Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 Εγώ, ταπεινός υπήκοος του πολυχρονεμένου μας αφέντη, άσημος γραφέας στη δούλεψη του έπαρχου της Ανατολής, αθεράπευτος εθνικιστής του δωματίου, ελάχιστο μέρος της κατά των βυζαντινών οικουμένης, βληθείς υπο βολίδος αδύτου φέγγους και εκουσίως αιχμαλωτησθείς στα δεσμά της οπτασίας που άλλοι ονόμασαν 'μισγάγκια" κι άλλοι "χώρα του αχωρήτου", κατήντησα ακάματος οδοιπόρος, άθλιος διακονιάρης, πτωχός προσκυνητής τόπων αγίων, ελληνικών πόλεων  και λιμένων, εμπορείων φοινικικών, οάσεων ερήμων...... και ακολουθώντας τις συνταγές αρχαίων ελληνοσύριων μάγων και τις συμβουλές παλμυριανών αστρολόγων, τες προτροπές του Ίμπν Μπατούτα και του Γεωργίου Αμοιρούτζη, το παράδειγμα της Αγίας Μαράνας και της σεβασμίας Ούμ Χαράμ, έφτασα εδώ, στη σκιά του δέντρου που άπονες εξουσίες ξερρίζωσαν σε τούτον τον αιώνα.
Έφτασα, λέγω, εδώ, για να αρχινήσω ξανά το παραμύθι, ζητώντας σας για άλλη μιά φορά να με συμπονέσετε και να με ανεχθείτε.

 Λένε πως είμαι ανυπόφορος λογάς. Ένας φαντασιόπληκτος αλλοπαρμένος αλήτης, που φουσκώνει με τες διηγήσεις του τα μυαλά των νομοταγών της ιστορίας. Όμως εδώ δεν είναι διόλου αληθινό κάτι τέτοιο. Άλλωστε το μόνο που ζητώ είναι να μου αφήσετε το κεφάλι στους ώμους, όσο θα χρειαστεί, για να σας διηγηθώ ένα μου ταξίδι. Κι αν με αυτό κερδίσω μιά νύχτα, τότε θα σας περιμένω ξανά την ώρα που ο ήλιος τραβά κατά τη Δύση. Τα ταξίδια στην Ανατολή θα απαλύνουν, ίσως, τη νυχτερινή μας αγωνία ......

Μόνο, καλοκυράδες μου και κύρηδες, σφαλείστε τα παραθυρόφυλλα-μην τύχει και μας πάρουνε χαμπάρι οι φύλακες,μην τύχει και τ' ακούσει η γειτονιά και μας κατηγορήσει για ονειροπαρμένους, φεγγαρογεννημένους κι αλαφροίσκιωτους. Ας μείνουν έξω αυτοί. Το δισάκι του οδοιπόρου είναι ελαφρύ μόνο για κείνους που αγαπούν τα ταξίδια περισσότερο απο τον εαυτό τους, και τα λόγια του παραμυθά είναι μπάλσαμο μόνο γι' αυτούς που δεν φοβούνται τα παραμύθια. Κατά τα άλλα, όλα και όλοι θα μένουν πάντα στη θέση τους, αμετακίνητοι. Και μόνο οι παραμυθάδες θα πληρώνουν με το κεφάλι τους τις όποιες παρεκκλήσεις
Στο κέντρο της ερήμου, τέσσερις νύχτες μακριά απο τον Ευφράτη κι άλλες τέσσερις ή πέντε μακριά απο την όαση της Δαμασκού, βρίσκεται η μονάκριβη όαση με τις φοινικιές, τις ελιές και τις ροδιές. Την ονόμασαν Ταντμόρ, δηλαδή χουρμαδιά. Και δυό χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι Ρωμαίοι την είπαν κι αυτοί Παλμύρα, δηλαδή φοινικούπολη.
 Οι άνθρωποι της ήταν ολιγαρκείς και αυτάρκεις, όπως τα άγρια θηρία που ζούσαν στις λόχμες γύρω. Μα δεν ήταν ούτε αφελείς ούτε πρωτόγονοι. Η έρημος απαιτεί ασκημένες αισθήσεις και τροχισμένο, ζωηρό μυαλό. Κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει διαφορετικά σε αυτό το βασίλειο της ανελέητης φύσης.
 Κάθε κόκκος χώματος, όπως και κάθε άστρο, κάθε κρότος, όπως και κάθε σιωπή, έχει το δικό του νόημα και τη δικιά του ουσία- και περιούσιος όποιος έμαθε να ακούει τις σιωπές και να αναγνωρίζει τους ήχους, ευτυχής όποιος κατέχει τον ουράνιο χάρτη και ξέρει και σέβεται τη στείρα γη.

 Οι παλμυρινοί μελετούσαν τα άστρα και τους σεληνιακούς κύκλους, μετρούσαν και κατέγραφαν τις σκιές, τα μεγάθη και τις εποχιακές μετακινήσεις τους. Μύριζαν στον ξηρό αέρα την ύπαρξη του νερού που είχε ναζέψει γούβες-γούβες η γη και θα το κρατούσε μερικές ώρες, δυο-τρείς μέρες ίσως, πριν το ρουφήξει στα έγκατα της, και οδηγούσαν κατά κει τα κοπάδια τους. Γνώριζαν τα αδιόρατα σύνορα που ξεχώριζαν τα βοσκοτόπια κάθε φυλής κι ώσπου να φτάσει η δέκατη τρίτη πανσέληνος είχαν καλύψει με τα πρόβατα τους όλη την έκταση που τους ανήκε και ξανάρχιζαν την περιπλάνηση τους απο την αρχή, μέσαστα όρια της δικής τους νομής.
 Εννιά μακριές λουρίδες υφασμένες απο καμηλότριχο ή κατσικόμαλλο, ραμμένες η μία δίπλα
στην άλλη, αρκούσαν για να φτιάξουν μια στρενόμακρη κι ευρύχωρη σκηνή. Έξι ψηλοί πάσσαλοι για να τη βαστούν και δώδεκα ως δεκατέσσερα ξυλαράκια που τσίτωναν τα σκοινιά στο χώμα γύρω, ψάθες και κιλίμια για το δάπεδο και τα χωρίσματα, στρωσίδια για τον ύπνο, μια σχάρα και δυο τρία μαγειρικά σκεύη, η καμήλα που τα φορτωνόταν για να τα πάει παρακάτω, αυτός ήταν ο καταυλισμός τους, το νοικοκυριό τους, τα φορητά τους υπάρχοντα.

 Κι όσοι δεν ήταν βοσκοί αλλά δούλευαν στα περιβόλια της όασης, στο αρδευτικό έργο, στην αλυκή, στα τσουκαλάδικα ή στα καραβάνια, κατοικούσαν σε χαμηλά κιβωτιόσχημα σπίτια, φτιαγμένα απο ξεραμένες πλίνθες, ίδια με το χρώμα και την υφή της γης, χωρίς πολλά ανοίγματα, για να μην μπαίνει το φως και η ζέστη τη μέρα, το κρύο τη νύχτα. Μα κι αυτοί είχαν τόσα υπάρχοντα όσα και οι βοσκοί. Ακόμα και οι μικροί αυτοσχέδιοι αργαλειοί τους ήταν φορητοί. Τέντωναν το νήμα σε έξι κοντόχοντρα πασσαλάκια που έχωναν στη γη και ύφαιναν καθισμένοι κατάχαμα
 Με μια κολοκύθα κι ένα έντερο έφτιαχναν τη μονόχορδη ραμπάμπα τους. Και τις μακριές αφέγγαρες νύχτες του χειμώνα, τις ώρες του μεγάλου πανικού και της αβάσταχτης ερημιάς, έσκιζαν τα μαύρα σκοτάδια με την γλυκόπικρη φωνή τους, που τη συνόδευε σιγά και μαλακά ο ήχος του αρχαίου οργάνου, κι απαλύνοντας τον πόνο μείωνε τον τρόμο, εξόρκιζε την αβυσσαλέα νύχτα κι απομάκρυνε τα ακαθόριστα πνεύματα του σκότους που λυσσομανούσαν μέχρι την αυγή.

 Με τέσσερις λουρίδες απο κατσικόμαλλο έφτιαχναν τον αδιάβροχο, βαρύ, αμπά τους, και με δύο μικρά κομμάτια έφτιαχναν την κουκούλα που έραβαν γύρω απο το άνοιγμα του λαιμού. Την φορούσαν, ριχτό στους ώμους, οι βοσκοί και οι καμηλιέρηδες νύχτα μέρα . Μ' αυτόν κοιμόντουσαν, μ΄αυτόν ζούσαν. Κι όταν ένοιωθαν στον αέρα το προμήνυμα της ανεμοθύελλας που πλησίαζε, κι άλλαζαν οι μυρωδιές και πλήθαιναν οι ανεπαίσθητοι θόρυβοι, γύριζαν την πλάτη τους στην κατεύθυνση του κακού που ερχόταν, σήκωναν της άκριες του κεφαλομάντηλου και τύλιγαν μ΄αυτές το πρόσωπο τους, έσκυβαν το κεφάλι καικατέβαζαν την κουκούλα ως τα μάτια, μάζευαν το σώμα, λύγιζαν τα πόδια, γίνονταν ένα κουβαράκι μέσα στον αμπά και περίμεναν να ξεσπάσει και να καταλαγιάσει η οργή των δαιμόνων, να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός και να γαληνέψει η φύση
 Κι έχουνε να λένε πως κάποτε ένα παιδόπουλο απο τη Σιδώνα  μπήκε στη δούλεψη ενός καμηλιέρη, γιατί βαρέθηκε -καθώς έλεγε- τη θάλασσα και ήθελε να γνωρίσει την έρημο. Στο πρώτο ταξίδι τα πήγε καλά. Στο δεύτερο καλύτερα. Μα στο τρίτο πια βαρέθηκε. Αποφάσισε τότε να κλέψει δυό σακούλια γκρίζα μαργαριτάρια και δυό φλασκιά πανάκριβα μυρωδικά και να το σκάσει νύχτα απο την Παλμύρα, να γυρίσει στη Φοινίκη. Έτσι και έγινε.

Και οι αποθηκάριοι, που τον πήραν χαμπάρι, καμώθηκαν πως κοιμόντουσαν και τον άφησαν να φύγει. Νόμιζε πως θα έβρισκε εύκολα το δρόμο κατά τη Δύση, ακολουθώντας τον ήλιο. Μα τη δεύτερη μέρα χάθηκε και, διψασμένος καθώς ήταν, ζητούσε συγχώρεση απο τους θεούς για το αμάρτημά του. Ας ήταν τα φλασκιά γεμάτα νερό και τα σακούλια γεμάτα χουρμάδες, έλεγε και ξανάλεγε και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισε να κλέψει μυρωδικά και μαργαριτάρια. Την τρίτη μέρα, λίγο πριν το σούρουπο, τον βρήκαν οι φρουροί της ερήμου σε άθλια κατάσταση. Τον τύλιξαν σ' έναν αμπά και τον πήγαν πίσω στο αφεντικό του στην Παλμύρα.

  "Να συνέλθεις γρήγορα", είπε ο καμηλιέρης. "Με το νέο φεγγάρι θα φύγουμε για την Υπερωξειανή. Εσύ θα αναλάβεις τη φρούρηση του καραβανιού που θα μεταφέρει τους πολύτιμους λίθους".
  Το παιδί δεν μίλησε. Σήκωσε με κόπο το κεφάλι του και κοίταξε στα μάτια το αφεντικό του.
  "Πήγαινε στο σπίτι μου να φας και άσε τη μάνα μου να περιποιηθεί τις πληγές σου", είπε πάλι ο καμηλιέρης. "Τώρα που έμαθες να ξεχωρίζεις τον ευλογημένο πλούτο απο τον άχρηστο, είσαι πια δικός μας". Κι αφού ξεπλήρωσε με τα εύρετρα τους φρουρούς, έδωσε, λένε, τα υπόλοιπα μαργαριτάρια στο φοινικόπουλο, για νάχει να ξοδεύει όταν φτάνουνε με το καραβάνι στις πόλεις που είναι χτισμένες πάνω στους ποταμούς, στις πόλεις τις χτισμένες στη θάλασσα......

 Μαριάννα Κορομηλά  "Τέσσερις ιστορίες για μια χαμένη πανσέληνο"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου