρμενγκιές (καλημέρα).

-Τι θες, ρε βλάκα;

-Μπούκ, ούγι (ψωμί, νερό).

-Φύγε από δω, ρε καργιόλη ξένε.

-Είμαι ο Μάρκος Μπότσαρης, κύριε. Μιλάω αρβανίτικα, τη γλώσσα των ηρώων της Επανάστασης. Τη γλώσσα της Μπουμπουλίνας, του Κριεζιώτη, του Μιαούλη. Έγραψα κι ένα Αλβανοελληνικό Λεξικό, για να συνεννοούνται οι Έλληνες κι οι Αρβανίτες.

-Εξαφανίσου από δω, ρε ηλίθιε. Οι Έλληνες μόνο ελληνικά μιλάνε... Το αίμα μας είναι καθαρό, Κωλοαλβανέ, γαμώ το σπίτι σου.

- Χαίρετε. Έχετε λίγο φαγητό για ένα γέροντα;

- Είσαι Έλληνας;

- Σωκράτης ονομάζομαι κύριε. Δεν είμαι Αθηναίος, ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου (Πλούταρχος, Ηθικά, τόμ.15).

- Άει στο διάολο, ρε κωλόγερε συριζαίε. Χάσου από δω. Εδώ είναι μόνο για Έλληνες.

-Συγνώμη.

-Πάλι εδώ, ρε αδερφάρα Εβραίε; Δεν σου είπα να φύγεις από δω;

-Πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω,
δίψασα, και δε μου δώσατε να πιω,
ξένος ήμουν, και δε με περιμαζέψατε,
γυμνός ήμουν, και δε με ντύσατε,
άρρωστος και στη φυλακή, και δε με επισκεφτήκατε.  [Κατά Ματθαίον, 25.31 (41-43)].

-Άντε, ρε βλάκα, φύγε από δω. Άντε μπράβο, μην τραβήξω το πιστόλι που νόμιμα κατέχω.

-Φαγητό μοιράζετε;

-Ναι, αλλά μόνο για Έλληνες. Είσαστε Έλληνες;

-Ε, σχεδόν. Αυτός είναι ο Γάλλος Φοριέλ, που ανακάλυψε τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Εκείνος ο Φώσκολος, που γεννήθηκε Έλληνας, αλλά διέπρεψε σαν ποιητής της ιταλικής λογοτεχνίας (όπως κι ο Σολωμός στην αρχή). Ο άλλος πιο κάτω είναι ο Λευκάδιος Χερν, που γεννήθηκε Έλληνας, αλλά έγινε βασικός συγγραφέας της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας. Εκείνος πιο πέρα είναι ο Τσίλερ, Γερμανός, κι ο άλλοι δίπλα του είναι οι δάσκαλοί του οι Χάνσεν, Δανοί: αυτοί ξεκινήσανε το νεοκλασικό ρυθμό στην Αθήνα και γενικά στην Ελλάδα. Αναρίθμητα δημόσια κτίρια, που να σ' τα λέω όλα. Εγώ είμαι ο Σλίμαν, Γερμανός επίσης, που ανέσκαψα Τροία και Μυκήνες. Κι εκείνος είναι ο Τούρκος καδής της Αθήνας, που δεν άφησε να σφαχτούνε οι όμηροι της πόλης τον Απρίλη του 1821. Ο άλλος ο ψηλός είναι Γάλλος, ο Λενορμάν, αρχαιολόγος. Πέθανε εδώ, έχετε τον τάφο του πάνω στον Κολωνό, μαζί με του Μύλερ, τον έχετε κάνει και δρόμο. Και δίπλα μου ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ο Βρετανός, ήρωας της κατοχής. Ο Νίκυ Γιάκοβλεφ, Ρώσος λευκός εμιγκρές, πιανίστας και συνθέτης. Ο Πάτσης, Ιταλός, που έγινε δήμαρχος της Αθήνας. Να κι οι γυναίκες, η Λουίζα Ριανκούρ, η άλλη η Δούκισσα της Πλακεντίας, η λαίδη Λο, όλες κι όλοι αγαπήσανε την Αθήνα και την Ελλάδα σα δεύτερη πατρίδα τους.

-Δεν υπάρχει δεύτερη πατρίδα. Πατρίδα είναι μόνο μία, και η δική σας δεν είναι η Ελλάδα. Ουστ από δω, κωλόφραγκοι, παλιότουρκοι, ξανθόψειρες, αδερφές, βρομιάρηδες.

-Καλημέρα. Πεινάμε. Έχετε κάτι να μας δώσετε;

-Είστε Έλληνες, ρε;

-Ναι, κύριε. Όλοι είμαστε Έλληνες. Εγώ ονομάζομαι Εφιάλτης. Ο κύριος δίπλα μου είναι ο Νενέκος. Παραδίπλα ο Τσολάκογλου, ο Ράλλης, ο Λογοθετόπουλος, ο Αντόν Τσαούς. Ο Ιωαννίδης, που έκανε το πραξικόπημα το '74 και προκάλεσε την εισβολή στην Κύπρο.

-Κι εσείς εκεί τι είστε, ρε;

-Κι εμείς Έλληνες. Συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή, ταγματασφαλίτες. Εκτελέσαμε πολλούς Έλληνες, κάψαμε χωριά και υπηρετήσαμε στις δυνάμεις Κατοχής.

-Άντε, επιτέλους, ρε πούστη. Επιτέλους, Έλληνες! Ηλία, έλα δω, ρε. Επιτέλους ήρθαν Έλληνες, γαμώτο. Άντε και πήξαμε με τον κάθε βλάκα ξένο που ερχόταν εδώ και ζήταγε να φάει. Κοπιάστε, συμπατριώτες, να φάμε. Κοπιάστε.

«Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή» ρε..

Ο κλόουν

πηγη

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Φ. Κόντογλου- το πάρσιμο της Πόλης.



Ἡ πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης

Σὰν σήμερα πάρθηκε ἡ Πόλη ἀπ᾿ τὸν σουλτὰν Μεμέτη στὸ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ὁ ἥλιος.
Μιὰ τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο πόλεμο τῆς Τρωάδας.
Κείνη τὴ μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶς μέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ τρεῖς καὶ τέσσερες γενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε. Ἀκόμα καὶ σήμερα, σὰ διαβάζει κανένας ὅσα γράψανε οἱ ἱστορικοὶ ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, εἶνε στιγμὲς ποὺ τρέμει στ᾿ ἀλήθεια, σὰ νὰ βρίσκεται ὁ ἴδιος μέσα στὴν Πόλη, κι᾿ ὥρα μὲ τὴν ὥρα περιμένει νὰ δῇ τοὺς Τούρκους νὰ σφάξουνε τὸν κόσμο μπροστὰ στὰ μάτια του.
Ἀναλόγως τὰ μεγαλεῖα, ποὺ εἶδε αὐτὴ ἡ φημισμένη Κωνσταντινούπολη, ἀναλόγως τὰ χίλια χρόνια πὤξησε, ἀναλόγως στάθηκε καὶ τὸ ψυχομαχητό της. Ὅλος ὁ κόσμος ταράχτηκε· στὰ πειὸ ξέμακρα μέρη τῆς χριστιανωσύνης ἀκούστηκε ὁ βρόντος πὤκανε τὸ κορμί της σὰν ἔπεσε ἄψυχο ἀνάμεσα ἀνατολὴ καὶ δύση. Δὲ μιλῶ σὰ ρωμιός· μιλῶ σὰν ἄνθρωπος γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρὲς συμφορὲς ποὺ πέρασε ἡ ἀνθρωπότητα. Θεριὸ πρέπει νἆνε κανένας γιὰ νὰ μὴ δακρύσῃ τὸ μάτι του.
Καὶ ποιὸς δὲν τὴν ἔκλαψε! Ἕλληνες, Βενετσάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ροῦσσοι, Πολωνοί, Ἀρμεναῖοι, ἀκόμα κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι, ὅλοι τὴν κλάψανε, γιατὶ στὰ καλὰ χρόνια της ὅλοι τὴν καμαρώνανε. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε γιομάτος παραξενιές. Χαίρεται καὶ καυχιέται γιὰ τὰ σπουδαῖα πράγματα, ποὺ μπόρεσε νὰ φτιάσῃ, μὲ τόσους κόπους, μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς του, μὰ πάλι ὁ ἴδιος, σὰν νὰ τὸν σπρώχνῃ ὁ διάολος μὲ τὰ δικά του τὰ χέρια πάει καὶ τὰ χαλᾶ, ρίχνει χάμω τὸ εἴδωλο ποὺ λάτρεψε, τὸ τσακίζει καὶ τὸ ποδοπατᾶ. Σάμπως καὶ σήμερα, ποὺ λέγει πὼς τάχα μέρεψε, δὲ δουλεύει σὰ μερμήγκι νὰ φτιάξῃ ὄμορφα πράγματα, τέχνες, χτίρια, βιβλία, γιὰ νὰ τὸν πιάσῃ ἄξαφνα μιὰ μέρα ἡ τρέλλα νὰ τοὺς δώσῃ μιὰ κλωτσιὰ καὶ νὰ πιάσῃ πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή! Ἔχω ἀκουστά, πῶς σ᾿ ἕνα νησὶ τῆς ἰνδίας, ἐκεῖ δὰ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦνε εἰρηνικὰ καὶ κουβεντιάζουνε γνωστικά, στὰ καλὰ καθούμενα τοὺς πιάνει ἄξαφνα μιὰ μανία καὶ τρέχουνε σὰ λυσσασμένοι στοὺς δρόμους, σκοτώνοντας ὅποιον λάχῃ μπροστά τους. Ἕνα τέτοιο πράγμα πιάνει κάθε τόσο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, γίνεται θηρίο ἀνήμερο καὶ δαγκώνει τὰ κρέατά της.
Σὰν ἕνα μπουρίνι, ποὺ μὲ μιᾶς μελανιάζει ὁ οὐρανὸς καὶ γίνεται ἡ μέρα σὰ νύχτα κι᾿ ἀκούγονται ἀπὸ μακρυὰ βροντὲς κι᾿ ἀστροπελέκια, καὶ σὲ λίγο ξεσπᾷ ὁ δρόλαπας, κι᾿ ὁ φόβος σφίγγει κάθε καρδιά, ἀπὸ τοῦ πουλιοῦ ποὺ κελαϊδοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγο, ἴσαμε τοῦ λιονταριοῦ, ποὖνε καμωμένη ἀπ᾿ ἀτσάλι, ἔτσι ξέσπασε ἀπάνω στὴ γερασμένη τὴν Πόλη ὁ σίφουνας καὶ τὴν ἔκανε στάχτη. Μέσα σὲ 55 μέρες χάθηκε ὅ,τι γίνηκε σὲ χίλια χρόνια.
Αὐτὸς ὁ θανατερὸς ἄνεμος ἐπίασε νὰ φυσᾷ ἀπὸ τὶς ἐρημιὲς τῆς Ἀσίας, ἀπὸ τοὺς τόπους ποὺ δὲ φυτρώνει χορτάρι, σπρώχνοντας κατὰ δῶθε ἕνα κοπάδι ἀνθρώπους δίχως σπίτια, δίχως χωράφια, ἀγρίμια ἄκαρδα, ποὺ τἆχε κάψει ἡ ἄπονη φύση μὲ τὸ κρύο, μὲ τὴν πείνα καὶ μὲ τὸν πόλεμο. Σὰν τοὺς λύκους, ποὺ λυσσᾶνε σὰν πέση, πολὺ χιόνι στὰ βουνὰ καὶ τρῶνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἔτσι πλανιόντανε αὐτὰ τὰ πλάσματα, ὥς που φτάξανε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, ποὺ ζούσανε ἀρχαῖες φυλές, ἀνθρῶποι ποὔχανε σπίτια θεμελιωμένα ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, ποὔχανε καὶ καράβια καὶ κουβαλούσανε ἀπὸ μακρυὰ κάθε τί, ποὖνε γιὰ τὴν καλοπέραση τ᾿ ἀνθρώπου. Τὸ πειὸ μεγάλο κάστρο, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἤτανε χτισμένο ἀπάνω στὴν ἀκρογιαλιά, ἀνάμεσά σε δυὸ στεριές, γιομάτο σπίτια, μαγαζιά, ἐκκλησιές, παλάτια, συντριβάνια, ὅλα ἀπὸ πέτρα καὶ μάρμαρο. Οἱ ἀνθρῶποι ἤτανε ντυμένοι μὲ ροῦχα ἀκριβά, γράφανε καὶ διαβάζανε ἀπάνω στὸ χαρτί, ξέρανε πράγματα λογῆς-λογῆς, τέχνες καὶ ζαναάτια (ἐπαγγέλματα) πολλά. Εἴχανε πλῆθος ἀγάλματα στεριωμένα ἀπάνω σε κολῶνες ἀπὸ χρωματιστὰ μάρμαρα, εἰκόνες ζωγραφισμένες ἀπάνω σε σανίδια μὲ μπογιὲς καὶ μὲ χρυσάφι, καμπάνες κρεμασμένες στὰ καμπαναριά, πράγματα ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἀπορούσανε μὲ τί τρόπο τὰ φτιάνανε. Ἄλογα τρέχανε χλιμιντρίζοντας μέσα στὰ μεϊντάνια, κ᾿ οἱ ἄνθρωποι περπατούσανε ἀπάνω σε δρόμους ποὺ ἤτανε στρωμένοι μὲ πελεκητὲς πέτρες. Τί κάστρο ἤτανε τοῦτο, γιομάτο ἀπὸ θαυμαστὰ πράγματα, ποὺ μηδὲ ὁ Προφήτης δὲν τἆχε στὸν Παράδεισο!
Δίχως νὰ χάσουνε καιρὸ τὸ ζώσανε, ὁ σουλτὰν Μεμέτης σὰ φίδι τὸ περιτύλιξε. Τοῦτοι ποὔχανε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀσία ἤτανε σὰ λιονταρόπουλα ἀδάμαστα· εἴχανε κότσα γερά, τὸ αἷμα τους ἔβραζε σὰ μοῦστος. Μὰ οἱ ἄλλοι ποὺ ἤτανε σφαλισμένοι μέσα στὸ σαραβαλιασμένο κάστρο, ἤτανε ράτσες γερασμένες, κουρασμένες ἀπ᾿ τὰ πάθια, ἀπ᾿ τὰ βιβλία κι᾿ ἀπὸ τὴν προσευχή, περήφανοι γιὰ τὸ σόϊ τους, θλιμμένοι γιὰ τὸ κατάντημά τους. Ὁ σουλτάνος ἔδερνε μὲ τὸ καμουτσὶ τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς μαχαίρωνε, τσάκιζε τὸ κεφάλι τους μὲ τὸ χρυσὸ τοπούζι ποὺ βαστοῦσε στὸ χέρι του. Μὰ ὁ βασιλέας, ποὺ ἤτανε σφαλισμένος μέσα στὸ κάστρο, μιλοῦσε στοὺς δικούς του σὰ Χριστὸς μὲ τ᾿ ἀγκάθινο στεφάνι ὁποὺ τὦχε γιὰ κορῶνα βασιλική. Δὲ διάταξε τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς παρακαλοῦσε μὲ τὴ θλιμμένη, φωνή του, μὲ τὰ μάτια του, ποὺ ἤτανε μελανιασμένα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια.
Οἱ Τοῦρκοι ἤτανε ὡς τετρακόσιες χιλιάδες· ἀπ᾿ αὐτοὺς οἱ ἑκατὸ ἤτανε καβαλλαραῖοι. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ σηκώνανε ἅρματα, μαζευόντανε ὅλοι ὅλοι ἑφτὰ χιλιάδες, Ἕλληνες, Βενετσάνοι καὶ Γενοβέζοι.
Ἡ πολιορκία ἄρχισε στὶς 5 Ἀπριλίου. Ὁ σουλτάνος ἔστησε τὴν τέντα του κοντὰ στὴν Καστρόπορτα Καλιγαρία καὶ κούρντισε ἀπάνω της τὸ μεγάλο κανόνι τοῦ Οὐρμπάν. Ὑστερώτερα ὅμως τὸ κουβάλησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ. Γιὰ νὰ τὸ γιομίσουνε χρειαζόντανε δυὸ ὧρες σωστές, καὶ γιὰ τοῦτο βαροῦσε μονάχα ἑφτὰ φορὲς τὴ μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια τὸ τραβούσανε, γιὰ νὰ τὸ φέρουνε ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη, καὶ γιὰ νὰ περάσουνε δυὸ μερῶν δρόμο κάνανε δυὸ μῆνες. Τετρακόσοι γενιτσάροι τὸ βαστούσανε γιὰ νὰ μὴ γύρῃ, διακόσοι ἀπὸ κάθε μεριά. Ὁ σουλτάνος κράτησε γύρω στὴν τέντα του δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους. Τὸ βουνὸ ποὖνε ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ Γαλατᾶ, τὤπιασε ὁ Ζαγανὸ πασᾶς. Ναύαρχος ἤτανε ὁ Μπαλτάογλους, κ᾿ εἶχε στὸν ὁρισμό του καμμιὰ τετρακοσαριὰ καράβια, τὰ πειὸ πολλὰ μαοῦνες καὶ μικρὰ μπριγκαντίνια.
Τὰ καράβια πάλι, ποὔχανε οἱ Χριστιανοί, ἤτανε τρία γενοβέζικα, ἕνα γαλλικό, ἕνα σπανιόλικο, τρία κρητικὰ καὶ τρεῖς μεγάλες Βενετσάνικες γαλέρες.
Ἴσαμε τὶς 18 οἱ Τοῦρκοι βαρούσανε μὲ τὸ κανόνι καὶ κάνανε ψευτοπόλεμο. Οἱ γενιτσάροι χυμίζανε σὰν ζῶα χωρὶς νὰ λογαριάζουνε τὴ ζωή τους, κι᾿ ἅμα σκοτωνότανε κανένας, πηγαίνανε οἱ ἄλλοι καὶ τὸν παίρνανε στὸν ὦμο τους. Κι᾿ ἂν σκοτωνόντανε ἢ λαβωνόντανε καὶ τοῦτοι, τρέχανε πάλι ἄλλοι Τοῦρκοι καὶ τοὺς παίρνανε. Μποροῦσε νὰ σκοτωθοῦνε δέκα, παρὰ ν᾿ ἀφήσουνε ἕναν σκοτωμένον.
Ἐξὸν ἀπ᾿ τὸ μεγάλο κανόνι, οἱ Τοῦρκοι εἴχανε κι᾿ ἀλλὰ πολλὰ μικρότερα, καὶ πλῆθος μηχανές, βαλίστρες λεγόμενες, ποὺ σφεντονίξανε βροχὴ ἀπὸ πέτρες κι᾿ ἀπὸ σαΐτες.
Στὶς 18 ἕνα κοπάδι Τοῦρκοι χύθηκε καταπάνω στὸ κάστρο μὲ τόση βουὴ καὶ τέτοιο οὔρλιασμα, π᾿ ἀκουγότανε ἴσαμε τὴν ἀνατολή, δώδεκα μίλια μακρυὰ ἀπ᾿ τὸ στρατόπεδο. Μὰ δὲ μπορέσανε νὰ κάνουνε τίποτα. Σκοτωθήκανε μονάχα διακόσιοι Τοῦρκοι. Κάνανε καὶ μιὰ μεγάλη τέντα ἀπὸ τομάρια ἄσπρα καὶ κόκκινα, καὶ φυλαγμένοι ἀπὸ τούτη τὴ σκεπή, σιμώσανε στὸ κάστρο κι᾿ ἀνοίξανε λαγούμια μέσα στὴ γῆ καὶ φτάξανε ἀπὸ κάτω ἀπ᾿ τὰ σπίτια. Μὰ οἱ Γραικοὶ ἀνοίξανε ἄλλες τρύπες καὶ διώξανε αὐτοὺς τοὺς τυφλοπόντικους. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες οἱ Τοῦρκοι σκαρώσανε πάλι μιὰ μεγάλη καὶ φοβερὴ μηχανή, ποὺ τὴν εἴπανε οἱ παλιοὶ Ἑλέπολι. Ἀπ᾿ ὄξω κι᾿ ἀπὸ μέσα τὴν εἴχανε καπλαντισμένη μὲ τρία ἀπανωτὰ βοδοτόμαρα, κι᾿ ἁπάν᾿ ἀπάνω εἶχε πύργους κλεισμένους πάλι μὲ τομάρια γιὰ νὰ φυλάγωνται οἱ πολεμιστές, κ᾿ ἕνα σωρὸ ρόδες γιὰ νὰ τὴν κυλᾶνε. Σὰν τὴν εἴδανε, ἄξαφνα τὸ πρωὶ οἱ Ἕλληνες, εἰδοποιήσανε τὸ βασιλιὰ καὶ πῆγε μὲ τὴν ἀκολουθία του νὰ δοῦνε αὐτὴ τὴν παράξενη μηχανή. Κι᾿ ἅμα τὴν εἴδανε, ἀπομείνανε σὰν πεθαμένοι. Οἱ Τοῦρκοι τὴ γεμίσανε μὲ ξύλα καὶ μὲ χώματα κι᾿ ἀφοῦ τὴν κολλήσανε κοντὰ στὸ κάστρο, πασχίσανε νὰ βουλώσουνε τὸ χαντάκι, ποὺ βρισκότανε ὁλοτρόγυρα στὸ φρούριο καὶ νὰ κατεβάσουνε ἁπάν· ἀπὸ τοὺς πύργους κάτι γιοφύρια ποὔχανε ἕτοιμα καὶ νὰ τὰ ρίξουνε ἀπάνω στὸ φρύδι τοῦ κάστρου. Μὰ οἱ Χριστιανοὶ πολεμήσανε μὲ παλληκαριὰ καὶ γκρεμνίξανε τοὺς Τούρκους μέσα στὸ χαντάκι. Τὶς τρύπες, ὁποὺ ἀνοίγανε οἱ μπάλλες πὤριχνε τὸ μεγάλο κανόνι, κάτι κοτρῶνες φοβερὲς ἀπὸ μάρμαρο τῆς Μαύρης Θάλασσας στρογγυλεμένες μὲ τὸ καλέμι, τὶς βουλώνανε γρήγορα μὲ ξύλα καὶ μὲ βαρέλια γιομάτα χῶμα. Σὲ τούτη τὴ δουλειὰ δουλεύανε γυναῖκες, παιδιά, παπάδες καὶ δεσποτάδες ἀκόμα. Καταφέρανε μάλιστα νὰ κάψουνε καὶ τὴ μεγάλη μηχανὴ κι᾿ ἄλλες πειὸ μικρές. Ὁ σουλτὰν Μεμέτης, σὰν τὴν εἶδε νὰ καίγεται, ὠρκίσθηκε πὼς κ᾿ οἱ τριανταεφτὰ χιλιάδες προφῆτες νὰ τοῦ τὸ λέγανε, πάλι ποτὲ δὲν θὰ τὸ πίστευε.
Οἱ δυστυχισμένοι οἱ Χριστιανοὶ πήρανε λιγάκι ἀπάνω τους, ποὖχε κόψει τὸ αἷμα τους. Μέρα νύχτα ἀκούγανε κεῖνο τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀνθρωπομάζωμα νὰ οὐρλιάζῃ κάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ τειχιά. Καὶ τοῦτα δὰ ἤτανε τόσο σαραβαλιασμένα, ποὺ πολλὲς φορὲς γκρεμνιζόντανε μονάχα ἀπὸ τὸ βρόντο τοῦ κανονιοῦ. Νύχτες ὁλάκερες δὲ σφαλίξανε μάτι. Ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιὰ ὡς τοὺς γέρους ὅλοι δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα καὶ πέτρες. Κ᾿ οἱ καλογέροι εἴχανε ζωσθῆ τ᾿ ἅρματα καὶ βαστούσανε ἕνα κομμάτι τοῦ κάστρου. Στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ ἔστεκε ὁ βασιληᾶς, ἔχοντας κοντά του τὸ γενοβέζο Γιουστινιάνη, τὸν ἀρχιστράτηγο, καὶ τὸν δὸν Φραγκίσκο ἀπ᾿ τὸ Τολέδο, μαζὶ μὲ πεντακόσους διαλεχτοὺς γενοβέζους. Τὴν πόρτα, τὴ λεγόμενη Μυρίανδρο, τὴ βαστούσανε δυὸ ἀδέρφια ἀντρειωμένα, ὁ Παῦλος κι᾿ ὁ Ἀντώνης Μπογιάρδοι. Τὴν πόρτα τῆς Καλιγαρίας τὴ διαφεντεύανε ὁ Θόδωρος ἀπὸ τὴν Κάρυστο κι ὁ Γιάννης Γερμανός, ὁ ἕνας πρῶτος στὸ δοξάρι κι᾿ ὁ ἄλλος στ᾿ ἀρκεμπούζι. Στὴν Ξυλοπόρτα καὶ στὸν Πύργο τοῦ Ἀνεμᾶ στεκότανε ὁ γενοβέζος καπιτάνιος Ἀεονάρδος Ἀαγκάσκος. Στὴν κόρδα τοῦ κάστρου, ποὺ κύτταζε κατὰ τὸ λιμάνι, ἤτανε ὁ ναύαρχος Νοταρᾶς. Ὁ καπιτὰν Γαβριὴλ Τρεβιζάνος εἶχε ἀραδιασμένα τὰ καράβια του ἀπὸ τὴν κόχη τοῦ κάστρου ἴσαμε τὸ φάρο κι᾿ ὁ Ἀνδρέας Ντῖνος φύλαγε μὲ τὰ δικά του τὸ μπάσιμο τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ σπανιόλος Πέτρος Τζουλιάνος βαστοῦσε τὸ μέρος ποὖνε ἀπ᾿ τὸ παλάτι τοῦ Βουκολέοντα ὡς τὸ Κοντοσκάλι. Ἤτανε κι᾿ ἄλλοι πολεμάρχοι σ᾿ ἄλλες μεριές.
Θέλω νὰ συντομέψω τὰ καθέκαστα, μὰ δὲν ξέρω τί νὰ πῶ καὶ τί ν᾿ ἀφήσω. Κατὰ τὴ στεριὰ νὰ κυττάξω, γιὰ κατὰ τὴ θάλασσα;
Στὶς 20 τοῦ Μαγιοῦ, τ᾿ ἀπόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικὰ καράβια γιὰ νὰ δώσουνε βοήθεια. Ἐρχόντανε πρύμα, μὰ σὰ φτάξανε κοντὰ στὴν Πόλη, ἔπεσε μὲ μιᾶς ὁ ἀγέρας καὶ καρφωθήκανε στὸν τόπο. Ὁ σουλτάνος σὰν εἶδε πῶς τὸν βοηθοῦσε ὁ προφήτης, πρόσταξε εὐθύς τα καράβια του νὰ κινήσουνε καταπάνω τους. Τὰ τούρκικα χυμίξανε μὲ τούμπανα καὶ μ᾿ ἀλαλαγμὸ φοβερόν, κ᾿ ἔπιασε πόλεμος, ποὺ φοβηθήκανε ὡς καὶ τὰ ξύλα τ᾿ ἄψυχα. Τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ τέσσερα χριστιανικὰ καράβια πάλευε ἄλλο μὲ πέντε, ἄλλο μὲ τριάντα κι᾿ ἄλλο μὲ σαράντα τούρκικα. Ἡ θάλασσα ἔπηξε, πὤλεγες πὼς ἤτανε νησὶ δασωμένο ἀπὸ κατάρτια. Τρεῖς ὧρες ἤτανε κολλημένα, δίχως νὰ μπορέσουνε οἱ Τοῦρκοι νὰ τὰ πατήσουνε. Ἀπάνω στὰ τέσσερα καράβια ἔπεφτε βροχὴ ἀπὸ σαγίτες, βροχὴ ἀπὸ φωτιά, ποὺ σφεντονίξανε οἱ ζαροβοτάνες. Οἱ τσάγκρες ἀμολούσανε στουπιὰ ἀναμμένα, δεμένα ἀπάνω σε σαγίτες. Βουτηχτὲς βουτούσανε ἀποκάτω ἀπ᾿ τὶς καρίνες καὶ πολεμούσανε νὰ τὰ τρυπήσουνε. Οἱ Χριστιανοὶ πάλι ἀδειάξανε ἀπάνω στοὺς Τούρκους λεβέτια μὲ κατράμι καὶ λυωμένο ξύγκι. Ὁ καπιτὰν Φλικτανέλος κ᾿ οἱ τρεῖς ἀντρειωμένοι σύντροφοί του ἀπὸ τἄλλα τρία καράβια, ὁ Κατανέος, ὁ Νοβάρας κι᾿ ὁ Βαλονάρης, πολεμούσανε σὰν λιοντάρια. Ἡ θάλασσα εἶχε γιομίσει ἀπ᾿ τὰ κοντάρια κι᾿ ἀπ᾿ τὶς σαγίτες καὶ τὰ τούρκικα δὲ μπορούσανε νὰ κουνηθοῦνε. Πολλὰ ἀπὸ δαῦτα τρακάρανε καὶ βουλιάξανε, ἀλλὰ πάλι λαμπαδίσανε καὶ γινήκανε στάχτη. Ὁ κόσμος εἶχε μαζευτῆ καὶ κύτταζε ἁπάν᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο. Ὁ σουλτάνος ἄφριζε, φώναξε, σὰ νἆχε χάσει τὸ λογικό του. Στὸ τέλος, σὰν εἶδε πῶς θὰ ξεφεύγανε οἱ Χριστιανοί, καβαλλίκεψε τάλογό του, τὸ σπιρούνισε καὶ χύμιξε μέσα στὴ θάλασσα, τραβώντας κατὰ τὰ καράβια, κι᾿ ἀπὸ πίσω του πέσανε στὸ νερὸ οἱ πασάδες του. Οἱ ναῦτες, ποὺ δὲν ἤτανε μακρύτερα ἀπὸ μιὰ πετριά, βλέποντας τὸν ἀφέντη τους νὰ πέφτη στὸ νερό, ὡρμήσανε μὲ περισσότερη μανία στὴ φωτιά, μὰ ἀδιαφόρετα. Σὲ μιὰ στιγμὴ φύσηξε λίγος ἀγέρας καὶ τὰ τέσσερα καράβια περάσανε ἀνάμεσα στὰ τούρκικα, μπήκανε στὸ λιμάνι καὶ τὸ κλείσανε μὲ τὴν ἁλυσίδα. Μέσα σὲ τρεῖς ὧρες σκοτωθήκανε ἀπάνω ἀπὸ δώδεκα χιλιάδες, ὅπως λέγει ὁ Φραντζῆς, πρᾶγμα ἀπίστευτο.
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ σουλτάνος εἶπε νὰ φέρουνε μπροστά του τὸ Μπαλτάογλου, τὸ ναύαρχο, κι᾿ ἀφοῦ τὸν ἔβρισε, ὥρμησε νὰ κόψῃ τὸ κεφάλι του μὲ τὸ σπαθί του, μὰ κεῖνος ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοὖπε: «Ἀφέντη μου, κύτταξε μὲ τὰ μάτια σου πὼς μονάχα στὸ καράβι μου ἀπάνω σκοτωθήκανε ἑκατὸ δεκαπέντε δοῦλοι τοῦ Προφήτη, κ ἐγὼ δὲ ξεκόλλησα μηδὲ στιγμὴ ἀπὸ τὴν πρύμη τ᾿ ἄπιαστου καραβιοῦ. Βουλιάξανε καὶ καήκανε τόσα καράβια καὶ τόσος κόσμος σκοτώθηκε, ποὺ φαίνεται πὼς ἤτανε θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ ξεφύγουνε οἱ γκιαούρηδες. «Ὥστε, σὲ παρακαλῶ, πάψε τὸ θυμό σου καὶ συγχώρησέ με.» Ὁ Μεμέτης δὲν τὸν σκότωσε, μὰ τὸν ἔδειρε ἀλύπητα μὲ τὸ καμουτσί του ποὖχε χρυσὸ πόμολο καὶ τὸ βαστοῦσε πάντα στὸ χέρι του.
Ποῦ νὰ ξιστορήσῃ κανένας, ἀκόμα καὶ μὲ δυὸ λόγια, τὸ πῶς πέρασε ὁ σουλτάνος τὰ καράβια τοῦ μέσα στὸ λιμάνι, κυλώντας τα ἀπάνω στὴ στεριά, ποὺ τὴν ἄλειψε μὲ ξύγκι, τὸ πῶς ὁ Γιουστινιάνης θέλησε νὰ κάψῃ τὴ νύχτα τὴν τούρκικη ἁρμάδα, μὰ οἱ Τοῦρκοι γκρεμνίσανε ἕνα κανόνι ἁπάν᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο καὶ βουλιάξανε τὸ πυρπολικό, ἐπειδὴς ἤτανε προδομένο τὸ σχέδιο τῶν Χριστιανῶν. Σὰν ξημέρωσε σφάξανε μπροστὰ στὰ μάτια τῶν Ἑλλήνων κάτ᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο, τὰ παλληκάρια ποὔχανε πιασμένα. Μιὰν ἄλλη μέρα οἱ Ρωμιοὶ θελήσανε νὰ κάψουνε τὸ γεφύρι, ποὔχανε ρίξει οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὸ λιμάνι. Προφτάξανε καὶ κάψανε μονάχα ἕνα καράβι τούρκικο, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι βουλιάξανε μὲ τὶς πέτρες τὰ ἑλληνικὰ καΐκια. Τὴν ἄλλη μέρα πάλι σφάξανε ὅσους πιάσανε ἀπὸ βραδύς. Τότε κ᾿ οἱ Ἕλληνες σκοτώσανε ἀπάνω στὸ κάστρο καμμιὰ διακοσαριὰ Τούρκους, ποὔχανε πιασμένους.
Στὶς ἑφτὰ βδομάδες, ἔστειλε ὁ σουλτάνος τὸ γαμπρό του Ἰσφεντιάρογλου στὸ βασιλιὰ Κωνσταντῖνο νὰ τοῦ πῇ νὰ πάψουνε τὸν πόλεμο καὶ νὰ τοῦ παραδώσῃ τὴν Πόλη γιὰ νὰ μὴ χυθῇ ἄλλο αἷμα καὶ γιὰ νὰ μὴ σκλαβωθοῦνε τόσος λαός. Καὶ πῶς τὸν ἄφηνε νὰ πάρῃ μαζί του ὅ,τι ἤθελε καὶ νὰ πάγῃ νὰ βασιλέψῃ στὸ Μοριᾶ, δίχως νὰ τὸν πειράξῃ κανένας. Ὁ Παλαιολόγος ὅμως δὲν τὸ παραδέχτηκε κι᾿ ἀποφάσισε νὰ σκοτωθῇ. «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ᾿ ἐμόν ἐστι, οὔτ᾿ ἄλλων τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.»
Τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης
Ὁ σουλτᾶνος, σὰν γυρίσανε οἱ ἀπεσταλμένοι του καὶ τοῦ πήγανε τὴν ἀπόκριση τοῦ Παλαιολόγου, πὼς δὲν παραδίνει τὴν Πόλη, ἀποφάσισε μὲ κάθε τρόπο νὰ τὴν πατήσῃ.
Στὶς 24 Μαγιοῦ πρόσταξε τοὺς τελάληδες καὶ διαλαλήσανε στὸ στρατόπεδο πὼς στὶς 29 θὰ γινότανε τὸ μεγάλο γιουρούσι (ἔφοδος) ἀπὸ στεριὰ κι᾿ ἀπὸ θάλασσα.
Στὶς 26 καὶ στὶς 27 τὴ νύχτα, οἱ Τοῦρκοι ἀνάψανε τόσες φωτιὲς καὶ τόσα φανάρια, καὶ τέτοιες ἀγριοφωνὲς καὶ βουητὸ ἔβγαιναν ἀπ᾿ τὸ στρατόπεδό τους, ποὺ οἱ χριστιανοὶ νομίσανε πὼς φτάξανε πιὰ τὰ συντέλειά τους.
Τὴ Δευτέρα, στὶς 28 Μαγιοῦ, ὁ σουλτᾶνος εἶπε καὶ διαλαλήσανε νὰ τοιμασθοῦνε οἱ στρατιῶτες γιὰ τὸν μεγάλο πόλεμο, νὰ λουστοῦνε ἑφτὰ φορὲς καὶ νὰ νηστέψουνε. Τοὺς ἔβγαλε κ᾿ ἕναν λόγο καὶ τοὺς εἶπε πῶς σὰν πάρουνε τὴν Πόλη θὰ τοὺς τὴν ἀφήσῃ τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες, καὶ πῶς θὲ νἆνε δικά τους ὅ,τι βροῦνε μέσα, χρυσάφι, ἀσήμι, φορέματα, ἄντρες, παιδιὰ καὶ γυναῖκες· καὶ πὼς ὅσοι εἶνε γιὰ νὰ σκοτωθοῦνε, καθὼς γίνεται πάντα στὸν πόλεμο, αὐτοὶ δὲ μποροῦνε νὰ ξεφύγουνε, γιατὶ εἶνε γραμμένο ἀπὸ πρὶν ἀπάνω στὸ κούτελό τους, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης· καὶ πὼς θὰ πᾶνε στὸν Παράδεισο νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουνε παντοτεινὰ μαζὶ μὲ τὸν Προφήτη, καὶ νὰ κοιμοῦνται μὲ τὶς πειὸ ὄμορφες γυναῖκες. Οἱ Τοῦρκοι ἐνθουσιαστήκανε ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ βάλανε κάτι φωνές, ποὺ πολλὲς γυναῖκες ἀποβάλανε.
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ εἴχανε στὸ στρατόπεδό τους μεγάλο σῦρε-φέρε. Οἱ ντελάληδες τριγυρίζανε μὲ τούμπανα καὶ μὲ ζουρνάδες καὶ λέγανε: «Γειά σας, παιδιὰ τοῦ Προφήτη, αὔριο θὰ πιάσουμε τόσους χριστιανούς, ποὺ θὰ πουλᾶμε δυὸ γιὰ ἕναν παρᾶ καὶ θὰ κάνουμε τὰ γένεια τους σκοινιὰ γιὰ νὰ δέσουμε τοὺς σκύλους μας. Τὶς γυναῖκες τους καὶ τὶς κόρες τους θὰ τὶς ἀτιμάσουμε!» Ὅλη κείνη τὴν ἡμέρα τὰ κανόνια δουλέψανε ἀκατάπαυτα, μὰ οἱ χριστιανοὶ καταφέρνανε καὶ βουλώνανε τὰ γκρεμισμένα τειχιὰ μὲ πέτρες καὶ μὲ χῶμα ἢ τὰ χτίζανε κιόλας. Πρὸς τὸ βράδυ οἱ Τοῦρκοι μεθύσανε καὶ κάνανε σὰν τρελλοί. Ἀνάψανε μεγάλες φωτιὲς στὴ στεριὰ κι᾿ ἀμέτρητα φανάρια στὰ καράβια, κ᾿ ἡ ἀναλαμπὴ ἔπεφτε ἴσαμε πέρα ἀπάνω στὴ στεριὰ τῆς Ἀνατολῆς. Ζουρνάδες καὶ τουμπελέκια χαλούσανε τὸν κόσμο, ντερβισάδες χορεύανε, πὤλεγες πὼς ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ βγήκανε οἱ δαιμόνοι.
Οἱ Χριστιανοὶ εἴχανε πέσει στὴν προσευχή. Μέρα νύχτα οἱ ἐκκλησιὲς ἤτανε γεμάτες κόσμο, τὸ πειὸ πολὺ γυναῖκες, κοπέλλες καὶ γρηὲς ἀλαλιασμένες, ποὺ λέγανε πῶς ἤτανε διάβολοι μεταμορφωμένοι οἱ ἄγριοι αὐτοὶ ἀνθρῶποι ποὺ διψούσανε τὸ αἷμα τους. Ὁ κόσμος πίστευε πειὰ πὼς ἔφταξε ἡ μέρα ποὺ θὰ κουρσεύανε οἱ Τοῦρκοι τὴν Πόλη, καὶ νὰ γίνουνε ὅσα προφήτεψε ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, ποὺ τὸν βλέπανε στ᾿ ἄγαλμα καβαλλάρη κοντὰ στὴν Ἅγια-Σοφιὰ κ᾿ ἔδειχνε μὲ τὸ χέρι κατὰ τὴν Ἀνατολή, σημεῖο πῶς ἀπὸ κεῖ θἄρθῃ ὁ Τοῦρκος ποὺ θὰ πάρῃ τὴν Πόλη. Κι᾿ ἄλλη προφητεία ἔλεγε πώς, σὰν βασιλέψῃ ἕνας βασιλιᾶς, ποὺ θὰ λένε Ἑλένη τὴ μητέρα του, στὶς μέρες του θὰ σκλαβωθῇ ἡ Πόλη. Κι ἄλλη τρίτη προφητεία πὤλεγε, πὼς ἅμα δείξῃ σημεῖο τὸ φεγγάρι στὸν οὐρανό, σὲ λίγες μέρες ἡ Πόλη θὰ χαλαστῇ. Λοιπὸν καὶ τὰ τρία αὐτὰ σημάδια εἴχανε ξεδιαλυθῆ. Γιατὶ καὶ τὸ βασιλέα τὸν λέγανε Κωνσταντῖνο κ᾿ εἶχε μητέρα Ἑλένη, μὰ καὶ τὸ φεγγάρι εἶχε δείξει σημεῖο. Στὶς 22 Μαγιοῦ, τὴν πρώτη ὥρα τῆς νύχτας, τὸ φεγγάρι, ἀντὶ νἄβγῃ στρογγυλό, βγῆκε σὰν δρεπάνι καὶ στάθηκε ἔτσι ἴσαμε τρεῖς ὧρες μέσα στὸν οὐρανό, ποὺ ἤτανε καθαρὸς σὰν κρούσταλλο. Ὕστερα λίγο λίγο γιόμισε ὁ γύρος του καὶ στὶς ἕξη ὧρες τῆς νύχτας εἶχε γίνει ὁλοστρόγγυλο. Αὐτὸ τὸ σημεῖο εἰδοποίησε τὸν Παλαιολόγο, πὼς ἤγγικε τὸ τέλος τῆς βασιλείας του. Οἱ Χριστιανοί, σὰν τὤδανε, κόπηκε τὸ αἷμα τους.
Ὁ βασιλιᾶς πρόσταξε νὰ κάνουνε λιτανεία καὶ βγάλανε τὶς εἰκόνες καὶ μπροστὰ πηγαίνανε οἱ δεσποτάδες, οἱ παπάδες κ οἱ καλογέροι κι ἀπὸ πίσω ὅσος κόσμος δὲν ἤτανε στὶς πόστες, κι᾿ ὅλοι λέγανε «Κύριε ἐλέησον!»
Τὴ Δευτέρα τὸ βράδυ συναχτήκανε οἱ πολεμάρχοι, οἱ στρατιῶτες κι᾿ ὅλος ὁ λαὸς καὶ τοὺς μίλησε ὁ βασιλιὰς νὰ μὴ χάσουνε τὴν ἐλπίδα τους στὸ Θεὸ καὶ στὴν Παναγιά. Τὰ λόγια του μᾶς τὰ κράτησε ὁ φίλος του ὁ Φραντζῆς, κ᾿ εἶνε σὰν συναξάρι: «Ὑμεῖς, εὐγενέστατοι ἄρχοντες κ᾿ ἐκλαμπρότατοι Δήμαρχοι καὶ γενναιότατοι συστρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός. Εἰξεύρετε, ὅτι ἐφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν θέλει στενοχωρήσει ἡμᾶς μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς, (... Ἔχω παραλείψει ἀνάμεσα ...) ὅπως, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις ἐκχύσῃ τὸ φαρμάκιον καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, στῆτε ἀνδρείως. Ἰδού, σᾶς παραδίδω τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην Πόλιν, τὴν πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων! Αὐτὸς ὁ ἀλιτήριος Ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφοῦ, ἐλθών, μᾶς ἠπείλησε. Τώρα δέ, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσετε. Ἡμεῖς γὰρ πᾶσαν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν ἀνεθέμεθα, ἐκεῖνοι δὲ εἰς τὰ ὅπλα. Διό, συστρατιῶται, γίνεσθε ἕτοιμοι καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμήθητε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ἐλέφαντας, οἵτινες τοσοῦτον πλῆθος ἵππων Ρωμαίων διὰ μόνης της θέας καὶ τῆς φωνῆς αὐτῶν ἐξεδίωξαν. Ἐὰν δὲ τὰ ἄλογα ζῶα ἐδίωξαν τοὺς ἐχθρούς, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα κύριοι τῶν ἀλόγων ζώων καὶ ἀγωνιζόμεθα πρὸς χείρονας καὶ αὐτῶν τῶν ἄλογων ζώων. Αἱ ρομφαῖαί σας καὶ τὰ τόξα σας καὶ τὰ ἀκόντια ἂς ριφθῶσι κατ᾿ αὐτῶν, οὐχὶ ὡς κατ᾿ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ὡς κατ᾿ ἀγρίων χοίρων, διὰ νὰ γνωρίσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι μάχονται πρὸς τοὺς κυρίους καὶ αὐθέντας αὐτῶν, πρὸς τοὺς ἀπογόνους τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρωμαίων.»
Πολὺ μεγάλο παράπονο ἔχουν τὰ λόγια, ποὺ λέγει γιὰ τὴν Παναγιὰ καὶ γιὰ τὴν Πόλη, τὴν ἀγαπημένη της πολιτεία. Θαρρεῖς πῶς μοιρολογᾷ τὴν κόρη του: «Τὸ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν· ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ χαρὰ πάντων των Ἑλλήνων· τὸ καύχημα πάντων ὅσοι ζῶσιν ὑπὸ τὴν ἡλίου Ἀνατολήν. Ζητεῖ δὲ (ὁ Ἀμηρᾶς) πῶς νὰ εὕρῃ καιρὸν νὰ ἀφανίσῃ ὡς ρόδον τοῦ ἀγροῦ τὴν ποτὲ περιφανῆ καὶ ἀνθίζουσαν ταύτην τῶν πόλεων βασιλεύουσαν.»
Ὕστερα γυρίζει καὶ λέγει στοὺς Βενετσάνους, ποὺ στεκόντανε στὰ δεξιά του: «Ἐνετοὶ εὐγενεῖς, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ἐν Χριστῷ, ἄνδρες ἰσχυροί! Τὴν σήμερον παρακαλῶ νὰ ὑπερασπισθῆτε μεθ᾿ ὅλης της ψυχῆς σας τὴν πόλιν ταύτην, γνωρίζοντες, ὅτι δευτέραν πατρίδα καὶ μητέρα ἔχετε αἰωνίως.»
Στὸ τέλος γυρίζει καὶ λέγει σ ὅλο τὸ λαό: «Καιρὸν δὲν ἔχω νὰ σᾶς εἴπω περισσότερα. Ἰδοὺ τὸ τεταπεινωμένον μου τοῦτο σκῆπτρον εἰς τὰς χεῖρας πάντων ὑμῶν ἀνατίθημι. Φυλάξατέ το μετ᾿ εὐνοίας! Πολὺ δὲ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ δείξητε τὴν πρέπουσαν εὐπείθειαν...»
Ὁ βασιλιὰς ἔκλαιγε, ἔκλαιγε κι᾿ ὁ λαὸς καὶ φώναξε: «Ἂς πεθάνουμε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν πατρίδα μας!» Ἀγκαλιαζόντανε καὶ συγχωρνιόντανε. Ὕστερα τραβήξανε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Κόσμος, παλαβωμένος ἀπ᾿ τὸ φόβο, τὴν εἶχε γιομίσει κ᾿ οἱ καμάρες ἀντιλαλούσανε ἀπὸ τὸ θρῆνο. Οἱ γυναῖκες κλαίγανε σιγανά, τὰ παιδιὰ ξεφωνίζανε κι᾿ ὅλοι τρέμανε σὰν τὰ καλάμια. Ποιὰ καρδιὰ δὲ θὰ ράγιζε! «Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλον ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι.» Οἱ διάκοι λέγανε μπροστὰ στὴν Ἅγια Πόρτα τὰ Εἰρηνικά, μὰ ἡ ὀχλοβοὴ δὲν ἄφηνε ν᾿ ἀκουστῇ ἡ φωνή τους. Σὰν ἀρχίσανε οἱ ψαλτάδες, τὸ Κοινωνικὸ «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος, ἀλληλούϊα», ὁ βασιλιὰς τράβηξε κατὰ τὸ τέμπλο, ντυμένος μὲ τὰ τριμμένα ροῦχα του, δακρυσμένος, μαραζωμένος, μὲ γένεια καὶ μαλλιὰ ἀχτένιστα σὰν βαρυποινίτης, κ᾿ ἔπεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς μ᾿ ἀναστεναγμούς, μουρμουρίζοντας: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥς περ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε, καὶ τὴν ἐμὴν κατασχοῦσαι καρδίαν κατατιτρώσκουσι βέλει τῶν θλίψεων.» Καὶ σὰν ἐβγῆκε ὁ Πατριάρχης μὲ τὸ ποτήρι, πῆγε καὶ μετάλαβε κ᾿ ὕστερα γύρισε κατὰ τὸ λαὸ κ᾿ εἶπε: «Χριστιανοί, συγχωρῆστε τὶς ἁμαρτίες μου, κι᾿ ὁ Θεὸς ἂς συγχωρέσῃ τὶς δικές σας!» Κι᾿ ὁ κόσμος μὲ μιὰ φωνὴ φώναξε: «Συγχωρεμένος!» Μέσα στ᾿ Ἅγιο Βῆμα ὁ Πατριάρχης, σκυμμένος ἀπάνω στὰ τίμια δῶρα, μνημόνευε: «Μνήσθητι, Κύριε, τῆς πόλεως, ἐν ᾗ παροικοῦμεν, καὶ πάσης πόλεως καὶ χώρας, καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς. Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν μεμνημένων τῶν πενήτων, καὶ ἐπὶ πάντας ἡμᾶς τὰ ἐλέη σου ἑξαπόστειλον.»
Σὰν τελείωσε ἡ λειτουργία, ἤτανε νύχτα. Ὁ βασιλιὰς πῆγε στὸ παλάτι καὶ κάθησε λίγη ὥρα γιὰ νὰ συγχωρεθῇ μὲ τοὺς δικούς του καὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτες του. «Ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους, τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ;» Καὶ σὰν τοὺς ἀποχαιρέτισε, καβαλλίκεψε τ᾿ ἀλογό του μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του καὶ ἐπιθεώρησε τὸ κάστρο γιὰ νὰ δῇ ἂν εἶνε στὸν τόπο του ὁ καθένας. Ὅλοι βρισκόντανε στὶς πόστες τους, κ᾿ οἱ πόρτες ἤτανε καλὰ ἀμπαρωμένες. Φτάνοντας στὴν πόρτα Καλιγαρία, ἀνέβηκε μοναχὸς ἀπάνω στὸ κάστρο, ἔχοντας μαζί του τὸ Φραντζῆ, τὸν μπιστεμένο φίλο του, κι᾿ ἀκούσανε ἀπ᾿ ὄξω βουὴ καὶ φωνὲς πολλές, κ᾿ οἱ φύλακες τοὺς εἴπανε πῶς ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ νύχτωσε οἱ Τοῦρκοι ἔτσι βουΐζανε, γιατὶ κουβαλούσανε κοντὰ στὸ κάστρο τὶς μηχανὲς καὶ τὶς σκάλες. Τὴν ὥρα, ποὺ φώναξε πρώτη φορὰ ὁ κόκκορας, ἔφταξε ὁ βασιλιὰς στὴν πόρτα τοῦ Ἁγίου Ῥωμανοῦ.
Στὸ δεύτερο λάλημα τοῦ πετεινοῦ ἄρχισε ὁ πόλεμος. Οἱ Τοῦρκοι ξαμολυθήκανε ἀπὸ παντοῦ σὰν ἄγρια βουβάλια, βγάζοντας ἀφροὺς ἀπ᾿ τὰ στόματά τους. Τέτοιο οὔρλιασμα καὶ ποδοβολητὸ ἔβγαινε ἀπὸ κεῖνο τ᾿ ἀμέτρητο κοπάδι καὶ τόσο πατιρντὶ κάνανε τὰ τούμπανα, οἱ ζουρνάδες κ᾿ οἱ ντερβισάδες, π᾿ ἀντιλαλήσανε ὁλοτρόγυρα τὰ βουνά, σὰ νὰ γκρεμνιζόντανε. Τοῦτοι, ποὺ κάνανε τὸ πρῶτο ρεσάλτο, ἤτανε οἱ πειὸ πολλοὶ χριστιανοί, ποὺ δουλεύανε στὸ σουλτάνο μὲ τὸ στανιό, καὶ τοὺς ἔρριξε πρώτους στὴ φωτιά, γιὰ νὰ πάρουνε ὅλη τὴ μπόρα. Κουβαλούσανε σκάλες ἀναρίθμητες καὶ τὶς ἀκουμπούσανε στὸν τοῖχο, μὰ οἱ Ἕλληνες τοὺς γκρεμνίζανε καὶ ρίχνανε μεγάλες πέτρες ἀπὸ πάνω τους καὶ τοὺς σκοτώνανε. Τὸ χαντάκι γιόμισε σκοτωμένους καὶ λαβωμένους. Ὅσοι γλυτώνανε, θέλανε νὰ στρίψουνε πίσω, μὰ οἱ γενιτσάροι τοὺς λιανίζανε μὲ τὰ γιαταγάνια, ὅπου, βλέποντας πῶς κ᾿ ἔτσι κι ἀλλοιῶς θὰ πεθαίνανε, γυρίζανε καὶ πολεμούσανε. Στὸ μεταξὺ ἄρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ καὶ νὰ σβύνουνε τἄστρα ἕνα ἕνα.
Σὰν τσακισθήκανε τοῦτοι οἱ πρῶτοι, χυμήξανε ἄλλοι πειὸ λυσσασμένοι, σὰν τὰ πεινασμένα λιοντάρια ποὺ πέφτουνε ἀπάνω σε λάφια.
Κι᾿ αὐτοὶ στεριώσανε πλῆθος σκάλες κι᾿ ἀνεβαίνανε ἀπάνω μ᾿ ἀλαλαγμὸ πολύν. Μὰ πάλι οἱ χριστιανοὶ τοὺς γκρεμνίσανε καὶ μὲ τὶς σαγίτες καὶ μὲ τὰ μικρὰ κανόνια ποὔχανε, σκοτώσανε τόσους Τούρκους, ποὺ στοιβαστήκανε ὁ ἕνας ἀπὰ στὸν ἄλλον σὰν σακκιά. Δὲν προφτάξανε νὰ φχαριστήσουνε τὸ Θεὸ κ᾿ ἔπεσε ἀπάνω στὸ κάστρο τρίτο κοπάδι, τὸ πειὸ μανιασμένο μὲ φωνὲς φοβερὲς καὶ μὲ τούμπανα, κατὰ τὰ συνηθισμένα. Αὐτοὶ ἤτανε τ᾿ ἄνθος, οἱ διαλεχτοὶ τοῦ σουλτάνου, οἱ γενιτσάροι, οἱ σουμπασίδες καὶ τέλος οἱ πειὸ ἀντρειωμένοι Τοῦρκοι. Μ᾿ ὅλο ποὺ οἱ Ἕλληνες ἤτανε τσακισμένοι ἀπ᾿ τὴν κούραση, μπορέσανε καὶ βαστάξανε καὶ τούτη τὴ φορά. Κάψανε τὶς μηχανές, τσακίσανε τὶς ἀνεμόσκαλες, μ᾿ ἕναν λόγο τέτοιο φονικὸ κάνανε, ποὺ γιὰ μιὰ στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι δειλιάσανε καὶ λίγο ἔλειψε νὰ γυρίσουνε τὶς πλάτες. Μὰ ὁ σουλτὰν Μεμέτης ἔπεσε ὁ ἴδιος ἀπάνω τους μὲ τὸ γιαταγάνι στὸ χέρι, κι᾿ ἄλλους ἔσφαξε, ἄλλους πλήγωνε. Τὸ ἴδιο κάνανε κ᾿ οἱ ἀξιωματικοί του μὲ τὰ καμουτσιὰ καὶ μὲ μεγάλες φωνές, σὰ νὰ σαλαγούσανε κανένα κοπάδι καμῆλες. Οἱ ζεμπέκηδες βγάλανε πάλι μιὰ φωνὴ ἴσαμε τὸν οὐρανό, δίνοντας κουράγιο ὁ ἕνας στὸν ἄλλο κι᾿ ὡρμήσανε ἀπάνου στὸν τοῖχο. Οἱ πειὸ ἄφοβοι κ᾿ οἱ πειὸ δυνατοὶ ἀνεβαίνανε ὁ ἕνας ἀπάνω στοὺς ὥμους τ᾿ ἀλλουνοῦ κ᾿ ἔτσι κάνανε σκάλες καὶ φτάνανε ἴσαμε τὸ φρύδι τοῦ τοίχου, πὤξωνε τὸ μεγάλο κάστρο ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ποὺ ἤτανε χαμηλότερο. Κι᾿ ἅμα βρεθήκανε κάμποσοι ἀνεβασμένοι ἐκεῖ ἀπάνω, γίνηκε πόλεμος σκληρὸς καὶ σκοτωμὸς ἀλύπητος κι᾿ ἀπὸ τὶς δυὸ μεριές. Οἱ Ρωμιοὶ ἀρχίσανε νὰ παραδίνουνε. Τότε ὅμως ὁ Θεόφιλος Παλαιολόγος κι᾿ ὁ Δημήτρης Κατακουζηνὸς ὡρμήσανε καὶ γκρεμνίσανε τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς σκοτώσανε. Ὁ βασιλιᾶς ἔτρεξε πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος κ᾿ ἐπίασε καὶ φώναξε γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ καρδιά: «Ἀδέρφια μου, βαστᾶτε γερά, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Βλέπω πῶς οἱ ὀχτροὶ δειλιάζουνε καὶ διασκορπίζουνται, γιατὶ δὲν ἔρχουνται μὲ τάξη, ὅπως συνηθίζουνε!»
Τότες ἀρχίσανε νὰ χτυπᾶνε οἱ καμπάνες σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία. Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς ἔβγαινε ἀπὸ παντοῦ. Οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ εἴχανε γίνει σὰν κερένια ἀπὸ τὸ φόβο τους, ὅσο ἀκούγανε ἐκεῖνες τὶς φωνές, ποὺ δὲ βγαίνανε ἀπὸ λαρύγγια ἀνθρώπινα, μὰ ἀπὸ θηρία. Ἄντρες καὶ γυναῖκες ἤτανε γονατιστοὶ καὶ κλαίγανε καὶ παρακαλούσανε τὸ Θεὸ νὰ τοὺς λυπηθῇ.
Στὸ μεταξὺ οἱ Τοῦρκοι πολεμούσανε μὲ τὴν ἴδια καὶ περισσότερη μανία. Ὁ μεγάλος τράκος γινότανε κοντὰ στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ, ποὺ βρισκότανε ὁ Παλαιολόγος, καὶ ρίχνανε σαγίτες ἀμέτρητες σὰν τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ κάμποσες μπάλλες μὲ τὰ κανόνια. Τὸ μεγάλο κανόνι, ποὺ τὸ λένε χωνεία οἱ παλιοὶ ἱστορικοί, σφεντόνιζε κάθε τόσο κι᾿ ἀπὸ μιὰ κοτρώνα ποὖχε βάρος διακόσες λίτρες. Ὁ Βενετσάνος Νικολὸς Μπάρμπαρος λέγει πὼς οἱ μπάλλες κ᾿ οἱ πέτρες κ᾿ οἱ σαγίτες, ποὔχανε πέσει μέσα στὴ χαμηλὴ μάντρα τοῦ κάστρου, ἤτανε νὰ φορτώσης ἀπάνου ἀπὸ ὀγδόντα καμήλια, κ᾿ ὅσες εἴχανε πέσει μέσα στὸ χαντάκι ἤτανε γιὰ νὰ φορτώσης ἴσαμε εἴκοσι καμήλια. Μιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς μπάλλες ἄνοιξε μιὰ σκισμάδα στὴ μάντρα τοῦ χαμηλοῦ κάστρου καὶ σήκωσε τέτοιον καπνὸ καὶ τέτοιο χῶμα, ποὺ δὲ φαινότανε τίποτα. Οἱ Τοῦρκοι, βοηθούμενοι ἀπ᾿ τὸν καπνό, μπήκανε στὸ μικρὸ κάστρο ἴσαμε καμμιὰ τρακοσαριά, μὰ οἱ Χριστιανοὶ γλήγορα τοὺς διώξανε καὶ κόψανε τοὺς πειὸ πολλούς. Αὐτὸ δυνάμωσε γιὰ λίγο τὴν καρδιά τους. Μὰ σὲ λίγο ξαναμπήκανε πάλι οἱ Τοῦρκοι, καὶ τούτη τὴ φορὰ γιόμισε ὁ τόπος, ἁπάν᾿ ἀπὸ τριάντα χιλιάδες. Ἤτανε μεθυσμένοι ἀπ᾿ τὸ αἷμα, κι᾿ ἀνεβαίνανε ποδοπατώντας καὶ σπρώχνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σὰν ἀγριοκάτσικα. Βγάζανε τέτοια γαυγίσματα, πὤλεγες πῶς εἶνε ἡ κόλαση. Κι᾿ ἀφοῦ σκοτωθήκανε πολὺ πλῆθος, κρατήσανε τὸ μικρὸ τὸ κάστρο καὶ σὲ λίγο εἴχανε ἔμπει μέσα στὴν πρώτη μάντρα περισσότεροι ἀπὸ ἑβδομήντα χιλιάδες. Οἱ σκοτωμένοι κειτόντανε κουβάρες σὰν σακκιά.
Ἀπάνω σ᾿ αὐτὰ πληγώθηκε στὸ ποδάρι ὁ στρατηγὸς Γιουστινιάνης. Μὲ μιᾶς μαθεύτηκε τούτη ἡ δυστυχία ἀπὸ τὴν μιὰ ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη κι᾿ ὅλοι μαραθήκανε. Ὁ βασιλιᾶς ἔφταξε, καὶ βλέποντας τοὺς στρατιῶτες φοβισμένους καὶ τὸ Γιουστινιανὸ νἆνε σαστισμένος καὶ νὰ θέλῃ νὰ τραβηχτῇ ἀπ᾿ τὸ κάστρο, τοῦ λέγει: «Ἀδερφέ μου, τί κάνεις; γύρισε πίσω στὴν πόστα σου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· ἡ λαβωματιά σου δὲν εἶνε βαρειά. Ἀπάνω σε τούτη τὴ στιγμὴ μᾶς ἀφήνεις πὤχουμε περισσότερο τὴν ἀνάγκη σου; στὰ χέρια τὰ δικά σου κρέμεται ἡ Κωνσταντινούπολη!» Μὰ ὁ Γιουστινιανός, ποὺ στάθηκε πάντα παλληκάρι, εἶχε πάθει μεγάλη ταραχὴ κ᾿ ἔφυγε. Πέρασε στὸ Γαλατᾶ καὶ κεῖ πέρα πέθανε σὲ λίγες μέρες.
Οἱ Τοῦρκοι καταλάβανε πὼς κάτι ἔτρεχε στὸ μέρος τῶν Γραικῶν καὶ πήρανε τὰ μπρός. Τότες ἕνας γενίτσαρος φοβερός, Χασάνης Λουπαδίτης λεγόμενος, πήδηξε πρῶτος ἀπάνω στὸ μεγάλο κάστρο, βαστώντας μὲ τόνα χέρι τὸ σκουτάρι του (ἀσπίδα) ἀπάν᾿ ἀπὸ τὸ κεφάλι του κι᾿ ἀπὸ τἄλλο τὸ σπαθί του. Ἀπὸ πίσω του σκαλώσανε εὐθὺς καμμιὰ τριανταριὰ σύντροφοί του. Οἱ Χριστιανοὶ γκρεμνίσανε τοὺς μισοὺς κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ Χασάνης ἔπεσε χάμω, βαρεμένος ἀπὸ τὶς πέτρες, ποὺ ρίχνανε βροχὴ οἱ Γραικοί. Μ᾿ ὅλα ταῦτα πάλι ξανασηκώθηκε ἀπάνω στὸ γόνατό του καὶ πολέμαγε. Μὰ τοὔπεσε τὸ σκουτάρι κ᾿ εὐθὺς γιόμισε τὸ κορμί του ἀπὸ σαγίτες καὶ ξεψύχησε. Ὡς νὰ σκοτωθῆ αὐτός, εἴχανε ἀνεβῆ πολλοὶ Τοῦρκοι στὸ μεγάλο κάστρο. Μέσα στὴν ὀχλοβοὴ κάποιοι ἀπὸ δαύτους κατεβήκανε ἀπὸ μέσα καὶ βγάλανε τὶς ἀμπάρες. Τότες ἀκουστήκανε ἀπὸ παντοῦ φωνὲς φοβερές: «Ἡ Πόλη πατήθηκε!» Ὁ κόσμος ἔτρεχε στὴ θάλασσα νὰ γλυτώσῃ.
Κείνη τὴν ὥρα ἔβγαινε ὁ ἥλιος. Οἱ Τοῦρκοι μπαίνανε σὰν ποτάμι ἀφρισμένο ἀπὸ τὰ κάστρα κι᾿ ἀπὸ τὴν πόρτα. Οἱ Χριστιανοὶ ἀπελπισμένοι πέφτανε μὲ σφαλιχτὰ μάτια ἀπάνω τους, κ᾿ ἔγινε τέτοιος σκοτωμός, ποὺ τὸ αἷμα ἔτρεχε νὰ κολυμπήσῃ δαμάλι. Ὁ βασιλέας, παραμιλώντας ἀπ᾿ τὴν ἀπελπισιά του, χύμηξε στὴν πόρτα μὲ τὰ παλληκάρια του κ᾿ ἔπεσε μέσα στὸ πειὸ πηχτὸ τουρκομάνι, βαρώντας μὲ τὸ σπαθί του. Ὁ Δὸν Φραγκίσκος ὁ Τολεδάνος, πὤλαχε νἆνε στὸ δεξί του χέρι, ἔχασε τὸ σπαθί του καὶ χύθηκε καὶ ξέσκιζε τοὺς Τούρκους μὲ τὰ νύχια καὶ μὲ τὰ δόντια. Ὁ Θεόφιλος Παλαιολόγος, βλέποντας ματωμένο τὸ βασιλέα, ἔβαλε μιὰ φωνὴ κ᾿ ἔκραξε κλαίγοντας: «Θέλω ν᾿ ἀποθάνω κι᾿ ὄχι νὰ ζήσω!» Ὁ Γιάννης ὁ Δαλμάτης κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ ἐκεῖ βουλιάξανε καὶ χαθήκανε. Ὁ βασιλιὰς βλέποντας πὼς ἀπόμεινε μονάχος ζωντανός, φώναξε: «Δὲν ὑπάρχει Χριστιανὸς νὰ κόψῃ τὸ κεφάλι μου!» Τὴν ἴδια τὴν στιγμὴ τὸν βαρέσανε δυὸ Τοῦρκοι, ὁ ἕνας στὸ πρόσωπο κι᾿ ὁ ἄλλος στὸν ὦμο. Τὸ κορμί του κύλησε κι᾿ ἀνακατεύτηκε μέσα στὸ σωρὸ πὤφραξε τὴν πόρτα.
Τὸ κούρσεμα τῆς Πόλης
Σὰν πατήθηκε πειὰ ἡ πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ καὶ σκοτώθηκε ὁ βασιλιᾶς, οἱ Τοῦρκοι γιουργιάρανε μέσα στὴν Πόλη σὰν τ᾿ ἀγριεμένο ξεροπόταμο ποὺ κατεβαίνει στενεμένο ἀνάμεσα στ᾿ ἀψηλὰ βράχια, ὓστερ᾿ ἀπὸ νεροποντή. Δὲ μπαίνανε ἑκατὸ-ἑκατό, μηδὲ διακόσιοι, μὰ χιλιάδα ἀπάνω στὴ χιλιάδα. Τέτοια ἤτανε ἡ μανία τους μὴ δὲν προφτάξουνε νὰ κουρσέψουνε, ποὺ ἀπ᾿ τὸ στρίμωγμα λαβωνόντανε συναμεταξύ τους καὶ πολλοὶ σκάσανε ποδοπατημένοι ἀπ᾿ τοὺς δικούς τους. Καὶ σὰ μπαίνανε μέσα στὸ κάστρο, σκορπίζανε ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, κοπάδια-κοπάδια, σφάζοντας ὅποιον βρίσκανε μπροστά τους, εἴτε γυναίκα, εἴτε παιδί, εἴτε ἄντρα.
Τὸ μεγάλο μακελειὸ βάσταξε ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἴσαμε τὸ μεσημέρι. Πολλοὶ χριστιανοὶ κρυφτήκανε μέσα σὲ λαγούμια καὶ σὲ σπηλιὲς κ᾿ ὕστερά τους βρήκανε καὶ τοὺς σκλαβώσανε.
Φτάνοντας οἱ Τοῦρκοι στὴν πλατεία, ἀνεβήκανε στὸν πύργο καὶ κατεβάσανε τὴ βυζαντινὴ σημαία καὶ τὴ σημαία τ᾿ ἁγίου Μάρκου καὶ ἰσάρανε στὸν τόπο τους τὸ σαντάρδο τοῦ σοῦλτάνου. Τὰ κάστρα ἀπὸ τὴ μιὰν ἄκρη ἴσαμε τὴν ἄλλη πέσανε στὰ χέρια τοῦ Τούρκου. Μονάχα οἱ Κρητικοί, ποὺ βρισκόντανε μέσα στοὺς πύργους τοῦ Λέοντα καὶ τοῦ Βασιλείου, βαστήξανε τὸν πόλεμο ἴσαμε τὸ μεσημέρι. Ὁ σουλτὰν Μεμέτης σὰν τἄκουσε θαύμασε τὴν παλληκαριά τους καὶ τοὺς ἄφησε νὰ φύγουνε στὴν πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί τους ὅ,τι εἴχανε ἀπάνω τους.
Ὅπως εἶπα πρωτύτερα, πολὺς κόσμος ἔτρεξε στὴ θάλασσα νὰ γλυτώσῃ, μὰ ἔπεσε μαζεμένος στὰ καράβια καὶ πολλὰ βουλιάξανε καὶ πνιγήκανε πολὺς λαός. Οἱ πορτιέρηδες, βλέποντας τὸν κόσμο ποὺ ὡρμοῦσε ὄξ᾿ ἀπὸ τὶς πόρτες, θυμηθήκανε ἕνα παλιὸ ρητὸ πὤλεγε πῶς ἡ πόλη θὰ ξαναπαιρνότανε ἀπ᾿ τὰ χέρια τῶν Τούρκων ἂν γυρίζανε πίσω οἱ Χριστιανοί, κλειδώσανε τὶς πόρτες καὶ ρίξανε τὰ κλειδιὰ ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάστρο. Τότε δὰ φούντωσε ἡ σφαγή, ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τὴ χωρέσῃ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσοι γλυτώσανε χάσανε τὰ φρένα τους καὶ τρέχανε νὰ κλειστοῦνε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Κείνη τὴν ὥρα ἤτανε πὤχαν᾿ ἡ μάννα τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδὶ τὴ μάννα. Θεὲ μεγαλοδύναμε, ἀπάνω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς συμφοριασμένους ἔπεσε ὅλη ἡ ὀργή σου! Μερμηγκιὰ ἀμέτρητη πλημμύρισε τὴν ἐκκλησιά, ἀπάνω, κάτω, στὸ νάρθηκα, στ᾿ ἅγιο βῆμα, σὲ κάθε μεριά. Σφαλίξανε τὶς πόρτες καὶ παρακαλούσανε μὲ μεγάλες φωνὲς τὸ Θεὸ νὰ τοὺς λυπηθῇ. Οἱ κουμπέδες κ᾿ οἱ θεόρατες καμάρες ἀντιβουίζανε καὶ ρίχνανε πιὸ πολλὴ τρομάρα στὶς καρδιὲς τῶν κοριτσιῶν· τὰ μικρὰ παιδάκια ξεψυχούσανε ἀπ᾿ τὸ φόβο τους. Σὲ λίγο φτάξανε οἱ Τοῦρκοι καὶ πιάσανε νὰ βαρᾶνε μὲ τοὺς μπαλτάδες τὶς πόρτες. Τὸ κοπάδι, ποὺ ἤτανε μαντρισμένο μέσα βέλαζε λυπητερὰ σὲ κάθε τσεκουριά.
Ποιὰ γλώσσα μπορεῖ νὰ πῇ τί γίνηκε σὰν μπήκανε μέσα οἱ Τοῦρκοι, βαστώντας στὰ χέρια τους ἄλλοι ματωμένα μαχαίρια μιὰ ὀργυιὰ μάκρος, ἄλλοι πελέκια ἀκονισμένα, ἄλλοι κοντάρια, π᾿ ἀστράφτανε οἱ σουβλερὲς μύτες τους. Ἡ ἐκκλησιὰ πιτσιλίστηκε ἀπ᾿ τὰ αἵματα σὲ δυὸ μπόγια ὕψος, πὤλεγες πὼς ἤτανε χασάπικο. Ὅσοι ἀπομείνανε ζωντανοὶ εἴχανε τρελλαθῆ. Οἱ Τοῦρκοι δένανε τοὺς ἄντρες μὲ σκοινιά, τὶς γυναῖκες μὲ τὶς ζῶνες τους. Ἔβλεπες ἀφεντάδες δεμένους πιστάγκωνα μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτες, κυράδες μὲ τὶς δοῦλες, παπάδες μὲ γρηές, δεσποτάδες, παλληκάρια βουτημένα στὸ αἷμα. Ὁ ἕνας μπροστὰ στὸν ἄλλον βιάζανε τὶς γυναῖκες, ἀνάμεσά σε κουφάρια καὶ σὲ λαβωμένους ποὺ μουγκρίζανε.᾿Ἄλλοι πάλι ἀπὸ κεῖνα τ᾿ ἀγρίμια ξεγυμνώνανε τὴν ἐκκλησιά. Μέσα σὲ μιὰ ὥρα ἀπομείνανε μονάχα οἱ τοῖχοι. Δὲν ἀφήσανε μηδὲ καντήλι, μηδὲ δισκοπότηρο, μηδὲ βαγγέλιο, μηδὲ εἰκόνα, μηδὲ ροῦχα, τίποτα! Πῶς περνᾶ ἡ ἀκρίδα ἀπὸ νὰ καταπράσινο περιβόλι κ᾿ ὕστερα, σὰν κάνῃ φτερά, ἀφήνει χῶμα μοναχό, ἔτσι ἀπόμεινε κ᾿ ἡ Ἁγια-Σοφιὰ ξεγυμνωμένη.
Τὸ μαχαίρι κ᾿ ἡ φωτιὰ βάσταξε τρία μερόνυχτα, ὅπως εἶχε ταμένο στοὺς στρατιῶτες του ὁ σουλτάνος. Ἡ ἀπέραντη Κωνσταντινούπολη ἀντιλαλοῦσε μέρα νύχτα. Τί αἷμα καὶ τί δάκρυα χυθήκανε! Χιλιάδες καρδιὲς χτυπούσανε, τέτοια συμφορὰ δὲ μπορεῖ νὰ τὴ συλλογισθῇ ἄνθρωπος. Ἄλλοι σφαζόντανε πρὶν πᾶνε στὰ σπίτια τους, ἄλλοι καταφέρνανε νὰ φτάξουνε στὰ δικά τους μὰ δὲ βρίσκανε τὰ παιδιά τους καὶ τὶς γυναῖκες τους. Ἀντρόγυνα χωριζόντουσαν, ὁ ἕνας Τοῦρκος ἔσερνε τὸν ἄντρα κι᾿ ὁ ἄλλος τὴ γυναίκα. Τὰ παιδιὰ τὰ ξεκολλούσανε ἀπ᾿ τὸ λαιμὸ τῆς μάννας, τὰ κορίτσια τὰ σέρνανε ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ μέσα στὸ δρόμο. Πεινασμένα σκυλιὰ πίνανε τὸ αἷμα π᾿ ἄχνιζε μέσα στὰ χαντάκια. Πειὸ πολλὰ ἤτανε τὰ κομμένα κεφάλια, ποὺ κειτόντανε στὸ χῶμα, παρὰ οἱ πέτρες τῆς γῆς. Φρόνιμες νοικοκυράδες, ποὺ δὲν τὶς εἶχε δῆ ὁ ἥλιος, ἀτιμαζόντανε γυμνὲς μέσα στὶς πλατεῖες. Παπάδες περπατούσανε βιαστικά, φορτωμένοι μὲ βαρειὰ σεντούκια, ποὺ τοὺς τἄχανε φορτωμένα οἱ ζεμπέκηδες καὶ τοὺς δέρνανε σὰν γαϊδούρια καὶ τοὺς τραβούσανε μὲ τὸ καπίστρι ποὔχανε περασμένο στὸ λαιμό τους. «Καὶ ἦν ἰδεῖν ὁρμαθοὺς ἐξερχομένους ἄπειρους ὥσπερ ἀγέλας».
Στὰ καράβια δὲν εἶχε ἀπομείνει μηδὲ ἕνας Τοῦρκος, γιατὶ ριχτήκανε στὸ πλιάτσικο. Μὲ μεγάλη μανία γυρεύανε νὰ βροῦνε τὰ γυναικεῖα μοναστήρια, τὰ πατούσανε καὶ κουβαλούσανε τὶς καλογρηὲς μέσα στὰ καράβια κ᾿ ἐκεῖ ὁ διάβολος πειὰ μπορεῖ νὰ πῇ τὸ τί γίνηκε. Πολλὲς γυναῖκες, γιὰ νὰ ξεφύγουνε τὴν ἀτιμία, πέσανε καὶ πνιγήκανε στὴ θάλασσα καὶ στὰ πηγάδια.
Οἱ Τοῦρκοι εἴχανε τούτη τὴ συνήθεια· ἅμα μπαίνανε μέσα σ᾿ ἕνα σπίτι γιὰ νὰ κουρσέψουνε, στήνανε μιὰ σημαία ἀπάνω στὰ κεραμίδια. Οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι, βλέποντας τούτη τὴ σημαία, δὲ μπαίνανε ποτὲ μέσα, μὰ τραβούσανε πάρα πέρα, νἄβρουνε ἄλλο σπίτι λεύτερο. Ἴσαμε διακόσες χιλιάδες τέτοια κουρέλια σαλεύανε ἀπάνω στὴν Πόλη, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι βάζανε πολλὲς παντιέρες στὸ ἴδιο σπίτι γιὰ νὰ κάνουνε πανηγύρι.
Ὅλη τὴ μέρα σφάζανε. Τόσο μουσκεμένη ἤτανε ἡ γῆς, πὤλεγες πὼς ἔβρεξε αἷμα, κι᾿ ὅπου ἔβρισκε χαντάκι τὸ αἷμα ἔτρεχε σὰ νἄτανε βροχονέρι. Τὰ κουφάρια τὰ ρίχνανε στὸ μπουγάζι τοῦ Βοσπόρου, καὶ τὸ ρέμα τὰ κατρακυλοῦσε σὰ νἄτανε πεπόνια, Χριστιανοὶ-Τοῦρκοι ἀνακατεμένοι.
Ὁ σουλτάνος δὲ μπῆκε μέσα στὴν Πόλη μὲ τὸ στρατό, παρὰ ἀπόμεινε στὸ στρατόπεδο. Κατὰ τὸ μεσημέρι οἱ πασάδες τοῦ πήγανε τὰ κλειδιά, σημάδι πὼς ἤτανε πειὰ δική του ἡ Κωνσταντινούπολη. Τότε καβαλλίκεψε καὶ μπῆκε μὲ τὴ συνοδειά του μέσα στὸ κάστρο καὶ τράβηξε ἴσια στὴν Ἅγια-Σοφιά. Δὲ μπῆκε μέσα στὴν ἐκκλησιὰ μὲ τἄλογο, παρὰ ξεπέζεψε καὶ μπαίνοντας μέσα θαύμασε πολλὴν ὥρα καὶ περιεργάσθηκε τὸ χτίριο. Ὕστερα φώναξε ἕναν χότζα καὶ τοῦπε ν᾿ ἀνεβῇ ἀπάνω στὸν ἄμβωνα καὶ νὰ φωνάξῃ τὴν προσευχή τους «Ἀλλάχου ἐκπέρ, Ἀλλάχου ἐκπέρ, Μουχαμετοὺλ ρεσοὺλ Οὐλλάχ.» Σὰν τελείωσε ὁ χότζας, ἀνέβηκε ὁ ἴδιος στὴν Ἅγια Τράπεζα καὶ τὸ ξανάπε.
Τὴν ὥρα πὤβγαινε ἔξω, εἶδε ἕναν Τοῦρκο ποὺ τσάκιζε τὰ μάρμαρα. Ὁ Μεμέτης τὸν βάρεσε μὲ τὸ καμουτσὶ λέγοντάς του: «Κιοπέκ, σᾶς ἄφησα τὸ θησαυρὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ τὰ χτίρια εἶνε δικά μου!»
Ἀπὸ κεῖ τράβηξε μὲ τοὺς πασάδες καὶ ρώτηξε γιὰ τὸ βασιλιᾶ τῆς Πόλης, ζῆ ἢ πέθανε. Καὶ σὰν τοὔπανε πὼς σκοτώθηκε, πρόσταξε καὶ πλύνανε πολλὰ κεφάλια στὸ μέρος ποὺ χάθηκε, γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουνε, μὰ δὲ μπορέσανε μέσα σὲ τέτοιο πλῆθος. Σὲ λίγο ὅμως βρέθηκε τὸ κορμί του καὶ τὸ γνωρίσανε ἀπ᾿ τὰ κόκκινα ποδήματά του μὲ τοὺς κεντημένους ἀητούς. Κόψανε τὸ κεφάλι καὶ τὸ βάλανε σὲ μιὰ πλατεία κοντὰ στ᾿ ἄγαλμα τοῦ Γιουστινιανοῦ καὶ κεῖ στάθηκε ἴσαμε τὸ βράδυ. Ὕστερα τὸ μπαλσαμώσανε καὶ τὤστειλε ὁ σουλτάνος στὴν ἀνατολὴ ἀπὸ χώρα σὲ χώρα, γιὰ νὰ δῇ ὁ κόσμος τὴ νίκη του. Τὸ σῶμα τὸ πήρανε οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ θάψανε.
Τὰ πλιάτσικα κ᾿ οἱ σκλάβοι, ἄλλα στοιβαχθήκανε στὶς τέντες, ἄλλα φορτωθήκανε στὰ καράβια καὶ τραβήξανε νὰ τὰ πουλήσουνε, ὅπως ἔστερξε ὁ σουλτάνος. Κάθε Τοῦρκος ἤτανε φορτωμένος. Τί μαλάματα, τί ἀσήμια, τί χαλκώματα, τί ροῦχα μεταξωτά, τί βιβλία! Καράβια ὁλάκερα γεμίσανε καλογέρους καὶ καλογρηές. Ἔβλεπες ζεϊμπέκια ψειριασμένα νἆνε ντυμένα μὲ ροῦχα δεσποτικά, ἄλλοι φοράγανε χρυσὰ πετραχήλια, ἄλλοι κορῶνες καὶ καλυμμαύχια στὸ κεφάλι. Σκυλιὰ δεμένα μὲ ζῶνες κεντημένες, ἐπιγονάτια καὶ φελόνια γιὰ σαγὴ στ᾿ ἄλογα. Μέσα στοὺς ἀσημένιους δίσκους βάζανε ντομάτες καὶ κρέατα, πίνανε κρασὶ μέσα στὰ δισκοπότηρα. Φορτώσανε στὶς καρότσες βιβλία, ποὺ δὲν εἴχανε μετρημὸ καὶ τὰ σκορπίσανε σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύση. Γιὰ ἕνα γρόσι πουλιόντανε ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλάτωνας κ᾿ οἱ ἄλλοι ξακουσμένοι σοφοὶ τῆς ἀρχαιότητας, γραμμένοι σὲ πετσί, μὲ χρυσοκοντυλιὲς καὶ μὲ χρυσὰ δεσίματα. Τὰ εἰκονίσματα τὰ σκίζανε μὲ τὸ τσεκούρι καὶ βράζανε κρέας μέσα στὰ καζάνια.
Τὴ δεύτερη μέρα, δηλαδὴ στὶς 30 Μαγιοῦ, ξαναμπῆκε στὴν Πόλη ὁ σουλτάνος, μὲ πολλὴ παράταξη, κι᾿ ἀφοῦ τριγύρισε σὲ διάφορα μέρη, πῆγε καὶ στὸ παλάτι. Καὶ βλέποντάς το ἔρημο εἶπε ἕναν στίχο κάποιου Πέρση ποιητὴ γιὰ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου.
Ἤτανε πειὰ πεθαμένη καὶ θαμμένη ἡ ξακουσμένη Κωνσταντινούπολη, ἡ Θεοσκέπαστη, ἡ Νέα Σιών, ἡ Ἑφτάλοφη, τὸ καμάρι τῆς Ἀνατολῆς, πὤβρισκε ἄνθρωπος καὶ τοῦ πουλιοῦ τὰ γάλα. Ποὖχε τὸ κάστρο μὲ τοὺς τρακόσους πύργους, τὰ παζάρια, τὰ ἀρτοπρατεῖα, τὰ χαλκοπρατεῖα, τὰ ἀργυροπωλεῖα, τὰ βλατοπωλεῖα, τὰ κηροπωλεῖα, τὰ λουτρά, τὰ συντριβάνια, τὶς βρύσες, τὶς δεκαεννιὰ στέρνες, τὰ ἱπποδρόμια, τὰ παλάτια, τὶς τρακόσες ἐκκλησιὲς καὶ τὰ διακόσια μοναστήρια, τ᾿ ἀμέτρητα τ᾿ ἀγάλματα κι᾿ ὅ,τι μπορεῖ νὰ βάλῃ ὁ νοῦς τ᾿ ἀνθρώπου. «Τῇ δευτέρᾳ δὲ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, εἰσελθὼν ὁ Μεχμέτης, περιόδευσε τὴν πόλιν· καὶ ἦν ἡ πᾶσα ἄοικος, οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε κτῆνος, οὔτε ὄρνεον κραυγάζον ἢ λαλοῦν ἐντός.»
Κοντὰ στὸ παλάτι ἑτοιμάσανε ἕνα μεγάλο τραπέζι γιὰ τὸ σουλτάνο, κι᾿ ἀφοῦ ἔφαγε, ἤπιε πολὺ κρασὶ καὶ μέθυσε. Τότε πρόσταξε νὰ τοῦ πάνε τὸ ναύαρχο Νοταρᾶ μὲ τὰ παιδιά του καὶ νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουνε. Πρῶτα σφάξανε τὰ παιδιὰ μπροστὰ στὸ συμφοριασμένον τὸν πατέρα, πὤλεγε ὁλοένα «δίκαιος εἶ, Κύριε!», κ᾿ ὕστερα τὸν ἴδιον. Δὲν περάσανε λίγες μέρες καὶ πρόσταξε νὰ κόψουνε καὶ τὸ Χαλὶλ πασᾶ, ποὺ τὸν ὑπωπτευότανε πὼς εἶχε προδώσει τὰ μυστικά του στοὺς γραικούς.
Τὸ τέλος τῆς Πόλης φαίνεται ἀκόμα πειὸ λυπητερὸ ἅμα συλλογισθῇ κανένας πῶς χαλάσθηκε τὸ μήνα Μάη, τὶς μέρες ποὺ μοσκοβολούσανε οἱ πασκαλιὲς κ᾿ οἱ τριανταφυλλιές. Ἀνήμερα ποὺ σκλαβώθηκε ἡ Πόλη ἤτανε τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, ποὺ τὴ γιορτάζανε πάντα οἱ Πολίτες στὶς 29 Μαγιοῦ μὲ μεγάλη δόξα στὴν ἐκκλησιά της, ποὺ γίνηκε ὕστερα τζαμί. Μ᾿ ὅλη τὴν ἀγωνία ποὺ περνούσανε, οἱ γυναῖκες τὴν εἴχανε στολισμένη, κατὰ τὰ συνηθισμένα, μὲ στεφάνια καὶ μὲ περιπλοκάδες ἀπὸ τριαντάφυλλα. Τὴν ὥρα, ποὺ μπήκανε μέσα οἱ Τοῦρκοι, ψέλνανε ἀκόμα οἱ ψαλτάδες. Τοὺς περάσανε ὅλους ἀπ᾿ τὸ μαχαίρι, κι᾿ ἀπὸ τότε βαστᾷ ἡ ὀνομασία «Γκιοὺλ Τζαμί», δηλαδὴ «Τὸ Τζαμὶ μὲ τὰ τριαντάφυλλα», καὶ μ᾿ αὐτὸ τὄνομα στέκει ὡς τὰ σήμερα. Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐκκλησιὰ λένε πὼς ὑπάρχει κ᾿ ἕνα μνημόρι, ὁπὤχει ἀπάνω στὴν πλάκα τούρκικα γράμματα, ποὺ λένε «Ἐδῶ κείτεται ἕνας μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ» καὶ πῶς αὐτὸς εἶνε ὁ τάφος τοῦ βασιλιὰ Παλαιολόγου.
Τοὺς Γενοβέζους τοῦ Γαλατᾶ ὁ σουλτάνος δὲν τοὺς πείραξε, γιατὶ σταθήκανε φίλοι του στὸν πόλεμο, τοὺς χάρισε μάλιστα καὶ προνόμια. Τὸ φιρμάνι ποὺ τοὺς ἔδωσε ἀρχίζει μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγὼ ὁ μέγας αὐθέντης καὶ μέγας Ἀμηρᾶς σουλτάνος ὁ Μεχμὲτ Μπέης, ὁ υἱὸς τοῦ μεγάλου αὐθέντου Ἀμηρᾶ Σουλτάνου τοῦ Μουρὰτ Μπέη. Ὀμνύω εἰς τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ εἰς τὸν μέγαν ἡμῶν προφήτην Μωάμεθ, καὶ εἰς τὰ ἑπτὰ μουσάφια ὁποὺ ἔχομεν καὶ ὁμολογοῦμεν, καὶ εἰς τὰς ρκδ´ (124) χιλιάδας προφήτας τοῦ Θεοῦ καὶ πρὸς τὰς ψυχὰς τοῦ πάππου μου καὶ τοῦ πατρός μου, καὶ πρὸς ἐμαυτὸν καὶ πρὸς τὰ παιδιά μου, καὶ στὸ σπαθὶ ὁποὺ ζώννομαι...».

πηγη