Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Κάλλιο αργά παρά ποτέ Μακαριώτατε!


του Σωτήριου Καλαμίτση
Ο ελληνικός λαός περίμενε από σας κάποια κίνηση, κάποιο λόγο για να μπορεί να ελπίζει. Την περίμενε από καιρό. Δεν είχε πού αλλού να ακουμπήσει και σίγουρα αναπολούσε τον Χριστόδουλο. Στα χείλη πάρα πολλών, πιστών και μη, ήταν τα λόγια: «Αν ζούσε ο Χριστόδουλος…». Μέχρι τώρα δείχνατε πως συμμερίζεσθε τις απόψεις του ανεκδιήγητου πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος ζη σε άλλο  κόσμο, ειδικά φτιαγμένο  γι’ αυτόν. Η επιστολή σας, όμως, προς τον πρωθυπουργό ήλθε, ευτυχώς, να δείξει ότι υπάρχει δρόμος για την αντίσταση και την εξέγερση.
            Τύχη αγαθή συνέπεσε η επιστολή σας με άλλη μία ομιλία του πρώην πρωθυπουργού προς τους υπαλλήλους τού πολιτικού μικρομάγαζού του, στη διάρκεια της οποίας όλοι οι βδελυροί χαμαιλέοντες είχαν και πάλι την ευκαιρία να τον χειροκροτήσουν. Όχι τόσον ενθουσιωδώς όσο άλλες φορές πρέπει να πω. Όμως, τον χειροκροτούσαν. Δεν έχουν αισθανθεί το κακό που έχουν κάνει σε όσους τους έστειλαν στα έδρανα της βουλής. Ακόμη δε χειρότερο είναι ότι όσο συνεχίζουν το χειροκρότημα τον ενθαρρύνουν για νέες ηλιθιότητες. ΕΙΝΑΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ, εξ ου και απορώ που  πολλοί συμπολίτες μας δείχνουν έτοιμοι να τους δώσουν συγχωροχάρτι βλέποντάς τους να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, όπως κάνουν τα νήπια που δεν έχουν μάθει να αναλαμβάνουν ευθύνες και να υφίστανται τις συνέπειες των πράξεών τους. Η κίνησή σας, λοιπόν, ήλθε να δείξει την αντίθεση δύο κόσμων, δύο φιλοσοφιών.  
            Για την επιστολή σας διάβασα στο διαδίκτυο ουκ ολίγα σχόλια. Από άκρως επαινετικά μέχρι περιπαικτικά και  δηλητηριώδη του τύπου «δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε», επειδή για αρκετούς το μόνο που κάνετε είναι να διαχειρίζεσθε μία τεράστια αφορολόγητη περιουσία. Μια περιουσία, την οποία θα έπρεπε, κατ’ αυτούς,  να δώσετε βορά στο αδηφάγο εργολαβοπολιτικό κατεστημένο, ενώ εγώ πιστεύω ότι θα έπρεπε να τη διαθέσετε για την εξόφληση των διεθνών τοκογλύφων υπό όρους δικούς σας και χωρίς την ανάμιξη των πολιτικών, οι οποίοι είναι σε θέση να κατασπαράξουν και αυτήν. Τόσο βουλιμικοί και όχι απλώς ορεξάτοι είναι. Οι επικριτές σας, λοιπόν, σας βλέπουν ως manager όχι διότι είναι άθεοι ή έστω άθρησκοι [είμαι βέβαιος ότι σταυροκοπιούνται στο πρώτο στραβοπάτημα], αλλά επειδή γι’ αυτούς δεν πρέπει να υπάρχει πατρίδα, δεν πρέπει να υπάρχει οικογένεια, δεν πρέπει να υπάρχει θρησκεία, γλώσσα, ιστορία, ΕΘΝΟΣ. Βλέπουν τον άνθρωπο ως μόριο μίας εύπλαστης μάζας, η οποία μοναδικό σκοπό στη ζωή έχει  την ικανοποίηση φυσικών πρωτίστως λειτουργιών, δευτερευόντως δε την καλλιέργεια για πνευματική και ηθική ανύψωση. Μπορείτε να τους μετρήσετε, εάν παρακολουθείτε τις δημοσκοπήσεις. Η ΔΗΑΡροια π.χ. συγκεντρώνει 8% με Κουβέλη αρχηγό και Ρεπούση ουραγό. Για θυμηθείτε ποιος είναι ο κ. Κουβέλης. Είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Τζανετάκη, άρα αποδεκτός, αν όχι εκλεκτός, του Κ. Μητσοτάκη. Φαντασθείτε να σχηματίσει αύριο κυβέρνηση μαζί με ό,τι θα έχει απομείνει από το ΠΑΣΟΚ και να τοποθετήσει την κ. Ρεπούση Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ώστε οι εκκλησιαστικές υποθέσεις να εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της. Ο ΓΑΠ και η Αμνούλα θα φαντάζουν τότε άκακα αρνάκια.
            Η επιστολή σας ουδόλως θα συγκινήσει τον κ. πρωθυπουργό. Γι’ αυτό να είσθε βέβαιος. Όμως σεις κάνατε το καθήκον σας και δείξατε τον δρόμο. Τους πολιτικούς τούς έχουν οι πάντες στο τσεπάκι τους. Τους «κρατάνε», είναι ανδρείκελα. Τον Αρχιεπίσκοπο όμως! Γι’ αυτό και έχει τεράστια σημασία η επιστολή σας. Είχατε χρέος, βεβαίως, να την έχετε αποστείλει στον προηγούμενο ένοικο του Μαξίμου πριν δύο χρόνια περίπου. Αν το είχατε κάνει τότε, ίσως να ήταν διαφορετική η μοίρα αυτού του τόπου. Αντιθέτως, σας βλέπαμε να παρίστασθε σε ανοικτά Υπουργικά Συμβούλια δίκην μαϊντανού και να καταδέχεσθε να σας χρησιμοποιεί ο αυτός ο πανούργος άνθρωπος για να περάσει τα σχέδια για μία εξαθλιωμένη πολυπολιτισμική κοινωνία. Αντί με τον λαό, όπως στην Επανάσταση, μαζί με τον αχρείο Δυνάστη.
            Έστω και την τελευταία στιγμή, όμως, επιτελέσατε το καθήκον σας. Και εις άλλα τέτοια, πολλά και γρήγορα!! Οι καιροί ου μενετοί!  
Εξοχώτατε κύριε Πρόεδρε,

Σπαράσσεται η καρδιά και θολώνει ο νους μας με όσα συνέβησαν τους τελευταίους καιρούς και εξακολουθούν να συμβαίνουν στον Τόπο μας.
Άνθρωποι με αξιοπρέπεια χάνουν, από τη μία στιγμή στην άλλη, τη δουλειά, ακόμη και το σπίτι τους.

Το φαινόμενο των αστέγων, αλλά και των πεινασμένων – φαινόμενο κατοχικών εποχών – παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις. Οι άνεργοι αυξάνονται κατά χιλιάδες μέρα με τη μέρα.

Το ίδιο και τα λουκέτα μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Τα νέα παιδιά, τα καλύτερα μυαλά του Τόπου, παίρνουν τον δρόμο της μετανάστευσης.
Οι πατεράδες μας δεν μπορούν να ζήσουν, μετά τις δραματικές περικοπές των συντάξεών τους.

Οικογενειάρχες και ιδίως οι πιο φτωχοί, οι πολύτεκνοι, οι μεροκαματιάρηδες, βρίσκονται σε απόγνωση, μετά τις αλλεπάλληλες περικοπές των μισθών τους και τους αβάσταχτους νέους φόρους.

Η πρωτόγνωρη καρτερία των Ελλήνων εξαντλείται, η οργή παραμερίζει τον φόβο και ο κίνδυνος κοινωνικής ανάφλεξης δεν μπορεί να αγνοείται πια, ούτε από εκείνους που διατάσσουν, ούτε από εκείνους που εκτελούν τις φονικές συνταγές τους.

Στις δύσκολες και - αναντίλεκτα- κρίσιμες αυτές ώρες, οφείλουμε όλοι να ξέρουμε και να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει το γεγονός ότι η ανασφάλεια, η απόγνωση και η κατάθλιψη έχουν φωλιάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι.

Ότι προκάλεσαν δυστυχώς – και συνεχίζουν να προκαλούν – ακόμη και αυτοκτονίες, εκείνων που δεν μπόρεσαν να αντέξουν το δράμα των οικογενειών και τον πόνο των παιδιών τους.

Μπροστά σε όλα αυτά, η Εκκλησία της Ελλάδος αξιοποιεί κάθε δυνατότητα αλληλεγγύης. Και είναι θετικό που, μέσα στην τόση καταχνιά, ξεπροβάλλει η ευαισθησία, το φιλότιμο και ο αγνός πατριωτισμός των Ελλήνων.

Για να δώσει ένα πιάτο φαϊ, ένα ρούχο, μια ανάσα ζωής στους απελπισμένους.

Δυστυχώς, όμως. Όπως ξεκάθαρα φαίνεται πλέον, το δράμα της Πατρίδας μας όχι μόνο δεν τελειώνει εδώ, αλλά μπορεί να προσλάβει και νέες ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Ζητούνται, άλλωστε, τις ώρες αυτές, ακόμη σκληρότερα, ακόμη πιο επώδυνα, ακόμη πιο άδικα μέτρα, στην ίδια αδιέξοδη και αποτυχημένη γραμμή του πρόσφατου παρελθόντος μας.

Ζητούνται ακόμη μεγαλύτερες δόσεις ενός φαρμάκου που αποδεικνύεται θανατηφόρο.

Ζητούνται δεσμεύσεις που δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά αναβάλλουν μόνο προσωρινά τον προαναγγελθέντα θάνατο της Οικονομίας μας. Και υποθηκεύουν, ταυτόχρονα, την εθνική μας κυριαρχία.

Υποθηκεύουν τον πλούτο που έχουμε, αλλά και αυτόν που μπορεί να αποκτήσουμε στα εδάφη και τις θάλασσές μας.

Υποθηκεύουν την Ελευθερία, τη Δημοκρατία, την Εθνική μας Αξιοπρέπεια.

Απογοητευμένοι, απελπισμένοι και ανήσυχοι Ελληνες μας ρωτούν και ζητούν υπεύθυνες, ειλικρινείς και πειστικές απαντήσεις.

Ρωτούν τι τους ξημερώνει η επόμενη ημέρα.

Ρωτούν που πάει η Πατρίδα μας. Ρωτούν τι επιτέλους μπορεί να σταματήσει το δράμα.

Τι μπορεί να ξαναγεννήσει την χαμένη ελπίδα. Δυστυχώς όμως !
Στη διαμόρφωση των αποφάσεων, οι φωνές των απελπισμένων, οι φωνές των Ελλήνων, αγνοούνται προκλητικά.

Δυστυχώς, σήμερα, οι Έλληνες δεν βρίσκουμε απάντηση ούτε στα όσα έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται, ούτε στα όσα ζητούνται από τους ξένους.
Είναι, μάλιστα, τουλάχιστον ύποπτη η εμμονή τους σε αποτυχημένες συνταγές.

Και είναι προκλητικές οι αξιώσεις τους σε βάρος της Εθνικής μας κυριαρχίας. Και αυτό είναι, ίσως, το πιο ανησυχητικό. Δεν μπορεί, άλλωστε να αγνοείται από κανέναν ότι οι αντοχές των ανθρώπων γύρω μας εξαντλήθηκαν. Όπως εξαντλήθηκαν και οι αντοχές της πραγματικής οικονομίας.

Και βέβαια, δεν μπορεί παρά να υπάρχουν μπροστά μας και άλλοι δρόμοι.

Δρόμοι πνευματικής ανάτασης και οικονομικής ανάταξης.

Δρόμοι δημιουργίας, ελπίδας και προοπτικής.

Δρόμοι ανοικτοί για κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα.

Σε αυτούς τους δρόμους οφείλουμε να πορευθούμε όλοι, με τη συναίσθηση της μετάνοιας. Ενώνοντας τις αστείρευτες δυνάμεις του Έθνους μας.
Αποκρούοντας, ταυτόχρονα, τους έξωθεν εκβιασμούς και απορρίπτοντας τις θανατηφόρες συνταγές τους. 

Έχοντας, πάνω απ’ όλα, ακλόνητη τη βεβαιότητα, ότι με τη βοήθεια του Θεού και την πίστη στις δυνατότητές μας μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Η Ελλάδα του Πολιτισμού, η Ελλάδα της Ιστορίας, η Ελλάδα των Παραδόσεων δεν μπορεί να χαθεί ούτε γιατί κάποιοι το πίστεψαν, ούτε γιατί κάποιοι μπορεί να το θέλουν. Η Ελλάδα μας μπορεί να σταθεί στα πόδια της. Μπορεί, και πάλι, να τραβήξει μπροστά.

Εξοχώτατε κύριε Πρόεδρε,

Αυτόν τον δρόμο αναζητούμε και προσδοκούμε οι Έλληνες σήμερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου