Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Καλή χρονιά συνμπλόγκερς


Σε όλο το Δυτικό κόσμο οι άνθρωποι κάνουν τα σχέδια τους για την καινούργια σεζόν τον Σεπτέμβριο, την ουσιαστική «νέα χρονιά». Μένει, αυτό το σοφό αντανακλαστικό του κόσμου να γίνει θέσμος.

Διάβασα πρόσφατα σε μια έρευνα οτι ένα από τα λίγα κοινά στον κοινωνικό ιστό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι στις μέρες των γιορτών αυξάνονται τα κρούσματα κατάθλιψης. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει αποκλειστικά για την Πρωτοχρονιά. Οι κάθε είδους απελπισμένοι έχουν εναποθέσει την ελπίδα στο νέο χρόνο. Η κατανόηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και η συνακόλουθη κατάθλιψη έρχεται με το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος». Στο όνομα αυτών των ανθρώπων ας αλλάξουμε την παρωχημένη ημερομηνία της Πρωτοχρονιάς. Ας τη βάλουμε το Σεπτέμβριο. Το λέω πολύ οοβαρά. Αν κάποιος πάρει τη σχετική πρωτοβουλία, θα του είμαστε αιώνια ευγνώμονες. Το εορταστικό κλίμα των ημερών που δυανύουμε δεν θα διαταραχτεί και πιστεύω ότι μπορεί να αναβαθμιστεί και η πολύπαθη γιορτή των Φώτων, που είναι η αδικημένη της ιστορίας καθώς δεν γιορτάζεται με τη λαμπρότητα που της πρέπει.

Κάποτε η Πρωτοχρονιά είχε νόημα να γιορτάζεται τον Ιανουάριο. Τότε που οι άνθρωποι μετρούσαν τις μέρες με την ανατολή και τη δύση και όχι με το «Καλημέρα Ελλάδα» του Παπαδάκη και το νυχτερινό δελτίο της Λίζας Δουκακάρου. Πιο πολύ και από γιορτή, η Πρωτοχρονιά ήταν κάτι σαν ανάσα ελπίδας, σαν μια προσπάθεια να εξορκιστεί· ο χειμώνας, που ήταν στο φόρτε του. Συμφωνώ οτι η Πρωτοχρονιά υπήρχε στη θέση της πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι λόγος για να τη διατηρήσουμε. Αλλιώς, ας διώξουμε τη Λίζα και ας ξαναφέρουμε την Κέλλυ Σακκάκου.

Τα Χριστούγεννα είναι από μόνα τους αρκετά λαμπερά, οι μπόμπιρες προτιμούν το Pro Enolution της Sony με το τρομερό γραφιστικό από κάποιον Αϊ Βασίλη κι ο Αντένα δεν βγάζει πλέον το νικητή του «Fame Story». Η ίδια η ευχή «καλή χρονιά» είναι εντελώς passe.  Όλοι ξέρουν ότι όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, σιγά μην σε σώσει ο καινούριος χρόνος…
Στα αθλητικά η Πρωτοχρονιά είναι μια σκέτη θλίψη.  Οι παικτες παίρνουν ρεπό (ένα, συνήθως τα Χριστούγεννα).  Το χειρότερο είναι ότι τέτοιες μέρες αρχίζει το πανηγύρι των ψηφοφοριών και των βραβείων. Όλα αφορούν στην περασμένη σεζόν, αλλά απ’ τη στιγμή που στο μεταξύ έχει περάσει η μισή τρέχουσα, άντε να βγάλεις άκρη!  Τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών είναι τόσο παλιά που νομιζεις ότι δεν έχουν γίνει ποτέ.  Στην ετήσια ψηφοφορία των Ελλήνων αθλητικών συντακτών βραβεύονται συνήθως πρωταθλητές που εντυπωσίασαν όσο ακόμα κρατούσε το καλοκαίρι.  Μπορεί ακούγοντας το όνομα του καλύτερου να μην ρωτάμε «ποιος είναι αυτός;» αλλά το γιατί κέρδισε δεν είναι πάντα αυτονόητο και συχνά επιβάλλεται να στο αναλύσουν!  Ο χρόνος πλέον τρέχει τόσο γρήγορα που ένα εξάμηνο είναι αρκετό για να φέρει τα πάνω κάτω.

Προσπαθήστε να θυμηθείτε ποια ήταν η Μπουρμπούλια, τι δουλειά έκανε η Αντονέλα Ελία, πώς έλεγαν το συνεργάτη  του Βαβύλη, τι έλεγε ο Ρουσόπουλος για το βασικό μέτοχο κ.λπ.  Η δυσκολία του εγχειρήματος δείχνει πως καμία κρίση δεν μπορεί να είναι σταθερή και αξιόπιστη για γεγονότα που έγιναν πέρυσι.

Ο Σεπτέμβριος είναι πλέον ο ιδανικός μήνας για να γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά. Ερχόμαστε όλοι ξεκούραστοι απ’ το καλοκαίρι, ενώ τον Ιανουάριο – και μάλιστα λίγες μόνο μέρες μετά την κρεπάλη των Χριστουγεννων – είμαστε όλοι πτώματα.  Ο Σεπτέμβρος επιβάλλει προβληματισμό και προγραμματισμό (αφού καλοκαιριάτικα έχουμε ξεπαραδιαστεί ενώ αντίθετα ο Ιανουάριος φέρνει σκοτούρες – ο δέκατος τρίτος μισθός δεν φτάνει για τίποτα – και σε μερικές περιπτώσεις πανικό (μαζί με τον πρώτο λογαριασμό για το πετρέλαιο).

Ο Σεπτέμβριος αφήνει περιθώρια για σχέδια, ενώ ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που συνήθως συνειδητοποιείς ότι δεν θα κανείς τίποτα απ’ όσα ήθελες και φέτος. Το Σεπτέμβριο οι πόλεις είναι πανέμορφες και οι άνθρωποι ξαναβρίσκονται, ξεκινούν τα νέα προγράμματα των καναλιών και αρχίζουν τα πρωταθλήματα και οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις.  Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που οι φίλοι σ’ έχουν κουράσει, που διάφοροι σου λένε να κάνεις δίαιτα, που τα προγράμματα των καναλιών τα έχεις βαρεθεί, που το πρωτάθλημα είναι χάλια και που οι ομάδες μας στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχουν κουνήσει μαντίλι.
Δεν χρειάζεται η Πρωτοχρονιά του Γενάρη, τα Χριστούγεννα αρκούν για να βρεθούμε με τους δικούς μας, για να πάμε ταξίδια στο εξωτερικό ή την Αράχοβα (που στοιχίζει περίπου το ίδιο), να χαρτοπαίξουμε, να παρηγορηθούμε εμείς οι γκαντέμηδες ότι κερδίζουμε στην αγάπη, να κάνουμε δώρα, να έχουμε μια ωραία αφορμή για να βαλουμε τα καιά μας και να γίνουμε φέσι.
Η Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που έρχεται, είναι, απλά, too much.
πηγή: Αντίφωνο, Άρθρο σε περιοδικό, 2005

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Γιατί τον είπαν Μέγα;

Μέγας Βασίλειος



Μεταξύ των αγίων Πατέρων που καταφέρθηκαν εναντίον των αδίκων πλουσίων, που στηρίζονταν πάνω στα υλικά αγαθά, και περιφρονούσαν η αδιαφορούσαν για την αδικία και την πείνα που επικρατούσε στην κοινωνία, ήταν και ο Μέγας Βασίλειος

Πρέπει να σημειωθή ότι ο Μ. Βασίλειος μίλησε για τα καυτά κοινωνικά θέματα της εποχής του, αφού προηγουμένως ο ίδιος έδωσε το παράδειγμα. Μοίρασε στους πτωχούς την μεγάλη περιουσία που είχε και έπειτα έγινε ιερεύς και επίσκοπος της Καισαρείας της Καππαδοκίας. Έτσι δεν μιλούσε από το γραφείο θεωρητικά. Ο ίδιος πρώτα το έζησε και έπειτα δίδαξε, γι' αυτό και ο λόγος του ήταν βροντή, αφού προηγουμένως ο βίος του ήταν αστραπή.

Ο Μ. Βασίλειος εργάσθηκε ποιμαντικά. Δεν προσπάθησε να μεταστρέψη την αγανάκτηση των πτωχών εναντίον των πλουσίων και να δημιουργήση μίσος, αλλά προσπάθησε να θεραπεύση τόσο τους πτωχούς όσο και τους πλουσίους να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Τα θέματα όταν αντιμετωπίζωνται επιφανειακά δημιουργούν μεγαλύτερα προβλήματα. Έτσι μιλώντας για την αβεβαιότητα του πλούτου και ότι εύκολα μεταβάλλεται, αφού αλλάξουν μερικά κοινωνικά δεδομένα, στην συνέχεια τονίζει το να περιφρονούμε τα υλικά αγαθά. Όπως έγραψα προηγουμένως αυτό το κάνει για να εργασθή ποιμαντικά στον λαό. 


Το ευκολώτερο πράγμα είναι να γίνη κανείς λαοπλάνος και να πετάη συνθήματα επιφανειακά. Το δυκολώτερο είναι να θεραπεύη τα πάθη του λαού. Με την διδασκαλία περί περιφρονήσεως των υλικών αγαθών θέλει να μετατοπίση την σκέψη τόσο των πλουσίων όσο και των πτωχών από τα υλικά αγαθά, ώστε να παύσουν να νομίζουν ότι αυτά αποτελούν τα μόνα αγαθά πάνω στην γη. Ο λόγος της περιφρονήσεως των υλικών αγαθών δεν είναι μανιχαϊκός, αλλά εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια να φέρη μια ισορροπία στην κοινωνία. Πράγματι δυό είναι οι δυνατές στάσεις που μπορεί να λάβη κανείς απέναντι των υλικών αγαθών. Η μια είναι η ειδωλολατρική (θεοποίησή τους) και η άλλη η μανιχαϊκή (η απόρριψή τους). Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται ούτε την μια ούτε την άλλη, αλλά δέχονται ότι τα υλικά αγαθά είναι δώρα του Θεού, που πρέπει να προσφέρωνται ως αντίδωρα στον Θεό και στον συνάνθρωπο.

Όταν χρειάσθηκε να γίνη καυστικός το έκανε. Όταν έβλεπε τους πλουσίους να καυχώνται για την δύναμη του πλούτου τους, τότε δεν σιώπησε. Σε ένα έργο του λέγει ότι θεωρεί τέλεια κοινωνία εκείνη από την οποία έχει εξορισθή η ιδιότητα της κτήσεως και η εναντίωση της γνώμης (οι φιλονικίες). Όμως, μελετώντας όλη την διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, συμπεραίνουμε ότι δεν κατηγορούσε τόσο την ιδιοκτησία όσο την ιδιοποίηση των υλικών αγαθών. Θέλει να φιλοτιμήση τους πλουσίους να δίδουν ελεύθερα σ' αυτούς που έχουν ανάγκη, και έτσι να επικρατήση πάνω στην γη η κοινοχρησία. Αυτήν την κοινοχρησία προσπαθεί να τεκμηριώση με πολλά παραδείγματα.

Χρησιμοποιεί την περίπτωση των ζώων. Τα πρόβατα βόσκουν επάνω στα όρη και οι πολυπληθείς ίπποι απολαμβάνουν το χορτάρι στης γης στην ίδια πεδιάδα χωρίς έριδες μεταξύ τους. Εμείς όμως αρπάζουμε τα κοινά και ιδιοποιούμαστε αυτά που ανήκουν στους πολλούς. Χρησιμοποιεί επίσης επιχειρήματα φυσικά. Εκείνος, λέγει, που ιδιοποιείται τα υλικά αγαθά μοιάζει με τον θεατή που εισέρχεται πρώτος στο θέατρο, το καταλαμβάνει ολόκληρο και δεν αφήνει να εισέλθη άλλος, επειδή το θεωρεί απολύτως δικό του. Επίσης αφού ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός και επιστρέφει στην γη γυμνός, είναι παράλογο να ιδιοποιήται τα υλικά αγαθά, επειδή πρόλαβε και τα απέκτησε αυτός. 





Χρησιμοποιεί ακόμη το επιχείρημα του κοινωνικού προορισμού των υλικών αγαθών και του πλούτου. Ο άρτος, λέγει, ανήκει στον πεινασμένο, το ιμάτιο στον γυμνό, το υπόδημα στον ανυπόδητο, το αργύριο στον πτωχό. Εκείνος ο οποίος κατακρύπτει τα αγαθά και αποφεύγει να ενδύση τον γυμνό η να θρέψη τον πεινασμένο δεν είναι καλύτερος από τον λωποδύτη που γυμνώνει τον πεινασμένο. Τα έλεγε αυτά ο άγιος γιατί στην εποχή του σε περίοδο πείνας οι πλούσιοι είχαν γεμάτες τις αποθήκες.

Επίσης χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πρώτης Εκκλησίας στην οποία όλα ήταν κοινά, ο βίος, η ψυχή, η συμφωνία, η τράπεζα, η αδελφότης και η αγάπη η οποία μετέβαλε σε ένα τα πολλά σώματα και συνήρμοζε σε μία ομόνοια τις διάφορες ψυχές. Αυτή η κοινοκτημοσύνη πρέπει να ερμηνευθή ως κοινοχρησία.

Πέρα από αυτά στα έργα του ο Μ. Βασίλειος τονίζει πολύ την αξία του πραγματικού πλούτου, που είναι η Χάρη του Χριστού. Ο πλούσιος χωρίς Χριστό είναι πάμπτωχος και ο πτωχός με τον Χριστό είναι πάμπλουτος. Οι υλικές απολαύσεις, έλεγε, έχουν περισσότερο πόνο, παρά υλική ευχαρίστηση. Τα πλούτη έχουν τις επιβουλές, οι τρυφές, οι χορτασμοί και οι αδιάκοπες απολαύσεις έχουν την ποικιλία των ασθενειών και άλλα ακόμη πάθη. Οι Απόστολοι είχαν τον Χριστό και είχαν τα πάντα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους.


Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσπάθησαν να λύσουν τα προβλήματα της εποχής τους με βάση τον Θεό και την σωτηρία του ανθρώπου, αλλά συνεχώς επεδίωκαν να ανεβάσουν τον νου των ανθρώπων στο πραγματικό αγαθό, που είναι ο Θεός.
(κείμενο του μητρ.Ναυπάκτου π.Ιεροθέου Βλάχου)
πηγη
λίγα λόγια ακόμα για τον Μέγα Βασίλειο