Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

είναι πολλά τα λεφτά

 Ενδεικτικός κατάλογος με τον κύκλο εργασιών επιλεγμένων πολυεθνικών εταιριών σε σύγκριση με κράτη. (σε εκ. Δολάρια, στοιχεία από την Παγκόσμια τράπεζα 1995)

GENERAL MOTORS
178.2
ΔΑΝΙΑ
161.1
FORD
157.3
ΝΟΡΒΗΓΙΑ
153.4
MITSUI& CO
142.8
ΠΟΛΩΝΙΑ
135.7
ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ
129.1
MITSUBISHI
129
SHELL
128.1
ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ
125.3
ESSO
122.4
TOYOTA
95.2
ΙΣΡΑΗΛ
92
GENERAL ELECTRIC
90.8
ΦΙΛΛΙΠΙΝΕΣ
83.1
IBM
78.5
ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ
65
UNILEVER
43.7
ΠΑΚΙΣΤΑΝ
41.9
NESTLE
38.4
SONY
34.4

Χαρακτηριστικό των ανισοτήτων είναι πως:

Οι τρεις πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο κατέχουν τόσο πλούτο όσο οι 48 φτωχότερες μαζί.
Η περιουσία των 84 πλουσιοτέρων ανθρώπων στον κόσμο ξεπερνούν το ακαθάριστο εθνικό προϊόν της Κίνας.
Οι 225 πλουσιότεροι άνθρωποι στον πλανήτη διαθέτουν περιουσία ισοδύναμη με το ετήσιο συνολικό εισόδημα του 47% των φτωχότερων ανθρώπων του πλανήτη. (πάνω απο 3 δις. Άτομα. )
Στις Η.Π.Α οι «Golden boys’ κερδίζουν ο κάθε ένας κατά μέσον όρο 1.000 περισσότερα από ότι ένας μέσος υπάλληλος τους.

122 επιχειρήσεις εκπέμπουν το 80% όλων των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

http://xletsos-basilhs.blogspot.com/

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Κάποτε

Κάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.

Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.

Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας. Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype.

Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.

Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.

Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά. Σήμερα το λέμε και με SMS.

Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι. Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ... 3000 κυβικών.

Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.

Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και... ήμασταν ευτυχισμένοι. Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα...

Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator.

Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και...αρρωσταίνουμε.

Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας. Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει.

Είτε είναι καλός, είτε κακός. Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι...μπανάλ. Και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες. (αυτό σαν δικαιολογία μοιάζει...)

Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.

Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ..

Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι μαμακία.

Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.

Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη. Σήμερα μας ξεκουφαίνει ο...(Βάλτε όποιον θέλετε).

Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο.

Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.

Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν...τους κακούς.

Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με τον κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.

Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος». Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει»...

Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα . Σήμερα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.

Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.

Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι! Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.

Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα...μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του (Βάλτε ότι θέλετε).

Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.

Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.

Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.

Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.

Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα.


http://trelogiannis.blogspot.com/

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Περί γλώσσας



Στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης,της καταναλωτικής κοινωνίας και της ταυτόχρονης μαζικοποίησης, η γλώσσσα έχει γίνει το πιο εκφραστικό αλλά και το πιο σκοτεινό πρόβλημα.

Γλώσσα είναι η πραγματοποίηση της συνείδησης·και μ΄αυτήν την ιδιότητα-πρίν απο κάθε επικοινωνία- ο ορισμός της συνείδησης στη σκέψη , δηλαδή η επικοινωνία ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου ξεκινώντας απο το υποσυνείδητο.Το εργαλείο αυτής της πρωτογενούς επικοινωνίας, την ίδια την γλώσσα, μου την έδωσαν άλλοι στα πλαίσια της επικοινωνίας, την έχω μάθει, για να γίνω συνειδητός του εαυτού μου.
Το άτομο βεβαίως αισθάνεται ήδη πριν την διατυπωμένη σκέψη, αλλά το θαύμα του αυθορμητισμού υφίσταται ακριβώς στο γεγονός οτι το αίσθημα άμεσα γίνεται σκέψη και ταυτόχρονα λόγος. Εδώ βρίσκονται οι αληθινές ρίζες της έννοιας του πολιτισμού σαν συναισθηματικός πολιτισμός, γλωσσικός πολιτισμός. Και τα δύο λείπουν σε μεγάλο βαθμό απο το άτομο στην βιομηχανική κοινωνία. Το συναίσθημα αντικαθίσταται απο το κώλυμα, στη θέση του δημιουργικού και του καταστρεπτικού λόγου, μπαίνει η κοινή φρασεολογία.

Η εξέλιξη των Ευρωπαικών γλωσσών, που έγιναν οι φορείς του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, δεν διαχωρίζεται απο την κοινωνική εξέλιξη και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σε σύγκριση με την ιστορία της Ελληνικής γλώσσας. Εφ' όσον ο Ευρωπαικός πολιτισμός ισχυρίζεται οτι είναι η ολοκλήρωση του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, αυτή η σύγκριση των φορέων του πολιτισμού μπορεί να ρίξει φως στα διάφορα ερωτηματικά.

Ήδη το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών γλωσσών δείχνει μιά πολύ παράξενη ιδιαιτερότητα:τη διγλωσσία, όχι όπως υπήρξε στο Βυζάντιο όπου δύο μορφές της ίδιας γλώσσας συνυπήρξαν, αλλά σε ένα ανταγωνισμό μεταξύ της λατινικής σαν επίσημης γλώσσας της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και επομένως του κρατικού κατεστημένου, και των διαφόρων λαϊκών γλωσσών, των Φράγκων, Ιταλών, Γερμανών. Αυτή η διγλωσσία χαρακτήριζε όλο το μεσαίωνα και τοπικά διατηρήθηκε μέχρι τον 19ο αιώνα. Κάτω απο αυτές τις συνθήκες οι λαϊκές γλώσσες είχαν μιά πολύ αργή εξέλιξη. Η μεγάλη στροφή της Μεταρρύθμισης του Λούθηρου και του Καλβίνου έφερε την λαϊκή γλώσσα στην επιφάνεια σαν την γλώσσα της Βίβλου και της Λειτουργίας. Αυτή όμως η στροφή τελικά δεν οδήγησε σε μία παλλαϊκή "αναγέννηση", αλλά μετέτρεψε την γλώσσα κατά την περίοδο του Διαφωτισμού σε κύριο μέσο έκφρασης της καινούργιας τάξης των αστών. Όλη η λογοτεχνία του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα είναι όλο και πιο έντονη έκφραση της ταξικής πάλης των αστών εναντίον του φεουδαρχισμού, και κορυφώνεται στη Γερμανία στην "κλασική" εποχή του Γκαίτε και του Σίλλερ, στη Γαλλία νωρίτερα στο διαφωτισμό του Βολτέρου και του Ντιντερώ.



Έτσι η γλώσσα όλο και περισσότερο αποσπάται απο το λαό, ο οποίος -ιδιαίτερα στη Γερμανία- μιλούσε σε διάφορες διαλέκτους που πολλές φορές δεν είχαν καμιά σχέση με τη γλώσσα των γραμμάτων, που μιλούσαν οι "διανοούμενοι". Σαν σύμβολο της τάξης των αστών απο τις θαυμαστές δημιουργίες της ποίησης και του θεάτρου, η γλώσσα σιγά-σιγά ξεπέφτει σε καθημερινό μέσο εμπορίου, των μαζικών μέσων ενημέρωσης, ώστε να χάσει την βασική της λειτουργία:την άμεση επικοινωνία των ανθρώπων.

Έτσι κατάληξαν οι Ευρωπαϊκές γλώσσες στο αδιέξοδο όπου βρίσκονται σήμερα, με μιά ποίηση που δεν μπορεί να εκφράσει πια τίποτα και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τα μέσα του παραλόγου, χωρίς καμιά ικανότητα επικοινωνίας.

Σε σύγκριση μ' αυτό το σύντομο σκίτσο της κοινωνιολογκής ιστορίας των Ευρωπαϊκών γλωσσών η Ελληνική πραγματικότητα αποκαλύπτει εντελώς άλλες ρίζες. Μολονότι, στο Βυζάντιο, γνώρισε και ο Ελληνισμός τη διγλωσσία, υπάρχουν δύο παράγοντες που εμποδίζουν μια εξέλιξη ανάλογη με την Ευρωπαϊκή: πρώτα το γεγονός οτι πάντοτε επρόκειτο για την ίδια γλώσσα έστω και αν έγινε η αρχαία σύμβολο του στάτους των κυριαρχούντων, οι οποίοι όμως σαν υπάλληλοι ενός συγκεντρωτικού κράτους δεν απόκτησαν ποτέ τη μορφή κλειστής τάξης· δεύτερον η γλώσσα της Εκκλησίας που στην αρχή του Χριστιανισμού ήταν η πιό προλεταριοποιημένη μορφή της τότε διεθνούς Κοινής Γλώσσας, πάντα έμεινε λίγο -πολύ κατανοητή για το λαό, ακόμη και σε μεταγενέστερες εποχές, όταν η γλώσσα του λαού απομακρύνθηκε σημαντικά απο την Κοινή Γλώσσα της Ελληνιστικής εποχής.
Η ζωντανή γλώσσα έτσι ποτέ, σε κανένα σημείο της ιστορίας της, δεν έγινε σύμβολο του στάτους μιάς προνομιούχου μειοψηφίας, αλλά ήταν η συνειδητή έκφραση του λαού.
 


Μ' αυτές τις ιστορικές ρίζες μπόρεσε να σημειωθεί στη νεώτερη Ελλάδα μιά θεαματική εξέλιξη, η οποία είναι μοναδική στην ιστορία, και δεν είχε ανάλογα ίχνη στην Ευρώπη: η πάλη μεταξύ της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Οι Έλληνες που ζούν αυτή τη πραγματικότητα και ταυτόχρονα κοιτάζουν με σεβασμό τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, ιδιαίτερα τις εκδηλώσεις στον τομέα της λογοτεχνίας, δεν αντιλαμβάνονται την τεράστια -και για την κοινωνική δομή τόσο αποφασιστική- σημασία της ιστορίας αυτής της πάλης.

Η καθαρεύουσα είναι γέννημα και θρέμμα της Ευρώπης του διαφωτισμού
(ο Κοραής έζησε στο Παρίσι τη Γαλλικη Επανάσταση, κάτω απο την άμεση επιρροή του Διαφωτισμού), της καινούργιας αστικής τάξης του κλασσικισμού, οπότε ανακαλύφτηκε για δεύτερη φορά μετά την Αναγέννηση ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός. Η γλώσσα που αυτοί οι φωτισμένοι Έλληνες διανοούμενοι δημιούργησαν, ήταν η έκφραση του Ευρωπαίου αστού και της ταξικής του συνείδησης, όπως είχε διαμορφωθεί στα πλαίσια του Διαφωτισμού και της Επανάστασης σαν το πρώτο μέσο της ταξικής πάλης, που στην Ευρώπη στράφηκε εναντίον των Φεουδαρχών και της φεουδαρχοποιημένης Εκκλησίας, και όχι εναντίον ενός ξένου κατακτητή. Και αυτή τη γλώσσα προσπαθούσαν γενεές εξευρωπαϊσμένων αστών να την επιβάλουν στον Ελληνικό λαό. Το θαύμα της αποτυχίας τους δεν μπορεί να εξαρθεί αρκετά. (Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η παράλληλη εξέλιξη στην Ουγγαρία όπου μια ομάδα μικρών ευγενών κατα το τέλος του 18ου αιώνα έκανε μια προσπάθεια να ανανεώσει τη γλώσσα του λαού περίπου με ανάλογα ιδανικά όπως το είχαν κάνει οι δημιουργοί της ελληνικής καθαρεύουσας. Αυτοί οι μεταρρυθμιστές της Ουγγρικής γλώσσας επέτυχαν, δημιούργησαν τη γλώσσα των διανοούμενων νέων αστών, και χάλασαν μέχρι και τις ρίζες τη γλώσσα του λαού, έτσι που να είναι σήμερα η ουγγρική γλώσσα ένα αλλοτριομένο μίγμα που μάταια προσπαθούν λογοτέχνες και ποιητές να την ανανεώσουν απο τις λαϊκές ρίζες, αφού απλούστατα οι ρίζες δεν υπαρχουν πιά).




Η αντίθετη Ελληνική εξέλιξη, η ομόθυμη τάση των λογοτεχνών και ποιητών να ταχθούν εναντίον της καθαρεύουσας και υπέρ της δημοτικής, είναι η πιο καθαρή απόδειξη οτι η ταξική δομή της Ελλάδος, όπως διασώθηκε απο το Βυζάντιο και τη Τουρκοκρατία δεν γνώρισε ποτέ τον φεουδαρχισμό της "κληρονομικής ευγενείας"η οποία ως ιδεολογία και φορέας των κρατικών και κοινωνικών μηχανισμών (ακόμα και των εκκλησιαστικών) καθόρισε στα Ευρωπαϊκά κράτη και την κοινωνικο-πολιτική καθώς και την πολιτιστική εξέλιξη, ακόμα την αντίθετη διαμόρφωση της καινούργιας αστικής τάξης. Η έλλειψη ταξικής διακρίσεως στη συνείδηση του Ελληνικού λαού έχει την αποδειξή της στην ιστορία της γλώσσας. Η λαϊκή γλώσσα, με την οποία, στην μορφή της διαλέκτου ή της αργκώ των πόλεων, στην Ευρώπη εκφράζεται η στομωμένη άρνηση αστικής μόρφωσης εκ μέρους των καταπιεσμένων τάξεων-ακόμα και με την ασυναρτησία της έκφρασης, γιατί η γλωσσική διάρθρωση αποδεικνύει τον αστό διανοούμενο- στην Ελλάδα έγινε ο φορέας της λαϊκής συνείδησης, της λογοτεχνίας, της πολιτικής έκφρασης του λαού και τελικά νίκησε τον ευρωπαϊκού τύπου τεχνητό αστικό αντίπαλο, όταν στη Βουλή το 1975 ανακοινώθηκε οτι η καθαρεύουσα "είναι νεκρή".

Αυτή η ουσιστική διαφορά μεταξύ του Ελληνικού και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού θα έπρεπε να συνειδητοποιηθεί με κάθε μέσον στην Ελλάδα τη στιγμή που οι δεσμοί μεταξύ Ελλάδος και Ευρώπης γίνονται πιο στενοί και ο γενικός θαυμασμός προς την Ευρωπαϊκή Κουλτούρα και τα κατορθώματα της αυξάνεται όλο και περισσότερο. Πρέπει να αντιληφθούν οι Έλληνες οτι αντιμετωπίζουν μια βασικά νεκρή κουλτούρα, η οποία δεν ξέρει πως να ξεμπλέξει απο τις κληρονομικές αρρώστιες της, ενώ οι Έλληνες διαθέτουν με το μέσον της πάντα ζωντανής λαϊκής γλώσσας τους, ενα στοχείο της διαρκούς επανάστασης, που ίσως ούτε οι ίδιοι οι εφευρέτες της πολιτιστικής διαρκούς επανάστασης, οι Κινέζοι, διαθέτουν. Γιατι στην Ελλάδα σχεδόν δεν υπάρχει Έλληνας που να μην έλαβε ενσυνείδητα μέρος στην εξέλιξη της γλώσσας του: με τον λόγο, με την ομολία βρίσκει ουσιαστικά τον εαυτό του στην επικοινωνία με τον συνανθρωπο του.

 Οι Έλληνες έχουν την λέξη ΑΝΘΡΩΠΙΑ*, και εφ' όσον την έχουν, έχουν και ανθρωπιά. Και αυτός είναι τελικά η συναισθηματική βάση της υπαρξής τους, ο μύθος τους.
Η μόνη μου ευχή είναι, αφού γνώρισα αυτή την ανθρωπιά, να διατηρηθεί ανέπαφη στη σκληρή μάχη με τις "ευλογίες" του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού που με τους μηχανισμούς του μεταγενέστερου καπιταλισμού και της καταναλωτικής κοινωνίας πλημμυρίζει τον τόπο.*

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ΓΚΕΜΕΡΕΫ
Η ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ 1977




Πόσο ρομαντικά ακούγονται όλα αυτά 30 χρόνια μετά, και γνωρίζοντας τα αποτελέσματα της σκληρής(;) μάχης!
Μετανάστες στην ίδιο μας τον τόπο, με υπερασπιστή της γλώσσας και της ιστορίας στο Ελληνικό Κοινοβούλιο,τον αρριβίστα εθνικιστή και την φαιδρή παρέα του, λοιδορούμενοι απο τους (παρα)μορφωμένους, και με δεκανίκι, σύσσωμη τη συντηρητική παράταξη.
Η γλώσσα δεν κατασκευάζεται στα εργαστήρια, ζεί όσο είναι ζωντανή και εκφράζει τους πόθους ενός λαού, όχι μόνο των διανοούμενων, που ξεπούλησαν την κληρονομιά τους αντί πινακίου φακής.Όσο ομιλείται, εξελίσσεται και συνεχίζει να υπάρχει.
Το πρόβλημα δεν είναι αν θα μεταφέρουμε ξένους όρους στα ελληνικά, αλλά αν χρειαζόμαστε υπερηχητικό αεροσκάφος για να πάμε στο περίπτερο. Και εμείς είμαστε αποφασισμένοι να μην πάμε παραπέρα απο το περίπτερο, ούτε για επίσκεψη. Δικαίωμα του καθενός ,ιερό και το σέβομαι. Όχι όμως μειώνοντας την κληρονομιά του αλλά προσφέροντας κάτι καλύτερο απο αυτό που είχε. Μέχρι λοιπόν να προσφερθεί αυτό το καλύτερο επιτρέψτε μου ένα ποίημα:

Ως φτωχοί και υποδουλωμένοι τιμούσαμε
την αρχοντική γλώσσα των προγόνων μας.
Τώρα, πλούσιοι και ελεύθεροι,
προτιμούμε τη νεόπλουτη εμπόρισσα
με δανεικές έννοιες και λίγες χάρες.

Όσο για την τιμημένη,
την περιφέρουμε νεκρή
στα ιδρύματα τιμωρίας
και αναμόρφωσης των παίδων,
ανίκανοι να διαχειριστούμε
την παγκόσμια κληρονομιά
των παππούδων μας.

Αίρεται αφ’ ημών η βασιλεία
και δοθήσεται τοις έθνεσι.



*Στις Ευρωπαϊκές γλώσσες δεν υπάρχει η λέξη ΑΝΘΡΩΠΙΑ, που στην νεολληνική γλώσσα διαμορφώνεται κατά τον γραμματικό πρότυπο της ομορφιάς, της δροσιάς, της ζεστασιάς.
Απο τον Λ. Γκεμέρεϋ και το βιβλίο του "η δύση της Δύσης" 1977

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Τρίτος Κόσμος


Αυτό που σήμερα αποκαλούμε Τρίτο Κόσμο εμφανίστηκε στον πλανήτη την εποχή του ιμπεριαλισμού της ύστερης βικτωριανής περιόδου (1870-1900). Η εξαθλίωση, που προκάλεσε η βίαιη ανατροπή των παραδοσιακών τρόπων οργάνωσης των τοπικών κοινωνιών και οικονομιών, είχε ως αποτέλεσμα την εκπτώχευση μεγάλου μέρους των αγροτικών πληθυσμών, κάτι που οδήγησε, στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, στην εμφάνιση πάμπολλων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που, αντίθετα με τις προβλέψεις της κλασικής μαρξικής θεωρίας, είχαν ως βάση τους την ύπαιθρο.

Στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, και κυρίως την τελευταία τριακονταετία του νεοφιλελεύθερου διεθνοποιημένου ιμπεριαλισμού (είναι χαρακτηριστικό ότι το επίπεδο φτώχειας στη Νιγηρία, που εφήρμοσε κατά γράμμα τα «δομικά προγράμματα» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ανέβηκε από το 28% το 1980, στο 66% το 1996!), η εξαθλίωση και η εκπτώχευση των ήδη εξαθλιωμένων αγροτικών πληθυσμών, που είχε ξεκινήσει τον 19ο αιώνα, ολοκληρώθηκε. Μη έχοντας πια καμία δυνατότητα επιβίωσης στην ύπαιθρο, άρχισαν να συρρέουν κατά εκατομμύρια [οι κάτοικοι των πόλεων στον πλανήτη αυξάνονται κατά 60 εκ. κάθε χρόνο] στις πόλεις του πλανήτη, επιβιώνοντας με όποιον τρόπο μπορούν, σε άθλιες συνθήκες.




Το 2003, υπολογιζόταν ότι από τα 8 δισ. κατοίκων του πλανήτη, τα 5 ζούσαν σε πόλεις. Από αυτούς το 1 δισ. αποτελούνταν από ανθρώπους με μια σχετική οικονομική άνεση, που αποτελούν και το βασικό καταναλωτικό κοινό των προϊόντων της παγκόσμιας παραγωγής. 1,5-2 δισ. αποτελούσαν τη μητροπολιτική εργατική δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ 2 με3 δισ. άνθρωποι (εκ των οποίων τα 2 τουλάχιστον ζούσαν σε παραγκουπόλεις) αποτελούσαν το ανεπίσημο/γκρίζο προλεταριάτο που υπάρχει έξω από τις επίσημες μορφές παραγωγής, και δεν έχει την παραμικρή ελπίδα, ή πιθανότητα, να ενταχθεί σ’ αυτές.


Αποτελούν άραγε αυτοί, οι εκτός επίσημης οικονομίας, άνθρωποι το «νέο επαναστατικό υποκείμενο» του 21ου αιώνα; Αμφίβολο – έως απίθανο. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι τα πιο ανήσυχα στρώματα των φτωχογειτονιών του πλανήτη εντάσσονται, κατά εκατομμύρια, στα δίκτυα αλληλοβοήθειας/εκπαίδευσης /πνευματικής υποστήριξης του Ισλάμ (Βόρεια Αφρική και Ασία) και της Εκκλησίας των Πεντηκοστιανών (Λατινική Αμερική και υποσαχάρια Αφρική).


Κι αν σ’ αυτό το ήδη εκρηκτικό μείγμα προσθέσουμε και τους νεόπτωχους των μεγαπόλεων της Δύσης, καθώς και τους τριτοκοσμικούς μετανάστες που εγκαθίστανται σ’ αυτές, τότε ένα είναι σίγουρο: οι εξεγέρσεις/ταραχές στις μεγαπόλεις του κόσμου θα γίνουν καθημερινό φαινόμενο, η εγκληματικότητα θα αυξάνεται διαρκώς, οι υπεύθυνοι θα νίπτουν τας χείρας των αυξάνοντας τα αστυνομικά –και αναποτελεσματικά- μέτρα καταστολής…

Πόσο ταιριάζει στο σενάριο και η ποινικοποίηση της γεωργίας!


*οι φωτογραφίες είναι απο το λεύκωμα του Σ.Χουτζαίου "Λεσβιακές Φωτοσκιές"
και το άρθρο δημοσιεύτηκε στη Ρήξη, φ.52, 2-5-2009