Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Γιαγιά πες μου, για τους πολέμους!

 Γιαγιά μου, να σε ρωτήσω κάτι, πότε ήρθες στο Κεράμι;
-Δυο φορές! Στον πρώτο διωγμό, το δεκατέσσερα, ήρθαμε και φύγαμε. Μετά στην καταστροφή, το εικοσιδυό, δεν ξαναφύγαμε.

-Γιαγιά πες μου, για το δεκατέσσερα.
-Ο πατέρας μου ο Κωστής κι η μάνα μου η Μυρσίνα, είχαν μεγάλο βιος στο όμορφο χωριό μας, στο Σερέκιοϊ, είκοσι χιλιόμετρα έξω απ’ τη Σμύρνη, στον πλούσιο κάμπο της Μαινεμένης που τον πότιζε ο Έρμος ποταμός. Το Σερέκιοϊ, ήταν ελληνοχώρι κι είχε πάνω από χίλιους πεντακόσιους Ρωμιούς. Οι γονείς μου καλλιεργούσαν αμπέλια, έβγαζαν σταφίδες, έσπερναν σιτάρι κι έκαναν εμπόριο ακόμα και με τη Μασσαλία της Γαλλίας. Ήταν αφέντες κι είχαν στη δούλεψή τους Έλληνες και Τούρκους εργάτες. Ζούσαμε σε ένα τριώροφο πέτρινο σπίτι, κάτω οι υπηρέτες, πάνω εμείς, στο μεσαίο πάτωμα υποδεχόμασταν τους φίλους. Στις 31 του Μαγιού, εκατοντάδες ληστοσυμμορίτες Τουρκαλάδες από τα γειτονικά τουρκοχώρια μαζί με βασιβουζούκους, τσαούσηδες, ζαπτιέδες και μπιχτσήδες της διπλανής Μαινεμένης, έκαναν επίθεση στις τρεις τα ξημερώματα. Εμείς δεν είχαμε στρατιώτες, λοχίες, χωροφύλακες ή αγροφύλακες. Έγινε μάχη μέχρι τις οκτώ το πρωί. Όταν τέλειωσαν τα μπαρούτια στους τριάντα παλιούς γκράδες και στα εξήντα κυνηγετικά όπλα των Σερενκιωτών, οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό αρχίζοντας τις σφαγές, το πλιάτσικο και τις φωτιές στα σπίτια. Εξήντα έξι Έλληνες σκοτώθηκαν αυτό το βράδυ και πιο πολλοί τραυματίστηκαν.
-Εσείς γλυτώσατε όλοι;
-Ήμασταν τυχεροί, το σπίτι μας ήταν στην άκρη του χωριού αλλά απ’ την άλλη μεριά που έγινε η επίθεση και έτσι προλάβαμε και φύγαμε. Ο πατέρας μου διάλεξε να πάμε προς το Κορδελιό για τη Σμύρνη κι όχι στην Φώκαια, που κι αυτήν την κτύπησαν μια βδομάδα πριν. Φόρτωσε τη μάνα μου και τα πέντε παιδιά στην καρότσα ενός αραμπά και μας σκέπασε με άχυρα. Στο δρόμο, σαν πέρασε η μεγάλη ταραχή σταμάτησε, να μας αναγορέψει και μέτρησε τέσσερα, χωρίς εμένα τη μικρότερη. Γύρισε τρέχοντας πίσω και με άκουσε να κλαίω σ’ ένα χαντάκι. Ήταν τυχερό να έλθω και να μη μείνω στα χαρέμια! Ήρθαμε στο Κεράμι, μιας και ο πατέρας μου καταγόταν από εδώ. Μείναμε στην πλίθινη καλύβα του πάππου μου, που δεν ζούσε τότε. Ήρθαμε όλοι μαζί, πέντε παιδιά και οι γονείς. Αυτά μου τα είπε η μάνα μου αργότερα. Τότε ήμουν τριάντα ημερών. Ασαράντιστη!
-Αλλά γυρίσατε πίσω.
-Σε τέσσερα χρόνια, το δεκαοκτώ, που έφτιαξαν τα πράματα, γυρίσαμε στο σπίτι μας και στα καλά μας.

-Γιαγιά πες μου, για το εικοσιδυό.
-Ο τούρκικος στρατός τ’ απόγευμα του μεγάλου κακού, στις 28 Αυγούστου, μπήκε στο Σερέκιοϊ. Εμάς, της κάτω γειτονιάς, μας μάζεψαν μαζί με άλλους χριστιανούς στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Το βράδυ ήρθε ένας γιούσμπασης και ζήτησε από τον πατέρα να πάει να φέρει όλα τα άλογα, τα μουλάρια, τα γαϊδούρια και τους αραμπάδες. Επίταξη για τον τούρκικο στρατό. Μέχρι το πρωί δεν γύρισε. Τον σκότωσαν. Η μάνα μάς πήρε και μάς πήγε στη Σμύρνη. Μέσα στο χαμό που γινόταν κι εκεί κατάφερε να χωθούμε όλοι μαζί σε μια μαούνα που δεν ξέραμε που πήγαινε. Ήμασταν έξι παιδιά, ένα παραπάνω τούτη τη φορά, ο Μιλτιάδης, το στερνοπαίδι, που ήταν τριάντα ημερών. Και στους δυο διωγμούς, το ’χε γραμμένο η μοίρα μας, ένα παιδί να ταξιδέψει ασαράντιστο! Μέσα στη μαούνα ένα άκληρο ζευγάρι, Έλληνες ήτανε, ζήτησε να υιοθετήσει εμένα την οκτάχρονη, να ξαλαφρώσει η χήρα! Εκείνη τους απάντησε: «Ή όλα θα τα θάψω ή όλα θα τ’ αναστήσω!»

Για καλή μας τύχη, ξεμπαρκάραμε στη Μυτιλήνη, όπου εννιά μερόνυχτα κοιμόμασταν σ’ ένα χέρσο χωράφι χωρίς νερό, μόνο κουβέρτες μας δώσανε. Από εκεί ήρθαμε στο Κεράμι πάλι με αραμπά και δεν έπεσε κανένα στο δρόμο.
-Οπότε πήγατε στην καλύβα του παππού σου.
-Όχι, τούτη τη φορά, το ελληνικό κράτος φρόντισε και μας στρίμωξε μαζί με άλλους πρόσφυγες, σε ένα ερείπιο ενός πλούσιου κτηματία, δίπλα από το δικό του αρχοντικό. Μείναμε εκεί εννιά μήνες χωρίς να θέλει ο ιδιοκτήτης, που κάθε μέρα φώναζε να φύγουμε. Φοβόταν μη χαλάσουμε το χάλασμα!
-Όμως δεν μπορούσε να σας διώξει, είχατε την άδεια της κοινότητας.
-Μπόρεσε, όταν το ’βαλε φωτιά ένα βράδυ με στουπιά και το ’καψε. Το προτιμούσε καμένο παρά κατοικημένο!
-Βγήκατε ζωντανοί;
-Η μάνα μου πρόλαβε και έβγαλε τα έξι παιδιά απ’ το γιαγκίνι. Σαν μας μέτρησε και σιγουρεύτηκε, θέλησε να μπει ξανά μέσα στη φωτιά και στους καπνούς να πάρει τη ραπτομηχανή, μια γερμανική Singer που δούλευε με τα χέρια, για να συνεχίσει να ράβει. Κάποιοι πρόσφυγες την βαστούσαν, μην πάει και καεί. Σαν αγρίμι τους ξέφυγε. Μπήκε, και βγήκε γρήγορα καψαλισμένη αλλά με τη μηχανή. Χρόνος μου φάνηκε, κακόχρονού τ’!
-Ποιός ήταν;
-Δεν του αξίζει ούτε το όνομά του να πω! Δεν φταίει το όνομα σε τίποτα. Να τον θυμάσαι έτσι που τον είπε η μάνα μου, η Μυρσίνα. Έχοντας παραμάσχαλα την μηχανή, σαν τον είδε στη γωνιά, ζαρωμένο, κρυμμένο και μουτζουρωμένο, του φώναξε:  «Καρβουνιάρη, τη Σμύρνη, μάς ’καψαν και ζήσαμε, να ’ναι καλά αυτά που κουβαλάμε! Έτσι θα κάνουμε μοναχοί μας προκοπή, ανώτερη απ’ τη δική σου!»
-Την είχε φέρει από το Σερέκιοϊ;

-Απ’ τη Μικρασία κουβάλησε αυτά που ’μαθε, μαζί μ’ ένα μποχτσά με μια αλλαξιά ρούχα για το καθένα από τα έξι παιδιά της. Κάποιες λίρες και το σταυρό της, τα τύλιξε κρυφά μέσα στα φάσκια του Μιλτιάδη. Με μια λίρα αγόρασε τη μηχανή. Εκεί πλουσιοκόριτσο με τα γαλλικά της, εδώ έμαθε κι έραβε.
-Έκανε κι άλλες δουλειές;
-Χαράματα πήγαινε στα χωράφια, το μεσημέρι για ένα πιάτο φαΐ έκανε μαθήματα, ελληνικά σε ντόπια παιδιά, τ’ απόγευμα καθάριζε ξένα σπίτια, το βράδυ ζύμωνε σ’ ένα φούρνο, τα μεσάνυκτα γυρίζοντας στο σπίτι έπλεκε κάλτσες και φανέλες που της ζήταγαν. Έτρεχε ολημερίς, εκτός την Κυριακή, που πήγαινε μόνο στο φούρνο και στην εκκλησία. Τι άλλο να ’κανε;
-Από τις λίρες, σας λέγαν λαφυρίνες;
-Αυτοί μας τις πήραν, τους πρώτους μήνες, για ένα κομμάτι ψωμί, εμάς είπαν λαφυρίνες. Αλλά μάς έλεγαν και παστρικιές.
-Σας έκανε τακτικά μπάνιο;
-Κάθε βράδυ, εκτός την Κυριακή, μας έβαζε στη σκάφη και μας έτριβε με εκείνο τ’ άσπρο σκληρό σαπούνι που μόνη της έφτιαχνε. Πως έτσουζε στα μάτια μη το μολογάς. Όμως μάς λέγαν παστρικιές, οι βρωμιάρηδες και για ένα άλλο λόγο.
-Σας θεωρούσαν εύκολες!
-Η μάνα μου αγάλια αγάλια έκτισε μια κουζίνα και ένα δωμάτιο, πλίθινα, δίπλα στην καλύβα. Ανέθρεψε τα έξι παιδιά της και τα πάντρεψε όλα μοναχή της, την Δημητρία και την Διαμάντω στ’ Αρειανά, τον Χρήστο κι εμένα στο Κεράμι, τον Αντώνη στα Βασιλικά, τον Μιλτιάδη στην Αθήνα, αυτός ξέφυγε κι έκανε μεγάλη προκοπή. Η ίδια παρέμεινε χήρα κι αυτοί την έβριζαν. Κανέναν δεν ήθελε. Πέθανε το εξήντα στα χέρια μου, εβδομήντα πέντε χρονών. Στα τρία τελευταία χρόνια της, απόμεινε τυφλή απ’ αρρώστια και στα δυο όμορφα αμυγδαλωτά πράσινα-μελιά μάτια της, ίσως κι απ’ όσα είδε κι έπαθε. Σαν δεν έβλεπε, δεν μπορούσε να βγαίνει έξω και να τρέχει. Σαν χελιδόνι στο κλουβί, δυσκολεύτηκε παραπάνω και πριν το τέλος έχασε και τα μυαλά της, την κοίταξα χωρίς να με κουράσει με όσα τότε τράβαγε. Είχε κάνει για όλους μας τόσα σωστά, τόσα χρόνια.
-Εσύ πότε παντρεύτηκες;
-Το τριάντα οκτώ, το σοβατζή, τον Παναγιώτη Στυψιανό, απ’ τα Δάφια.

-Γιαγιά πες μου, για το σαράντα. 
-Τον κάλεσαν στον πόλεμο, μου ’στειλε γράμμα κι έγραψε: «Γλύτωσα τις μάχες, με έβαλαν τραυματιοφορέα!»
Τότε είπα πως ησύχασα. Όμως τον έπιασαν αιχμάλωτο πολέμου οι Γερμανοί μαζί με άλλους πέντε και τους ’στήσαν στο απόσπασμα. Αυτοί, οι πολιτισμένοι! Ένας γλύτωσε απ’ τις πρώτες σφαίρες και δεν ήταν ο δικός μου. Σαν το έμαθα, η άμοιρη, ανήμερα του Άι Γιώργη, στις 23 Απρίλη, την Τετάρτη μετά το Πάσχα, απέβαλα το οκταμηνίτικο αγόρι μου. Το αεροβάφτισα Γιωργή, επίτηδες, μα αυτός δεν κατάλαβε, νόμισε ότι του το χάρισα κι αντί να το σώσει, το πήρε ασαράντιστο! Τον ρώτησα ποια αμαρτία έκανα και δεν πήρα απάντηση. Δυστυχία μου που τους έχασα και τους δυο, ευτυχώς είχα την μονάκριβή μου κόρη, τη μαμά σου, την Κορνηλία.
-Γιαγιά πες μου, για τον εμφύλιο. 
-Τα αδέλφια μου δεν ανακατευτήκαν και γλύτωσαν, νταγιανάμαντι πια! Άλλον άντρα να χάσω δεν είχα! 
-Γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκες; Ήσουν τότε είκοσι έξι μόλις χρονών και πολύ όμορφη.
-Είχα, καρδούλα μου, κόρη να προικίσω, έπρεπε να γκρεμίσω το πλίθινο σπίτι και να το φτιάξω πέτρινο, αγαπούσα τον άντρα μου, που πήρε εμένα τη «ξένη», χωρίς να συμφωνούν οι Δαφιώτες κι ήρθε κι έζησε στο πλίθινο μαζί μου, όσο έζησε!
-Σε θέλαν, σε ενοχλούσαν;
-Πολλοί! Μια φορά σε ένα χωράφι που δούλευα, χαράματα, πήγα να βάλω μπρος τη μηχανή, να βγάλω νερό, να ποτίσω τις πατάτες και δεν μπορούσα. Πρέπει να ήμουν με πολύ πυρετό, άλλες φορές τα κατάφερνα. Είδα έναν περαστικό και ζήτησα βοήθεια, σαν γέμισε ο κουβάς, ξεστόμισε: «Έλα μουρή συ Μαρίγια, τώρα να σι φ’λήσου!» Με είπε, ο αδιάντροπος, μωρή, ήθελε και να με χαλάσ’, σαν που χάλασε τ’ όνομά μου. Τον κτύπησα με τον κουβά στο κεφάλι κι έτρεχε με τα αίματα.
-Πότε έφτιαξες την καλύβα πέτρινη;
-Το πενήντα είπα: «Άντε μπακαλούμ Μαρία, ξεκίνα!» Σε δέκα χρόνια, πριν παντρέψω την κόρη μου με τον Τζουμαγλιώτη, τον κυρ-Γιάννη, τον μπαμπά σου, τέλειωσα τον τελευταίο τοίχο, έβγαλα τον τρυπημένο τσίγκο κι έβαλα κεραμίδια. Ήθελα να μην γεννηθείς και στάζουν τα νερά στο προσκεφάλι σου.
-Γιαγιά πες μου, για το εβδομήντα τέσσερα;
-Φοβήθηκα μην έρθουν κι εδώ, μάζεψα τα κοσμήματα της κόρης μου και το σταυρό της μάνας μου, που τον φορούσες και τότε εσύ, και τα έθαψα κάτω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Είπα μέσα μου: «Τους ξεγέλασε η Μυρσίνα, μην τύχει και τον αρπάξουν από την εγγονή της Μαρίας!» Θα ’ταν ντροπή για μένα! Την επαύριο του καλοκαιριού που μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, κάλεσαν τον μπαμπά σου να φυλάξει στην Πέτρα, ευτυχώς σταμάτησε ο πόλεμος κι έτσι σε λίγες μέρες, εκείνος, γύρισε. Σαν καταλάγιασαν τα πράματα, το χειμώνα, τα ξέθαψα. 
-Φοράς μαύρα φουστάνια πάντα με τσεμπέρι ως και οι παντόφλες μαύρες είναι.
-Αν τα έβγαζα δεν θα μ’ αφήναν ήσυχη οι μουρντάρηδες. Όμως κεντούσα για την Κορνηλία μου και για σένα, γλύκα μου, λουλουδιαστά. 
-Θυμάμαι, καλή μου γιαγιά, το πρώτο που μου έραψες, άσπρο σαν νυφικό, τί λουλούδια είχε; 
-Αχ τζάνεμ, ανεμώνες και ζουμπούλια. Να σε ρωτήσω όμως τώρα κι εγώ ένα, γιαβρί μ’! Εσύ πέντε φορές είπες «γιαγιά πες μου», θυμάσαι τί έγινε με τον πελαργό; 
-Θυμάμαι! Τότε στο «καλοκαίρι» της Κύπρου, ήμουν οκτώ χρονών και πήγα στο πεζούλι του σπιτιού με το στύλο της Δ.Ε.Η., που είχε τη φωλιά του, να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς. Χωρίς να προσέξω κάθισα επάνω σε μια κουτσουλιά του. Σήκωσα το βλέμμα, τον είδα και είδα πως με είδε. Μια γειτόνισσα, η Ελένη η Μαρίναινα, με πήρε σπίτι της, έπλυνε το φουστάνι και το κρέμασε στη σκαμνιά του δρόμου, να στεγνώσει στον ήλιο. Ήμουν γυμνή και περίμενα μέσα, να το φορέσω για να βγω. Όμως ο πελαργός άρεσε το φόρεμα, κατέβηκε με μια βουτιά και το πήρε για τα δικά του πελαργέλλια! Τα άλλα παιδιά στο στενό, σαν βγήκα φορώντας το φουστάνι της κόρης της γειτόνισσας, που έπλεε πάνω μου, γέλαγαν κι εγώ έκλαιγα.

-Σου ’φτιαξα άλλο, τζιέρι μου, πιο όμορφο, κόκκινο, για να το βλέπει και να φεύγει ο πελαργός! Σε ’κείνο κέντησα και μπλε μενεξέδες και το πρόσεχες, το φορούσες μόνο στις γιορτές του σχολείου. Σου ’φτιαξα κι άλλα μ’ αλλιώτικα χρώματα. Μα να γελάς, καλύτερα που ’ρθε τότε και το πήρε αυτός κι όχι κανένας Τουρκαλάς! 
-Και στο σχολείο φορούσες μαύρα;
-Δεν τα έβαλα για τον πατέρα μου, δεν ήθελε η μάνα μου να είμαστε όλοι στα μαύρα. Πρόλαβα και πήγα στην πρώτη δημοτικού στο Σερέκιοϊ. Από τότε που ήρθαμε και μείναμε εδώ, από οκτώ χρονών δούλευα μαζί με τη μάνα μου στα χωράφια, πότε να πάω σχολείο; 
Ήθελα να μάθω, όσα ήξερε κι ακόμα παραπάνω. Εκείνη μου ’δειχνε να διαβάζω. Δεν έμαθα να γράφω, αλλά ξέρω να λογαριάζω απ’ έξω κι ανακατωτά τους αριθμούς για τα έξοδα. Η κυρία Σαπφώ, η δασκάλα, ήρθε και πήρε τη κόρη μου στο δημοτικό με το ζόρι. Άγια, έκανε! Εκεί της έμαθε γράμματα, ως και τ’ απογεύματα τη διάβαζε. Στα διαλείμματα, της έδειχνε να κεντά από σχέδια κι όχι σαν εμένα στα κουτουρού, έτσι η μαμά σου έγινε σπουδαία κεντήστρα και δεν χρειάστηκε να πάει στα χωράφια. 
                                   Το σημερινό Seyrek, κατά την περσινή καλοκαιρινή μου επίσκεψη

-Θες να ξαναδείς το Σερέκιοϊ; 
-Δεν θέλω να δω τα ματωμένα μισοφέγγαρα. Δεν θέλω να δω στο σπίτι και στα χωράφια μας τα παιδιά του Τούρκου συνέταιρου του πατέρα μου, που τον κατέδωσε ότι έδωσε λεφτά στον ελληνικό στρατό και τον σκοτώσαν. Ο έξυπνος Μαυρουδής δεν στοχάστηκε τούτο: 
«Άμα έχεις Τούρκο φίλο, κράτα ένα ξύλο!» 
-Θες κάτι, τώρα στα γεράματα; 
-Τώρα όχι, Μαρούλα μου. Άμα πεθάνω θέλω! Τότε να πας καρσί, να φέρεις δυο χούφτες χώμα από το Σερέκιοϊ, να το ρίξεις στα κόκαλά μου και στα κόκαλα της Μυρσίνας, να ημερέψουμε! 

Αριστείδης Στυλ. Κυριαζής
astromereia@ath.forthnet.gr 

Υστερόγραφο: Την ιστορία της Μαρίας Μαυρουδή-Στυψιανού τη θυμήθηκε η εγγονή της, η Μαρία Χατζηδουκάκη-Κεφάλα και την κατέγραψα με την άδειά της. 
Ο ποταμός ΄Ερμος στο Σερέκιοϊ και τα ανταριασμένα σύννεφα, σαν τότε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου