Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Το τραγούδι του Κότσυφα

Δέκα γενιές γεωργοί και μαστόροι πίσω μου κι εγώ γίνηκα καλαμαράς. Ούτε καν καλαμαράς, κουμπιά πατούσα όλη μέρα. Φύγε από τη γη, από τη φτώχεια, να πας να γίνεις καπετάνιος, έλεγε ο συχωρεμένος ο παππούς μου στον γιο του, τον πατέρα μου, σήκω φύγε από το χωριό, να μπαρκάρεις, να βγάλεις χρήμα μπόλικο, να κάμεις κι ένα σπίτι καλό στην πολιτεία, να έχεις τις ανέσεις σου, να μη φας τη ζωή σου απάνω στα βουνά όπως εγώ, βλέπεις τι τραβώ ολοχρονίς για να σας θρέψω.
Και πήγε κι έγινε καπετάνιος ο γονιός μου. Και έβγαλε όλη τη ζωή του μες στη θάλασσα, πάνω στη λαμαρίνα τα ‘ζησε τα πιο καλά του χρόνια κι ας έχτισε σπίτι καλό στην πόλη, μακριά από το χωριό κι ας είχε άνεση οικονομική μεγάλη. Έκαμε και παιδιά, εμένα και την αδερφή μου και όχι μόνο μας έθρεψε αλλά μας κουβαλούσε κι όλου του κόσμου τα καλά, τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα της τεχνολογίας είχε μες στα μπαγκάζια του σαν ξεμπαρκάριζε από τις Σιγκαπούρες και τις Ιαπωνίες, έτσι, που μας βλέπανε οι άλλοι, οι στεριανοί και τρίβανε τα μάτια τους.

Να πας να σπουδάσεις, μου ‘λεγε εμένα σαν μεγάλωνα, να γίνεις άνθρωπος, να μην καταντήσεις σαν και του λόγου μου, μακριά από τη ρουφιάνα τη θάλασσα να μείνεις, μακριά από τη λαμαρίνα του βαποριού, στα γράμματα να πας, να γίνεις επιστήμονας και να ‘χεις δουλειά καλή, στεριανή, να βλέπεις τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου κάθε μέρα, όχι όπως εγώ, μία φορά το χρόνο, έτσι μου λεγε. Και πήγα κι εγώ και σπούδασα. Έγινα προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κι έπιασα ύστερα δουλειά σε εταιρία μεγάλη, απ’ αυτές που έχουνε γραφεία σ’ όλες τις χώρες της οικουμένης, σα βαπόρια είναι κι αυτές, μονάχα που δεν κάνουνε ταξίδια στους ωκεανούς, ούτε έχουνε λαμαρίνες αλλά τζαμένια κτίρια θεόρατα.

Μακριά από τη γη ο ένας, μακριά από τη θάλασσα ο άλλος, να η κατάντια μου.

Δεν το είχα καταλάβει διόλου στο ξεκίνημα, αλλιώς μού είχανε περάσει τη ζωή μες στον σκληρό μου δίσκο βλέπεις, πως άμα έχεις χρήμα, τα ‘χεις όλα, έτσι μου μάθανε. Ύστερα όμως από δυο χρόνια δουλειάς, με καλές αποδοχές δε λέω, αλλά απ’ το πρωί ως τη νύχτα στο γραφείο μπροστά στην οθόνη, απόκαμα. Τα ‘βαλα κάτω ένα βράδυ σαν γύρισα στο διαμέρισμα, μπροστά στην τηλεόραση και στο κουτί της πίτσας. Σκλάβος ένιωθα. Νοικιασμένος στην επιχείρηση, με άδεια λίγες μέρες κάθε χρόνο σαν φυλακισμένος, σαν για να θυμηθώ τι είναι η ζωή που χάνω. Κι ύστερα πάλι στο κλουβί. Δίχως να έχω χρόνο προσωπικό ούτε για να ασκώ την τέχνη μου, τη ζωγραφική, που μ’ άρεσε από μικρό παιδί κι όταν έλεγα πως θα γίνω ζωγράφος, άστραφτε και βροντούσε ο πατέρας και μου ‘λεγε να τα ξεχάσω αυτά διότι θα πεθάνω στην ψάθα σαν όλους τους καλλιτέχνες. Και πώς να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά με τέτοια ζωή που ζεις, σκέφτηκα, να τα βλέπεις πότε; Τη νύχτα που θα κοιμούνται;

Έκατσα λοιπόν τότε, στα εικοσιεφτά μου χρόνια, το θυμάμαι σαν τώρα που ‘μαι σαράντα, και το λογάριασα το πράγμα εξαρχής, σαν μορφωμένος και γραμματιζούμενος που είχα γίνει πια. Κι όλη τη νύχτα στριφογύριζα απάνω στο κρεβάτι, ύπνος δεν μ’ έπιανε, σαν άρρωστος βαρυγκομούσα. Ποιος και με πόσα θα μου ξεπληρώσει τη ζωή που δεν ζω επειδή νοίκιασα το τομάρι μου για να βγάζω χρήμα; Ποιος θα μου ξεπληρώσει τη χαμένη μου ελευθερία, τον πρωινό μου ύπνο που πάει στράφι, τις νύχτες μου που σέρνομαι και δεν είμαι εις θέση ούτε να μιλήσω σε άνθρωπο, μονάχα αποβλακώνομαι με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση και βλέπω διαφημίσεις, ποιος θα μου δώσει πίσω τις ώρες της ζωής μου της μοναδικής, που περνάνε μπρος σε μια οθόνη; Ποιος ψυχολόγος και με πόση αμοιβή θα ρουφήξει από μέσα μου τόσο δηλητήριο, ποιος θα με καθαρίσει, που έμαθα να βλέπω τον καθένα δίπλα μου σαν ανταγωνιστή κι όχι σαν άνθρωπο, ποιος; Μ’ αυτές τις σκέψεις, κακήν κακώς, με πήρε ξημερώματα ο ύπνος.
Τι κάνεις Λευτέρη, ρώτησα τ’ άλλο πρωί τον εαυτό μου στον καθρέφτη, χαραμίζεις όλη μέρα το είναι σου για να σου δώσουν χρήμα κι αμέσως να τους το ξαναδώσεις πίσω για να σε ταϊσουνε, να σε ντύσουνε, να σε διασκεδάσουνε, να σου δώσουνε σπίτι και ανέσεις. Κυκλοφορείς το χρήμα για να υπάρχεις, αυτό κάνεις. Κι όσα και να σου μένουνε στην άκρη δεν τα χαίρεσαι, τη ζωή σου χάνεις κάθε μέρα Λευτέρη, πουι δε γυρίζει πίσω, τη δίνεις αντιπαροχή για πλαστική τροφή κι ένα κλουβάκι άνετο, κι ανθρώπους δεν έχεις δίπλα σου, μονάχα «συνεργάτες», σαν πονηρό υπονοούμενο του το ‘πα αυτό, χασκογέλασε αμήχανα αλλά πικρά ο άλλος μες στον καθρέφτη, σαν κάτι να ‘νιωθε, σαν να τον τσιγκλούσανε όλ’ αυτά, την ψυχή σου πουλάς Λευτέρη, του ξανάπα τότε πιο δυνατά, την υγειά σου χαραμίζεις, για να ‘χεις στο τέλος όσα είχε, με μόχθο αλλά υγιής και λεύτερος, ο συγχωρεμένος ο παππούς σου, που ‘χεις και τ’ όνομά του, ξύπνα Λευτέρη, λευτερώσου, ένα πλάσμα της φύσης είσαι κι εσύ, μια πνοή μονάχα, τίποτα παραπάνω, μη σε πλανεύουνε οι γραβάτες που φορείς και τ’ άλλα τα φτιασίδια, μη σε ξεγελά η μούρη σου η φρεσκοξυρισμένη, έτσι του είπα κι έμπηξε εκείνος τότε ένα κλάμα γοερό, τον έβλεπα θολά μες στον καθρέφτη, πρηστήκανε τα μάτια του μεμιάς, δεν ήτανε εις θέση να πάει στη δουλειά εκείνο το πρωί, για ξαφνική αδιαθεσία ειδοποίησε και έμεινε στο σπίτι.



Σαν συνήλθα κάπως, ένιωσα πως έχω ολόκληρη τη μέρα μου ελεύθερη για να σκεφτώ πιο ψύχραιμα και να αποφασίσω. Μα δεν ήτανε τόσο εύκολο να κάνω τη στροφή μεμιάς, έψαχνε το μυαλό μου λύσεις άλλες, πιο βολικές, πιο κοντινές στα όσα ήξερα και είχα βιωμένα. Να πάω να νοικιαστώ αλλού, σκέφτηκα στην αρχή, με λιγότερη δουλειά και πιο μικρό μισθό, με πιο πολύ χρόνο για μένα. Πάλι δεν με συμφέρει όμως, διότι θα χάσω κι αυτά που έμαθα να έχω, και πάλι δέσμιος θα ‘μαι. Να μπω στο δημόσιο, ψέλλισα κατόπιν. Είναι κι αυτό μια πρόταση. Μόνιμος ο εκμισθωτής μου, δίχως πολλές πολλές απαιτήσεις και με νοίκι σταθερό βρέξει χιονίσει. Μα γιατί; Υπάρχει κάνας λόγος; Αφού όσα και να με πληρώνει αυτό το πλάνο σύστημα, εγώ του τα επιστρέφω, για να ικανοποιήσω τις ανάγκες μου και τις επιθυμίες, που τις πιο πολλές από δαύτες μού τις δημιουργεί το ίδιο, για να μου τα πάρει πίσω όπως μου τα δωσε.
Κατάληξα λοιπόν πως όσα και να βγάζω κάθε μήνα, το βιολί αυτό δεν με συμφέρει. Δεν συμφέρει γενικώς να δουλεύεις για να ζήσεις. Είναι η πιο οφθαλμοφανώς ασύμφορη συμφωνία, την οποίαν όμως, παραδόξως, συνάπτουν με περισσή ευκολία στην ζωή τους οι άνθρωποι, διότι έτσι τους μάθανε οι μεγαλύτεροί τους, αυτά τους περάσανε μες στον σκληρό τους δίσκο ως βασικά δεδομένα.

Την άλλη μέρα πήγα λοιπόν στον προϊστάμενο και παραιτήθηκα. Έμεινα πάνω κάτω κάνα μήνα ακόμα, μέχρι να βρεθεί άλλος στο πόδι μου και τότε μάζεψα ένα πρωί τα υπάρχοντά μου κι έφυγα, γύρισα πίσω δυο γενιές, να ξαναζήσω στο παλιό κι ερειπωμένο σχεδόν σπίτι του παππού μου στο χωριό. Όλοι μου λέγανε τότε πως είμαι τρελός που έφυγα από την πόλη και την καλή δουλειά. Μα που την είδανε την τρέλα; Αφού κάθισα και τα σκέφτηκα όλα λογικά. Τα πήρα από την αρχή τα δεδομένα και είδα πως το σύστημά μου είχε κολλήσει και πήγαινε ντουγρού προς το αδιέξοδο.

Το πήρα απόφαση κι έκανα ένα μεγαλοπρεπές φορμάτ.

Σπόυδασα υπολογιστές, ευτυχώς, και ξέρω. Κράτησα ό,τι πληροφορία θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη απ’ όσες είχα αποθηκεύσει στον δίσκο μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, πάτησα το κουμπί κι εξαφάνισα το σύστημα που με είχε γαλουχήσει. Ύστερα εγκατέστησα ένα καινούριο. Δηλαδή το δυο γενιές παλιότερο, εκείνο που είχε ο παππούς μου, αλλά με βελτιώσεις σύγχρονες. Και βρήκα την υγειά μου.

Μονάχα ο πατέρας μου πήγε να σκάσει. Είδα κι έπαθα να σε σπουδάσω, να πας μπροστά στη ζωή σου κι εσύ τα παρατάς όλα και γυρίζεις πίσω; Αντί να προοδεύεις γίνεσαι οπισθοδρομικός; Τι θα πει ο κόσμος; Μάλλον αυτό τον ένοιαξε περισσότερο.

Εγώ όμως δεν άκουγα τίποτα απ’ αυτά. Είχα κάνει πλέον το φορμάτ και όσα έλεγε δεν ήτανε πληροφορίες αναγνωρίσιμες πλέον στο νέο μου το σύστημα. Κι έφυγα.

Πήγα και βρήκα την υγειά μου και τη λευτεριά μου. Βρήκα και τους σπόρους που φύτευε στους μπαξέδες του ο παππούς και τους φύλαγε μέσα σ’ ένα ντουλάπι ξύλινο στον βορινό τον τοίχο.

Κι άρχισα να ζω παράλληλα με όλο αυτό το σύστημα, σαν πουλί, σαν Κότσυφας, σε ένα άλλο σύμπαν. Δεν περιμένω πια να μου δώσουνε χαρτιά κάθε τέλος του μήνα για να πάω να τα κάνω τρόφιμα, ποτά και θεάματα. Παράγω τα πάντα και νιώθω άνθρωπος. Το τραπέζι μου χειμώνα καλοκαίρι είναι γεμάτο με ό,τι βγάζει η γη μου, το κελάρι φίσκα, τα θεάματα και τα ακούσματα κάθε μέρα σ’ όλη την πλάση γύρω μου μοναδικά κι ανεπανάληπτα. Άσε που, από τότε που επέστρεψα, ξεκίνησα και να ζωγραφίζω. Λευτερώθηκε η ψυχή μου, βρήκε τον δρόμο της. Και κατεβαίνω μια φορά στο τόσο στην πόλη και τα κάνω έκθεση τα έργα μου. Και βγάζω λίγο χρήμα απ’ αυτά, για να πληρώνω αυτά τα ελάχιστα που με συνδέουνε ακόμα με τον “πολιτισμό” του.

Και ξαφνικά τσουπ, δεκατόσα χρόνια μετά από την απόφασή μου εκείνη, να η κρίση η οικονομική και χτύπησε την πόρτα. Τώρα την είδες ρε πατέρα; Το αδιέξοδο που με τάιζες τόσα χρόνια και μάλιστα με το ιδρώτα σου μέσα στους σκυλοπνίχτες που μπαρκάριζες, δεν το είχες πάρει χαμπάρι ποτέ; Πως η ζωή δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι οικόπεδο για να το δώσεις αντιπαροχή, ποτέ σου δεν το σκέφτηκες για να μου το διδάξεις;

Τώρα μου λένε όλοι, κι ο πατέρας μου μαζί, πως έκανα την πιο σοφή κίνηση τότε που τα παράτησα κι επέστρεψα στη γη. Και πως είμαι πολύ τυχερός που το κατάλαβα νωρίς και έφυγα απ’ την πόλη. Μα πού την είδανε την τύχη; Στην τύχη τα ρίχνουνε όλα, έτσι μάθανε, δυστυχώς. Γι αυτό ίσως κάθονται κι αυτή την ύστατη ώρα ακόμα ατάραχοι και περιμένουνε, βλέπουνε το θηρίο να τους κυριεύει κάθε μέρα και πιότερο δίχως να αντιδρούνε.

Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό το κακό που συμβαίνει στους ανθρώπους. Μα δεν το βάζω κάτω και κάθε πρωί μ’ όλα μου τα κουράγια τραγουδώ. Και τ’ άλλα τα κοτσύφια τραγουδάνε κι αυτά, όλα μαζί, στα πάρκα, στα παραθύρια των σπιτιών και των γραφείων, στα μπαλκόνια, γεμίζουνε οι πόλεις από τη μελωδία μας, τον ένα και μοναδικό μας στίχο. Ένα φορμάτ είναι ρε παιδιά, μονάχα ένα φορμάτ.

Δημοσιεύθηκε μεταφρασμένο στα γαλλικά στο περιοδικό του γαλλικού ινστιτούτου Αθήνας ΜΕΕΤ:
http://yiannismakridakis.gr

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 Εγώ, ταπεινός υπήκοος του πολυχρονεμένου μας αφέντη, άσημος γραφέας στη δούλεψη του έπαρχου της Ανατολής, αθεράπευτος εθνικιστής του δωματίου, ελάχιστο μέρος της κατά των βυζαντινών οικουμένης, βληθείς υπο βολίδος αδύτου φέγγους και εκουσίως αιχμαλωτησθείς στα δεσμά της οπτασίας που άλλοι ονόμασαν 'μισγάγκια" κι άλλοι "χώρα του αχωρήτου", κατήντησα ακάματος οδοιπόρος, άθλιος διακονιάρης, πτωχός προσκυνητής τόπων αγίων, ελληνικών πόλεων  και λιμένων, εμπορείων φοινικικών, οάσεων ερήμων...... και ακολουθώντας τις συνταγές αρχαίων ελληνοσύριων μάγων και τις συμβουλές παλμυριανών αστρολόγων, τες προτροπές του Ίμπν Μπατούτα και του Γεωργίου Αμοιρούτζη, το παράδειγμα της Αγίας Μαράνας και της σεβασμίας Ούμ Χαράμ, έφτασα εδώ, στη σκιά του δέντρου που άπονες εξουσίες ξερρίζωσαν σε τούτον τον αιώνα.
Έφτασα, λέγω, εδώ, για να αρχινήσω ξανά το παραμύθι, ζητώντας σας για άλλη μιά φορά να με συμπονέσετε και να με ανεχθείτε.

 Λένε πως είμαι ανυπόφορος λογάς. Ένας φαντασιόπληκτος αλλοπαρμένος αλήτης, που φουσκώνει με τες διηγήσεις του τα μυαλά των νομοταγών της ιστορίας. Όμως εδώ δεν είναι διόλου αληθινό κάτι τέτοιο. Άλλωστε το μόνο που ζητώ είναι να μου αφήσετε το κεφάλι στους ώμους, όσο θα χρειαστεί, για να σας διηγηθώ ένα μου ταξίδι. Κι αν με αυτό κερδίσω μιά νύχτα, τότε θα σας περιμένω ξανά την ώρα που ο ήλιος τραβά κατά τη Δύση. Τα ταξίδια στην Ανατολή θα απαλύνουν, ίσως, τη νυχτερινή μας αγωνία ......

Μόνο, καλοκυράδες μου και κύρηδες, σφαλείστε τα παραθυρόφυλλα-μην τύχει και μας πάρουνε χαμπάρι οι φύλακες,μην τύχει και τ' ακούσει η γειτονιά και μας κατηγορήσει για ονειροπαρμένους, φεγγαρογεννημένους κι αλαφροίσκιωτους. Ας μείνουν έξω αυτοί. Το δισάκι του οδοιπόρου είναι ελαφρύ μόνο για κείνους που αγαπούν τα ταξίδια περισσότερο απο τον εαυτό τους, και τα λόγια του παραμυθά είναι μπάλσαμο μόνο γι' αυτούς που δεν φοβούνται τα παραμύθια. Κατά τα άλλα, όλα και όλοι θα μένουν πάντα στη θέση τους, αμετακίνητοι. Και μόνο οι παραμυθάδες θα πληρώνουν με το κεφάλι τους τις όποιες παρεκκλήσεις
Στο κέντρο της ερήμου, τέσσερις νύχτες μακριά απο τον Ευφράτη κι άλλες τέσσερις ή πέντε μακριά απο την όαση της Δαμασκού, βρίσκεται η μονάκριβη όαση με τις φοινικιές, τις ελιές και τις ροδιές. Την ονόμασαν Ταντμόρ, δηλαδή χουρμαδιά. Και δυό χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι Ρωμαίοι την είπαν κι αυτοί Παλμύρα, δηλαδή φοινικούπολη.
 Οι άνθρωποι της ήταν ολιγαρκείς και αυτάρκεις, όπως τα άγρια θηρία που ζούσαν στις λόχμες γύρω. Μα δεν ήταν ούτε αφελείς ούτε πρωτόγονοι. Η έρημος απαιτεί ασκημένες αισθήσεις και τροχισμένο, ζωηρό μυαλό. Κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει διαφορετικά σε αυτό το βασίλειο της ανελέητης φύσης.
 Κάθε κόκκος χώματος, όπως και κάθε άστρο, κάθε κρότος, όπως και κάθε σιωπή, έχει το δικό του νόημα και τη δικιά του ουσία- και περιούσιος όποιος έμαθε να ακούει τις σιωπές και να αναγνωρίζει τους ήχους, ευτυχής όποιος κατέχει τον ουράνιο χάρτη και ξέρει και σέβεται τη στείρα γη.

 Οι παλμυρινοί μελετούσαν τα άστρα και τους σεληνιακούς κύκλους, μετρούσαν και κατέγραφαν τις σκιές, τα μεγάθη και τις εποχιακές μετακινήσεις τους. Μύριζαν στον ξηρό αέρα την ύπαρξη του νερού που είχε ναζέψει γούβες-γούβες η γη και θα το κρατούσε μερικές ώρες, δυο-τρείς μέρες ίσως, πριν το ρουφήξει στα έγκατα της, και οδηγούσαν κατά κει τα κοπάδια τους. Γνώριζαν τα αδιόρατα σύνορα που ξεχώριζαν τα βοσκοτόπια κάθε φυλής κι ώσπου να φτάσει η δέκατη τρίτη πανσέληνος είχαν καλύψει με τα πρόβατα τους όλη την έκταση που τους ανήκε και ξανάρχιζαν την περιπλάνηση τους απο την αρχή, μέσαστα όρια της δικής τους νομής.
 Εννιά μακριές λουρίδες υφασμένες απο καμηλότριχο ή κατσικόμαλλο, ραμμένες η μία δίπλα
στην άλλη, αρκούσαν για να φτιάξουν μια στρενόμακρη κι ευρύχωρη σκηνή. Έξι ψηλοί πάσσαλοι για να τη βαστούν και δώδεκα ως δεκατέσσερα ξυλαράκια που τσίτωναν τα σκοινιά στο χώμα γύρω, ψάθες και κιλίμια για το δάπεδο και τα χωρίσματα, στρωσίδια για τον ύπνο, μια σχάρα και δυο τρία μαγειρικά σκεύη, η καμήλα που τα φορτωνόταν για να τα πάει παρακάτω, αυτός ήταν ο καταυλισμός τους, το νοικοκυριό τους, τα φορητά τους υπάρχοντα.

 Κι όσοι δεν ήταν βοσκοί αλλά δούλευαν στα περιβόλια της όασης, στο αρδευτικό έργο, στην αλυκή, στα τσουκαλάδικα ή στα καραβάνια, κατοικούσαν σε χαμηλά κιβωτιόσχημα σπίτια, φτιαγμένα απο ξεραμένες πλίνθες, ίδια με το χρώμα και την υφή της γης, χωρίς πολλά ανοίγματα, για να μην μπαίνει το φως και η ζέστη τη μέρα, το κρύο τη νύχτα. Μα κι αυτοί είχαν τόσα υπάρχοντα όσα και οι βοσκοί. Ακόμα και οι μικροί αυτοσχέδιοι αργαλειοί τους ήταν φορητοί. Τέντωναν το νήμα σε έξι κοντόχοντρα πασσαλάκια που έχωναν στη γη και ύφαιναν καθισμένοι κατάχαμα
 Με μια κολοκύθα κι ένα έντερο έφτιαχναν τη μονόχορδη ραμπάμπα τους. Και τις μακριές αφέγγαρες νύχτες του χειμώνα, τις ώρες του μεγάλου πανικού και της αβάσταχτης ερημιάς, έσκιζαν τα μαύρα σκοτάδια με την γλυκόπικρη φωνή τους, που τη συνόδευε σιγά και μαλακά ο ήχος του αρχαίου οργάνου, κι απαλύνοντας τον πόνο μείωνε τον τρόμο, εξόρκιζε την αβυσσαλέα νύχτα κι απομάκρυνε τα ακαθόριστα πνεύματα του σκότους που λυσσομανούσαν μέχρι την αυγή.

 Με τέσσερις λουρίδες απο κατσικόμαλλο έφτιαχναν τον αδιάβροχο, βαρύ, αμπά τους, και με δύο μικρά κομμάτια έφτιαχναν την κουκούλα που έραβαν γύρω απο το άνοιγμα του λαιμού. Την φορούσαν, ριχτό στους ώμους, οι βοσκοί και οι καμηλιέρηδες νύχτα μέρα . Μ' αυτόν κοιμόντουσαν, μ΄αυτόν ζούσαν. Κι όταν ένοιωθαν στον αέρα το προμήνυμα της ανεμοθύελλας που πλησίαζε, κι άλλαζαν οι μυρωδιές και πλήθαιναν οι ανεπαίσθητοι θόρυβοι, γύριζαν την πλάτη τους στην κατεύθυνση του κακού που ερχόταν, σήκωναν της άκριες του κεφαλομάντηλου και τύλιγαν μ΄αυτές το πρόσωπο τους, έσκυβαν το κεφάλι καικατέβαζαν την κουκούλα ως τα μάτια, μάζευαν το σώμα, λύγιζαν τα πόδια, γίνονταν ένα κουβαράκι μέσα στον αμπά και περίμεναν να ξεσπάσει και να καταλαγιάσει η οργή των δαιμόνων, να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός και να γαληνέψει η φύση
 Κι έχουνε να λένε πως κάποτε ένα παιδόπουλο απο τη Σιδώνα  μπήκε στη δούλεψη ενός καμηλιέρη, γιατί βαρέθηκε -καθώς έλεγε- τη θάλασσα και ήθελε να γνωρίσει την έρημο. Στο πρώτο ταξίδι τα πήγε καλά. Στο δεύτερο καλύτερα. Μα στο τρίτο πια βαρέθηκε. Αποφάσισε τότε να κλέψει δυό σακούλια γκρίζα μαργαριτάρια και δυό φλασκιά πανάκριβα μυρωδικά και να το σκάσει νύχτα απο την Παλμύρα, να γυρίσει στη Φοινίκη. Έτσι και έγινε.

Και οι αποθηκάριοι, που τον πήραν χαμπάρι, καμώθηκαν πως κοιμόντουσαν και τον άφησαν να φύγει. Νόμιζε πως θα έβρισκε εύκολα το δρόμο κατά τη Δύση, ακολουθώντας τον ήλιο. Μα τη δεύτερη μέρα χάθηκε και, διψασμένος καθώς ήταν, ζητούσε συγχώρεση απο τους θεούς για το αμάρτημά του. Ας ήταν τα φλασκιά γεμάτα νερό και τα σακούλια γεμάτα χουρμάδες, έλεγε και ξανάλεγε και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισε να κλέψει μυρωδικά και μαργαριτάρια. Την τρίτη μέρα, λίγο πριν το σούρουπο, τον βρήκαν οι φρουροί της ερήμου σε άθλια κατάσταση. Τον τύλιξαν σ' έναν αμπά και τον πήγαν πίσω στο αφεντικό του στην Παλμύρα.

  "Να συνέλθεις γρήγορα", είπε ο καμηλιέρης. "Με το νέο φεγγάρι θα φύγουμε για την Υπερωξειανή. Εσύ θα αναλάβεις τη φρούρηση του καραβανιού που θα μεταφέρει τους πολύτιμους λίθους".
  Το παιδί δεν μίλησε. Σήκωσε με κόπο το κεφάλι του και κοίταξε στα μάτια το αφεντικό του.
  "Πήγαινε στο σπίτι μου να φας και άσε τη μάνα μου να περιποιηθεί τις πληγές σου", είπε πάλι ο καμηλιέρης. "Τώρα που έμαθες να ξεχωρίζεις τον ευλογημένο πλούτο απο τον άχρηστο, είσαι πια δικός μας". Κι αφού ξεπλήρωσε με τα εύρετρα τους φρουρούς, έδωσε, λένε, τα υπόλοιπα μαργαριτάρια στο φοινικόπουλο, για νάχει να ξοδεύει όταν φτάνουνε με το καραβάνι στις πόλεις που είναι χτισμένες πάνω στους ποταμούς, στις πόλεις τις χτισμένες στη θάλασσα......

 Μαριάννα Κορομηλά  "Τέσσερις ιστορίες για μια χαμένη πανσέληνο"

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Το λάδι γέφυρα ελπίδας μεταξύ Λονδίνου και Λέσβου;

Άρθρο Της Λίνας Γιάνναρου.

Ελληνίδα κοινωνική λειτουργός σε υποβαθμισμένες περιοχές της βρετανικής πρωτεύουσας ίδρυσε μη κερδοσκοπική εταιρεία με τα έσοδα της οποίας φτωχοί μαθητές έρχονται σε επαφή με την ελληνική γη.

*Στη φωτογραφία Η κ. Εύα Ευαγγελάκου στον ξενώνα της Μονής Λειμώνος στη Μυτιλήνη, όπου θα φιλοξενηθούν μαθητές από τα σχολεία του Λάμπεθ, μιας από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές του Κεντρικού Λονδίνου.

Το μυαλό δεκάδων παιδιών του Λάμπεθ, μιας από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές του Κεντρικού Λονδίνου, τρέχει στην Ελλάδα. «Εδώ και μισό χρόνο, από τότε που ενημερώθηκαν για το πρόγραμμα, έχουν έτοιμες τις βαλίτσες τους. Θα είναι το πρώτο ταξίδι της ζωής τους, είναι παιδιά που δεν έχουν πάει ούτε μέχρι το αεροδρόμιο». Σαν μικρό παιδί που έκανε «κατεργαριά» χαίρεται και η Εύα Ευαγγελάκου. Μετά τριάντα χρόνια εργασίας στις κοινωνικές υπηρεσίες της Βρετανίας, σε προγράμματα ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων, νιώθει ότι έκανε μια κίνηση ματ. Βρήκε έναν τρόπο να βοηθήσει και τις δυο της πατρίδες.

Η κ. Ευαγγελάκου ίδρυσε τη ΜΚΟ «Θεόφραστος» (από τον φιλόσοφο από την Ερεσό που θεωρείται ο πατέρας της βοτανικής) πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Πρόκειται για μια κοινωνική επιχείρηση, η οποία τρέχει αποκλειστικά με δικά της έξοδα («ο σκοπός είναι να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο των επιδοτήσεων»), που έχει ένα μόνο σκοπό: να πωλήσει στην Αγγλία λάδι από τη Λέσβο και με τα έσοδα να χρηματοδοτήσει επισκέψεις κοινωνικής βοτανικής Βρετανών μαθητών και φοιτητών στο νησί.

«Δουλεύοντας για χρόνια με τρίτης και τέταρτης γενιάς ανέργους, συνειδητοποίησα ότι η επιχορήγηση από μόνη της δεν φτάνει», εξηγεί στην «Κ». «Χρειάζεται να δίνεται διέξοδος». To Λάμπεθ είναι η πλέον εθνοτικά ποικιλόμορφη περιοχή του Λονδίνου (εκεί συνυπάρχουν 40 διαφορετικές κοινότητες και φυλές, οι εφημερίδες εκδίδονται σε 12 γλώσσες), με το 59,1% των παιδιών και νέων να ζουν στη φτώχεια. Αρκετά από αυτά, ανά ομάδες, θα κάνουν ένα βοτανικό ταξίδι μιας εβδομάδας στη Μυτιλήνη, την περίοδο Σεπτεμβρίου – Ιανουαρίου, γνωρίζοντας όλη τη διαδικασία παραγωγής ελαιολάδου, από τη συγκομιδή ώς την εμφιάλωση. «Το να φέρεις ένα παιδί κάπου, όπου μπορεί να κόψει έναν καρπό και να τον φάει, δεν αγοράζεται με τίποτα. Και τα ίδια μας λένε ότι ανυπομονούν να σηκώνονται έξι το πρωί να πηγαίνουν στο χωράφι. Θα μάθουν πώς είναι να εργάζεσαι και να βλέπεις τους καρπούς της δουλειάς σου, ότι η ντομάτα βγαίνει από το χώμα, όχι από το σούπερ μάρκετ. Προφανώς δεν θα γίνουν όλα αυτά τα παιδιά αγρότες, αλλά θα αποκτήσουν μια σχέση με τη γη».

Επιστρέφοντας, θα φέρνουν μαζί τους σπόρους και φυτά προκειμένου να δημιουργήσουν βρώσιμες σχολικές αυλές, ενώ στα εννέα σχολεία του Λάμπεθ που προς το παρόν συμμετέχουν στο πρόγραμμα, το μάθημα της ελιάς θα μπει στην ύλη. Σε δεύτερο χρόνο, θα φυτευθούν ελαιώνες σε τρία μεγάλα πάρκα του κεντρικού Λονδίνου (Kennington Park, Vauxhall Pleasure Gardens, Old Paradise Gardens) καθώς και σε μεγάλη έκταση κατά μήκος του Τάμεση (Vauxhall One Greening), ενώ τον Ιούλιο του 2014 θα πραγματοποιηθεί στην πόλη το πρώτο φεστιβάλ ελαιόδεντρου. «Θέλουμε να δέσουμε τα παιδιά με τη γη και ταυτόχρονα να γνωρίσουμε το λάδι μας στην Αγγλία», λέει η κ. Ευαγγελάκου.

Οι Βρετανοί είναι ενθουσιασμένοι με το πρόγραμμα, ζητώντας ήδη να επεκταθεί και σε άλλα σχολεία. Οι μόνοι που δεν φαίνεται να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό είναι οι Ελληνες. «Ελληνικό λάδι δεν πωλείται στο Λονδίνο. Υπάρχει δυσπιστία και δεν τους κακολογώ. Εδώ και 1,5 χρόνο, δυσκολεύτηκα κι εγώ να βγάλω άκρη. Πήγα να ζητήσω λάδι να δειγματίσω στο Λονδίνο, προτείνοντας μάλιστα υψηλότερη τιμή από αυτή που μου ανέφεραν, ώστε να βγει μεγαλύτερο κέρδος και στον παραγωγό, και τελικά έλαβα… ταγγισμένο λάδι. Το έστειλα στο βασιλικό κατάστημα του παλατιού, όπου το δέχτηκαν κατ’ εξαίρεση, μόνο για το “Θεόφραστο” και φυσικά μου επεστράφη. Τους είπα ότι ήταν δικό μου το λάθος και τους έπεισα να μας ξαναδεχθούν. Ολα αυτά καθυστέρησαν αρκετά την έναρξη του προγράμματος».

Ηδη, αυτές τις ημέρες, με μπουκάλια (καλού) μυτιληνιού ελαιολάδου υπό μάλης, η κ. Ευαγγελάκου επισκέπτεται άλλα μεγάλα καταστήματα του Λονδίνου με σκοπό να κλειστούν οι πολύτιμες συμφωνίες, να γίνουν οι πρώτες παραγγελίες και με τα χρήματα να ξεκινήσουν τα ταξίδια των παιδιών. Οι Ελληνες έχασαν την ευκαιρία να παραβρεθούν και στην επίσημη παρουσίαση του προγράμματος που έγινε τον περασμένο Μάιο στη δημοφιλή ανθοκομική έκθεση για τα 100 χρόνια της Βασιλικής Κηπευτικής Εταιρίας στο Τσέλσι. «Κάλεσα όλους τους φορείς να έρθουν, δεν ήρθε κανείς. Στην Αγγλία δεν χρειάζομαι άλλη διαφήμιση, ξέρουν τη δουλειά μου. Θα ήθελα να φανούν άλλοι Ελληνες, αλλά έχασαν την ευκαιρία».

Πάντως, ο «Θεόφραστος» τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ιδιαίτερη η στήριξη του Γ.Γ. Εξωτερικού Εμπορίου κ. Δ. Μελά που έχει υποσχεθεί χορηγία για την υλοποίηση του φεστιβάλ), τη συμπαράσταση του τοπικού βουλευτή Νίκου Σηφουνάκη αλλά και της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Θερμός υποστηρικτής του εγχειρήματος επίσης είναι και ο γενικός δ/ντής του ΣΕΒΙΤΕΛ, Γ. Οικονόμου. Αρωγός στην προσπάθεια είναι και η Μονή Λειμώνος, που παρέχει ξενώνα για να μένουν οι Αγγλοι μαθητές και να λειτουργεί και ως μόνιμη βάση του «Θεόφραστου».

«Μπορεί να φοράω ίσως τα ροζ γυαλιά του μετανάστη, αλλά πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει ακόμα πολλά να δώσει στην Ευρώπη», καταλήγει η κ. Ευαγγελάκου. «Ας είναι ένα από αυτά το λάδι».

Πηγή: www.kathimerini.gr
http://www.plomarinews.gr