Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Ο π.Κύριλλος από τη Μυτιλήνη στη Σμύρνη !

Αρθρογράφος:
Σωτήρης Τζούμας

Έχω γράψει κατ´επανάληψη, οτι εμείς εδώ θα γράφουμε πάντα την αλήθεια,ακόμη και αν χρειαστεί να στενοχωρήσουμε κάποιους από τους φίλους αναγνώστες μας.

Για μερικούς φίλους,ας πούμε, δεν θα έπρεπε να γράψω ποτέ δυό καλά λόγια για τον Αρχιμ. Κύριλλο Συκή, τον κληρικό αυτό που έκανε τελευταία όλη την Ελλάδα να μιλά και να παραμιλά για τη Μικρά Ασία.

Και δεν θα έπρεπε να του πιστώσω αυτή την επιτυχία, διότι στην κρίση που πέρασε η Εκκλησία μας προ δωδεκαετίας, κατά τη διένεξη Αθηνών- Φαναρίου, ο εν λόγω κληρικός προίστατο, κατά την άποψη πολλών, στις αντιδράσεις και στα γεγονότα που εξυφαίνονταν τότε, κατά του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου μας Χριστοδούλου.

Κάποιοι άλλοι θα πούν οτι κακώς υπενθυμίζω σήμερα παλιές ιστορίες. Περασμένα- ξεχασμένα που λένε.
Αλλά η εκκλησιαστική μας ιστορία, πρέπει να γράφεται με αλήθειες. "Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς"!

Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν. Ο μεγάλος ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ της εποχής εκείνης, ο σύγχρονος Σταυρωμένος, ο Χριστόδουλός μας, δεν υπάρχει πιά. Φαρμακωμένος από το..."φαρμάκι" που τον πότισαν εχθροί και φίλοι, έφυγε από κοντά μας, πληγωμένος και πονεμένος.

Σήμερα διαπιστώνουν όλοι οτι σε εκείνον τον ακήρυκτο πόλεμο που υφίστατο μεταξύ Αθηνών- Φαναρίου, δεν έφταιγε ο Χριστόδουλος, αλλά οι ποικιλώνυμοι "εφιάλτες" της εποχής εκείνης, που ροκάνιζαν τον θρόνο του και ζητούσαν μερίδιο εξουσίας στην Εκκλησία, εν ονόματι της... Συνοδικότητας, την οποία φρόντισαν στη συνέχεια να αποδομήσουν, ως περιττό είδος στη διοίκηση της Εκκλησίας. Αφού έκαναν τη δουλειά τους, στη συνέχεια την εξοστράκισαν ως περιττό σώμα, στη διοίκηση της Εκκλησίας μας.

Οι πληγές που δημιουργήθηκαν τότε, μπορεί να επουλώθηκαν από το χρόνο, αλλά μετά από μία διαμάχη πάντα κάτι μένει.

Ο Αρχιμ. Κύριλλος Συκής, μπορεί να πήρε θέση και να τάχθηκε, με λόγους και με πράξεις, υπέρ του Φαναρίου, αλλά ποτέ δεν το έπαιξε σε διπλό ταμπλό και ποτέ δεν είχε ύποπτο ρόλο στο θέμα αυτό. Αντιθέτως αυτά που πίστευε και υποστήριζε τότε, τα αυτά πιστεύει και υποστηρίζει και τώρα. Τίποτα δεν άλλαξε. Και αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, το αναγνωρίζουν όλοι.

Ήλθε,όμως, η ώρα να περάσει κι αυτός κάποια στιγμή τον προσωπικό Γολγοθά του. Έβαλε ο διάβολος την ουρά του και η περίοδος μέλιτος που περνούσε στην Μυτιλήνη, κοντά στον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιάκωβο-- έναν Ιεράρχη σοβαρό, ηπίων τόνων και σαφούς Πατριαρχικού προσανατολισμού ως γνήσιος Χαλκίτης που είναι-- υπέστη ανήκεστον βλάβη, εξαιτίας της αναμείξεως εξωγενών παραγόντων που ως μη όφειλαν ήθελαν να αναπτύξον εκκλησιαστικό παραγοντισμό. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα κάποιες παράπλευρες απώλειες.

Από την ρήξη αυτή είχαμε αλυσιδωτά την διάσπαση των σχέσεων του Μητροπολίτη αφ´ενός με τον π. Κύριλλο και αφ´ετέρου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι έννοιωσε πως προδόθηκε αφού το Πατριαρχείο στη ρήξη των δύο ανδρών, πήρε σαφώς θέση υπέρ του π.Κυρίλλου.
Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών ήταν η φυγή του Αρχιμ. Κύριλλου Συκή, από την πατρίδα του, την Μυτιλήνη αλλά και η διακοπή των παραδοσιακά άριστων σχέσεων του Μυτιλήνης Ιακώβου με την Μητέρα Εκκλησία ! Γιαυτό και ήταν ένας από τους ολίγους που δεν παρέστη στη Σύναξη των Ιεραρχών του Θρόνου τον περασμένο Σεπτέμβριο και σταμάτησε γενικά τις επισκέψεις του στα γειτονικά της Λέσβου παράλια της Τουρκίας και στο Φανάρ.
Ωστόσο ο π. Κύριλλος βρήκε αμέσως φιλόξενη στέγη για να συνεχίσει το έργο του και να αναπτύξει δραστηριότητα. Ανέλαβε να ζωντανέψει από τις στάχτες ένα από τα πλέον ζωτικά κύτταρα του Πατριαρχείου.
Εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και άρχισε να εργάζεται πυρετωδώς για την ευλογημένη και μαρτυρική αυτή περιοχή της Μικράς Ασίας.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο π. Κύριλλος έχει κάνει θαύματα! Τί να πρωτοσημειώσει κανείς και τί να εξάρει από τα επιτεύγματά του ,στην ευλογημένη Μικρασιατική γή;

Και όλα αυτά τα κάνει ως απλός Αρχιμανδρίτης, χωρίς τον αέρα και την εξουσία που δίνει συνήθως σε έναν κληρικό όταν φέρει το αρχιερατικό αξίωμα! Και άλλοι πήραν τη Μίτρα και το εγκόλπιο αλλά έμειναν εκεί. Δεν πρόσθεσαν ούτε ένα κεραμίδι!

Ο π. Κύριλλος με την ευλογία και τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, δεν έχασε το χρόνο του! Άρχισε αμέσως να υλοποιεί το έργο που ανέλαβε, λες και ήταν προετοιμασμένος από καιρό γιαυτό.
Άρχισε αμέσως να χτυπά πόρτες, να ανοίγει διαύλους επικοινωνίας με τις τουρκικές αρχές,να διαλύει καχυποψίες που φώλιαζαν και φωλιάζουν πάντα στο μυαλό των Τούρκων, να αμβλύνει προβλήματα που παρουσιάζονταν και να τηρεί στο ακέραιο τις υποσχέσεις που έδινε και να εκτελεί τα συμφωνηθέντα.

Με λίγα λόγια ο απλός αυτός παπάς, με το πείσμα του και την αγάπη του στην αποστολή του έβαλε τα γυαλιά σε πολλούς φτασμένους Μητροπολίτες. Λες και ήταν γραφτό του να φύγει "διωγμένος" από την προσφυγική Μυτιλήνη, για να πάει να αναστήσει μιά άλλη μαρτυρική περιοχή προσφυγιάς που έκανε την ανθρωπότητα να κλάψει από τη θυσία της.
Και με την μέχρι σήμερα διακονία του μας δίδαξε πολλά. Σίγουρα ήταν καρμική και εκ Θεού όλη αυτή η περιπέτεια που έζησε, για να βγεί ξανά στην επιφάνεια αυτό το κομμάτι της πονεμένης Ρωμιοσύνης .

Δεν είναι εύκολο να μετατρέπει κανείς, μέρα με τη μέρα, έναν γαιδουρόδρομο σε προσβάσιμη λεωφόρο! Δεν είναι εύκολο να καταφέρνεις να ξαναρίξεις το Σταυρό στην αιματοβαμμένη θάλασσα της Σμύρνης μετά από 96 χρόνια. Δεν είναι εύκολο να ξαναχτυπάς τις καμπάνες, σε μία περιοχή που έχει μάθει πια να ακούει μόνο τον Ιμάμη από το μιναρέ του. Δεν είναι εύκολο να ξαναζεί ο Πατριάρχης μία ολόκληρη εβδομάδα σε αυτή την περιοχή και να το καθιερώνει θεσμικά πλέον.

Και ναί, ο π. Κύριλλος άνοιξε τους κλειστούς ορίζοντες αυτής της περιοχής, που μέχρι χθές ήταν και για το ίδιο το Πατριαρχείο μας.... ταμπού!! Τα αιματοβαμμένα μνημεία μας, ούτε τα αγγίζουμε, ούτε τα πατάμε! Μόνο τα προσκυνάμε.

Δεν είναι τυχαίο που από τον διωγμό του Μικρασιατικού ελληνισμού το 1922, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο δεν εξέλεξε ποτέ πια Μητροπολίτες γιαυτήν την μαρτυρική γή της Ιωνίας, της Αιολίας κ.ά., όπως έκανε για όλες τις άλλες, εξίσου μαρτυρικές, Μητροπόλεις που απαρτίζουν ως πολύτιμοι λίθοι το στέμμα του Οικουμενικού μας θρόνου.
Και ήλθε τώρα ο "διωγμένος" π. Κύριλλος Συκής, να μας θυμίσει το χρέος όλων ημών των επιζώντων, έναντι της θυσίας και του μαρτυρίου που υπέστη ο Μικρασιατικός Ελληνισμός. Ήλθε να μας ξυπνήσει και να μας κάνει συμμαχητές ενός σπουδαίου αθλήματος. Να κάνουμε αυτό που δεν κάναμε 96 ολόκληρα χρόνια: να κλάψουμε και να μνημονεύσουμε τους Μικρασιάτες πατέρες και μητέρες και τα αδέλφια μας,στον τόπο του μαρτυρίου τους, εκεί ακριβώς που σφαγιάστηκαν, κάηκαν ζωντανοί και θυσιάστηκαν για την αγάπη τους στη Μικρά Ασία.
Δεν είναι τυχαίο αυτό που είπε ο π. Κύριλλος την ημέρα των Θεοφανείων, σε όσους έπεσαν στη θάλασσα για να πιάσουν τον Σταυρό:
-- " Δεν θα Βουτήξετε να πιάσετε μόνο το Σταυρό, αλλά θα ανασκαλέψετε τη θάλασσα, για να αισθανθούν οι πρόγονοί μας που είναι μέσα σε αυτή,τί ακριβώς γίνεται σήμερα και οτι τους θυμόμαστε και τους τιμάμε για την θυσία τους".

Ο π. Κύριλλος εργάσθηκε μέχρι σήμερα με ζήλο και αυταπάρνηση για να στήσει αυτό το έργο, χωρίς την βοήθεια κανενός. Η γειτονική Μητρόπολη Χίου, που ο εκάστοτε Μητροπολίτης της, στον τίτλο του θεωρείται "υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Ιωνίας", μπορεί να συνέδραμε ηθικά τον π. Κύριλλο, αλλά υλικά δεν έχει προσφέρει τίποτα σε αυτό το σπουδαίο έργο που αναβιώνεται και στο οποίο είμαστε όλοι θαυμαστές! Πολλώ μάλλον η Μητρόπολη Μυτιλήνης για τους γνωστούς λόγους, ή η Μητρόπολη Μηθύμνης από αλληλεγγύη ως συμπάσχουσα προς την Μυτιλήνης.
Και όμως,αυτό το έργο πρέπει να συνεχιστεί και να ενώσει τους απανταχού Μικρασιάτες!
Ίσως ήλθε μάλιστα η ώρα να γίνει κάτι ακόμη πιο θεαματικό: να ξανακούσουμε να ζωντανεύει μιά Μητρόπολη της περιοχής εκείνης.
Πολλοί λένε οτι ο τίτλος της ιστορικής και Αγίας Μητρόπολης Σμύρνης, είναι φορτισμένος και θα ήταν βλασφημία να εκλεγεί στις μέρες μας Μητροπολίτης Σμύρνης. Σε απάντηση όλων αυτών εμείς λέμε οτι είναι είναι το ίδιο ακριβώς με άλλους ιστορικούς τίτλους, που η θυσία των Ιεραρχών τους και του ποιμνίου τους, τους καθαγίασαν! Και όμως τους ξανακούσαμε!
Και τί πιο ωραίο και ιερό, να έχουμε και να ακούμε ξανά στις ημέρες μας τον τίτλο του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης!!! Η εποχή μας έχει ανάγκη από τέτοια Άγια παραδείγματα θυσίας και μαρτυρίου!
Ο Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης βροντοφωνάζει από τον τάφο του στους Ιεράρχες μας, τον λόγο του Απ. Παύλου:"Μιμηταί μου γίγνεσθε, καθώς καγώ Χριστού ".

Και αν αυτά τα τα επιχειρήματα της καρδιάς,δεν θεωρηθούν αρκετά για να κάμψουν τις αντιστάσεις αυτών που διαφωνούν τότε και η πάλαι ποτέ διαλάμψασα Μητρόπολη Ανέων και Κρήνης, δεν θα ήταν άσχημο να ξαναζωντανέψει. Κάθε άλλο μάλιστα.
Αλλά για όλα αυτά θα σκεφθεί και θα αποφασίσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Είμαστε βέβαιοι οτι θα μας εντυπωσιάσει και πάλι με την όποια απόφασή του. Έχει ταλέντο στο να μας....αιφνιδιάζει!
http://www.politischios.gr

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Η πρώτη λειτουργία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στα Αλάτσατα



90 χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή
Μεγάλες και ιστορικές στιγμές θα ζήσουμε σήμερα στη πρώτη λειτουργία που θα τελεστεί από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο , στα Αλάτσατα, 90 χρόνια μετά την Μικρασιατική καταστροφή.Πλήθος κόσμου έχει προσέλθει από όλα τα μέρη της Ελλάδας για να βρεθεί σε αυτήν την ιστορική Πατριαρχική Θεία λειτουργία και οι μνήμες από τις χαμένες πατρίδες που θα ξυπνήσουν θα είναι σίγουρα συγκλονιστικές.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Γιαγιά πες μου, για τους πολέμους!

 Γιαγιά μου, να σε ρωτήσω κάτι, πότε ήρθες στο Κεράμι;
-Δυο φορές! Στον πρώτο διωγμό, το δεκατέσσερα, ήρθαμε και φύγαμε. Μετά στην καταστροφή, το εικοσιδυό, δεν ξαναφύγαμε.

-Γιαγιά πες μου, για το δεκατέσσερα.
-Ο πατέρας μου ο Κωστής κι η μάνα μου η Μυρσίνα, είχαν μεγάλο βιος στο όμορφο χωριό μας, στο Σερέκιοϊ, είκοσι χιλιόμετρα έξω απ’ τη Σμύρνη, στον πλούσιο κάμπο της Μαινεμένης που τον πότιζε ο Έρμος ποταμός. Το Σερέκιοϊ, ήταν ελληνοχώρι κι είχε πάνω από χίλιους πεντακόσιους Ρωμιούς. Οι γονείς μου καλλιεργούσαν αμπέλια, έβγαζαν σταφίδες, έσπερναν σιτάρι κι έκαναν εμπόριο ακόμα και με τη Μασσαλία της Γαλλίας. Ήταν αφέντες κι είχαν στη δούλεψή τους Έλληνες και Τούρκους εργάτες. Ζούσαμε σε ένα τριώροφο πέτρινο σπίτι, κάτω οι υπηρέτες, πάνω εμείς, στο μεσαίο πάτωμα υποδεχόμασταν τους φίλους. Στις 31 του Μαγιού, εκατοντάδες ληστοσυμμορίτες Τουρκαλάδες από τα γειτονικά τουρκοχώρια μαζί με βασιβουζούκους, τσαούσηδες, ζαπτιέδες και μπιχτσήδες της διπλανής Μαινεμένης, έκαναν επίθεση στις τρεις τα ξημερώματα. Εμείς δεν είχαμε στρατιώτες, λοχίες, χωροφύλακες ή αγροφύλακες. Έγινε μάχη μέχρι τις οκτώ το πρωί. Όταν τέλειωσαν τα μπαρούτια στους τριάντα παλιούς γκράδες και στα εξήντα κυνηγετικά όπλα των Σερενκιωτών, οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό αρχίζοντας τις σφαγές, το πλιάτσικο και τις φωτιές στα σπίτια. Εξήντα έξι Έλληνες σκοτώθηκαν αυτό το βράδυ και πιο πολλοί τραυματίστηκαν.
-Εσείς γλυτώσατε όλοι;
-Ήμασταν τυχεροί, το σπίτι μας ήταν στην άκρη του χωριού αλλά απ’ την άλλη μεριά που έγινε η επίθεση και έτσι προλάβαμε και φύγαμε. Ο πατέρας μου διάλεξε να πάμε προς το Κορδελιό για τη Σμύρνη κι όχι στην Φώκαια, που κι αυτήν την κτύπησαν μια βδομάδα πριν. Φόρτωσε τη μάνα μου και τα πέντε παιδιά στην καρότσα ενός αραμπά και μας σκέπασε με άχυρα. Στο δρόμο, σαν πέρασε η μεγάλη ταραχή σταμάτησε, να μας αναγορέψει και μέτρησε τέσσερα, χωρίς εμένα τη μικρότερη. Γύρισε τρέχοντας πίσω και με άκουσε να κλαίω σ’ ένα χαντάκι. Ήταν τυχερό να έλθω και να μη μείνω στα χαρέμια! Ήρθαμε στο Κεράμι, μιας και ο πατέρας μου καταγόταν από εδώ. Μείναμε στην πλίθινη καλύβα του πάππου μου, που δεν ζούσε τότε. Ήρθαμε όλοι μαζί, πέντε παιδιά και οι γονείς. Αυτά μου τα είπε η μάνα μου αργότερα. Τότε ήμουν τριάντα ημερών. Ασαράντιστη!
-Αλλά γυρίσατε πίσω.
-Σε τέσσερα χρόνια, το δεκαοκτώ, που έφτιαξαν τα πράματα, γυρίσαμε στο σπίτι μας και στα καλά μας.

-Γιαγιά πες μου, για το εικοσιδυό.
-Ο τούρκικος στρατός τ’ απόγευμα του μεγάλου κακού, στις 28 Αυγούστου, μπήκε στο Σερέκιοϊ. Εμάς, της κάτω γειτονιάς, μας μάζεψαν μαζί με άλλους χριστιανούς στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Το βράδυ ήρθε ένας γιούσμπασης και ζήτησε από τον πατέρα να πάει να φέρει όλα τα άλογα, τα μουλάρια, τα γαϊδούρια και τους αραμπάδες. Επίταξη για τον τούρκικο στρατό. Μέχρι το πρωί δεν γύρισε. Τον σκότωσαν. Η μάνα μάς πήρε και μάς πήγε στη Σμύρνη. Μέσα στο χαμό που γινόταν κι εκεί κατάφερε να χωθούμε όλοι μαζί σε μια μαούνα που δεν ξέραμε που πήγαινε. Ήμασταν έξι παιδιά, ένα παραπάνω τούτη τη φορά, ο Μιλτιάδης, το στερνοπαίδι, που ήταν τριάντα ημερών. Και στους δυο διωγμούς, το ’χε γραμμένο η μοίρα μας, ένα παιδί να ταξιδέψει ασαράντιστο! Μέσα στη μαούνα ένα άκληρο ζευγάρι, Έλληνες ήτανε, ζήτησε να υιοθετήσει εμένα την οκτάχρονη, να ξαλαφρώσει η χήρα! Εκείνη τους απάντησε: «Ή όλα θα τα θάψω ή όλα θα τ’ αναστήσω!»

Για καλή μας τύχη, ξεμπαρκάραμε στη Μυτιλήνη, όπου εννιά μερόνυχτα κοιμόμασταν σ’ ένα χέρσο χωράφι χωρίς νερό, μόνο κουβέρτες μας δώσανε. Από εκεί ήρθαμε στο Κεράμι πάλι με αραμπά και δεν έπεσε κανένα στο δρόμο.
-Οπότε πήγατε στην καλύβα του παππού σου.
-Όχι, τούτη τη φορά, το ελληνικό κράτος φρόντισε και μας στρίμωξε μαζί με άλλους πρόσφυγες, σε ένα ερείπιο ενός πλούσιου κτηματία, δίπλα από το δικό του αρχοντικό. Μείναμε εκεί εννιά μήνες χωρίς να θέλει ο ιδιοκτήτης, που κάθε μέρα φώναζε να φύγουμε. Φοβόταν μη χαλάσουμε το χάλασμα!
-Όμως δεν μπορούσε να σας διώξει, είχατε την άδεια της κοινότητας.
-Μπόρεσε, όταν το ’βαλε φωτιά ένα βράδυ με στουπιά και το ’καψε. Το προτιμούσε καμένο παρά κατοικημένο!
-Βγήκατε ζωντανοί;
-Η μάνα μου πρόλαβε και έβγαλε τα έξι παιδιά απ’ το γιαγκίνι. Σαν μας μέτρησε και σιγουρεύτηκε, θέλησε να μπει ξανά μέσα στη φωτιά και στους καπνούς να πάρει τη ραπτομηχανή, μια γερμανική Singer που δούλευε με τα χέρια, για να συνεχίσει να ράβει. Κάποιοι πρόσφυγες την βαστούσαν, μην πάει και καεί. Σαν αγρίμι τους ξέφυγε. Μπήκε, και βγήκε γρήγορα καψαλισμένη αλλά με τη μηχανή. Χρόνος μου φάνηκε, κακόχρονού τ’!
-Ποιός ήταν;
-Δεν του αξίζει ούτε το όνομά του να πω! Δεν φταίει το όνομα σε τίποτα. Να τον θυμάσαι έτσι που τον είπε η μάνα μου, η Μυρσίνα. Έχοντας παραμάσχαλα την μηχανή, σαν τον είδε στη γωνιά, ζαρωμένο, κρυμμένο και μουτζουρωμένο, του φώναξε:  «Καρβουνιάρη, τη Σμύρνη, μάς ’καψαν και ζήσαμε, να ’ναι καλά αυτά που κουβαλάμε! Έτσι θα κάνουμε μοναχοί μας προκοπή, ανώτερη απ’ τη δική σου!»
-Την είχε φέρει από το Σερέκιοϊ;

-Απ’ τη Μικρασία κουβάλησε αυτά που ’μαθε, μαζί μ’ ένα μποχτσά με μια αλλαξιά ρούχα για το καθένα από τα έξι παιδιά της. Κάποιες λίρες και το σταυρό της, τα τύλιξε κρυφά μέσα στα φάσκια του Μιλτιάδη. Με μια λίρα αγόρασε τη μηχανή. Εκεί πλουσιοκόριτσο με τα γαλλικά της, εδώ έμαθε κι έραβε.
-Έκανε κι άλλες δουλειές;
-Χαράματα πήγαινε στα χωράφια, το μεσημέρι για ένα πιάτο φαΐ έκανε μαθήματα, ελληνικά σε ντόπια παιδιά, τ’ απόγευμα καθάριζε ξένα σπίτια, το βράδυ ζύμωνε σ’ ένα φούρνο, τα μεσάνυκτα γυρίζοντας στο σπίτι έπλεκε κάλτσες και φανέλες που της ζήταγαν. Έτρεχε ολημερίς, εκτός την Κυριακή, που πήγαινε μόνο στο φούρνο και στην εκκλησία. Τι άλλο να ’κανε;
-Από τις λίρες, σας λέγαν λαφυρίνες;
-Αυτοί μας τις πήραν, τους πρώτους μήνες, για ένα κομμάτι ψωμί, εμάς είπαν λαφυρίνες. Αλλά μάς έλεγαν και παστρικιές.
-Σας έκανε τακτικά μπάνιο;
-Κάθε βράδυ, εκτός την Κυριακή, μας έβαζε στη σκάφη και μας έτριβε με εκείνο τ’ άσπρο σκληρό σαπούνι που μόνη της έφτιαχνε. Πως έτσουζε στα μάτια μη το μολογάς. Όμως μάς λέγαν παστρικιές, οι βρωμιάρηδες και για ένα άλλο λόγο.
-Σας θεωρούσαν εύκολες!
-Η μάνα μου αγάλια αγάλια έκτισε μια κουζίνα και ένα δωμάτιο, πλίθινα, δίπλα στην καλύβα. Ανέθρεψε τα έξι παιδιά της και τα πάντρεψε όλα μοναχή της, την Δημητρία και την Διαμάντω στ’ Αρειανά, τον Χρήστο κι εμένα στο Κεράμι, τον Αντώνη στα Βασιλικά, τον Μιλτιάδη στην Αθήνα, αυτός ξέφυγε κι έκανε μεγάλη προκοπή. Η ίδια παρέμεινε χήρα κι αυτοί την έβριζαν. Κανέναν δεν ήθελε. Πέθανε το εξήντα στα χέρια μου, εβδομήντα πέντε χρονών. Στα τρία τελευταία χρόνια της, απόμεινε τυφλή απ’ αρρώστια και στα δυο όμορφα αμυγδαλωτά πράσινα-μελιά μάτια της, ίσως κι απ’ όσα είδε κι έπαθε. Σαν δεν έβλεπε, δεν μπορούσε να βγαίνει έξω και να τρέχει. Σαν χελιδόνι στο κλουβί, δυσκολεύτηκε παραπάνω και πριν το τέλος έχασε και τα μυαλά της, την κοίταξα χωρίς να με κουράσει με όσα τότε τράβαγε. Είχε κάνει για όλους μας τόσα σωστά, τόσα χρόνια.
-Εσύ πότε παντρεύτηκες;
-Το τριάντα οκτώ, το σοβατζή, τον Παναγιώτη Στυψιανό, απ’ τα Δάφια.

-Γιαγιά πες μου, για το σαράντα. 
-Τον κάλεσαν στον πόλεμο, μου ’στειλε γράμμα κι έγραψε: «Γλύτωσα τις μάχες, με έβαλαν τραυματιοφορέα!»
Τότε είπα πως ησύχασα. Όμως τον έπιασαν αιχμάλωτο πολέμου οι Γερμανοί μαζί με άλλους πέντε και τους ’στήσαν στο απόσπασμα. Αυτοί, οι πολιτισμένοι! Ένας γλύτωσε απ’ τις πρώτες σφαίρες και δεν ήταν ο δικός μου. Σαν το έμαθα, η άμοιρη, ανήμερα του Άι Γιώργη, στις 23 Απρίλη, την Τετάρτη μετά το Πάσχα, απέβαλα το οκταμηνίτικο αγόρι μου. Το αεροβάφτισα Γιωργή, επίτηδες, μα αυτός δεν κατάλαβε, νόμισε ότι του το χάρισα κι αντί να το σώσει, το πήρε ασαράντιστο! Τον ρώτησα ποια αμαρτία έκανα και δεν πήρα απάντηση. Δυστυχία μου που τους έχασα και τους δυο, ευτυχώς είχα την μονάκριβή μου κόρη, τη μαμά σου, την Κορνηλία.
-Γιαγιά πες μου, για τον εμφύλιο. 
-Τα αδέλφια μου δεν ανακατευτήκαν και γλύτωσαν, νταγιανάμαντι πια! Άλλον άντρα να χάσω δεν είχα! 
-Γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκες; Ήσουν τότε είκοσι έξι μόλις χρονών και πολύ όμορφη.
-Είχα, καρδούλα μου, κόρη να προικίσω, έπρεπε να γκρεμίσω το πλίθινο σπίτι και να το φτιάξω πέτρινο, αγαπούσα τον άντρα μου, που πήρε εμένα τη «ξένη», χωρίς να συμφωνούν οι Δαφιώτες κι ήρθε κι έζησε στο πλίθινο μαζί μου, όσο έζησε!
-Σε θέλαν, σε ενοχλούσαν;
-Πολλοί! Μια φορά σε ένα χωράφι που δούλευα, χαράματα, πήγα να βάλω μπρος τη μηχανή, να βγάλω νερό, να ποτίσω τις πατάτες και δεν μπορούσα. Πρέπει να ήμουν με πολύ πυρετό, άλλες φορές τα κατάφερνα. Είδα έναν περαστικό και ζήτησα βοήθεια, σαν γέμισε ο κουβάς, ξεστόμισε: «Έλα μουρή συ Μαρίγια, τώρα να σι φ’λήσου!» Με είπε, ο αδιάντροπος, μωρή, ήθελε και να με χαλάσ’, σαν που χάλασε τ’ όνομά μου. Τον κτύπησα με τον κουβά στο κεφάλι κι έτρεχε με τα αίματα.
-Πότε έφτιαξες την καλύβα πέτρινη;
-Το πενήντα είπα: «Άντε μπακαλούμ Μαρία, ξεκίνα!» Σε δέκα χρόνια, πριν παντρέψω την κόρη μου με τον Τζουμαγλιώτη, τον κυρ-Γιάννη, τον μπαμπά σου, τέλειωσα τον τελευταίο τοίχο, έβγαλα τον τρυπημένο τσίγκο κι έβαλα κεραμίδια. Ήθελα να μην γεννηθείς και στάζουν τα νερά στο προσκεφάλι σου.
-Γιαγιά πες μου, για το εβδομήντα τέσσερα;
-Φοβήθηκα μην έρθουν κι εδώ, μάζεψα τα κοσμήματα της κόρης μου και το σταυρό της μάνας μου, που τον φορούσες και τότε εσύ, και τα έθαψα κάτω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Είπα μέσα μου: «Τους ξεγέλασε η Μυρσίνα, μην τύχει και τον αρπάξουν από την εγγονή της Μαρίας!» Θα ’ταν ντροπή για μένα! Την επαύριο του καλοκαιριού που μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, κάλεσαν τον μπαμπά σου να φυλάξει στην Πέτρα, ευτυχώς σταμάτησε ο πόλεμος κι έτσι σε λίγες μέρες, εκείνος, γύρισε. Σαν καταλάγιασαν τα πράματα, το χειμώνα, τα ξέθαψα. 
-Φοράς μαύρα φουστάνια πάντα με τσεμπέρι ως και οι παντόφλες μαύρες είναι.
-Αν τα έβγαζα δεν θα μ’ αφήναν ήσυχη οι μουρντάρηδες. Όμως κεντούσα για την Κορνηλία μου και για σένα, γλύκα μου, λουλουδιαστά. 
-Θυμάμαι, καλή μου γιαγιά, το πρώτο που μου έραψες, άσπρο σαν νυφικό, τί λουλούδια είχε; 
-Αχ τζάνεμ, ανεμώνες και ζουμπούλια. Να σε ρωτήσω όμως τώρα κι εγώ ένα, γιαβρί μ’! Εσύ πέντε φορές είπες «γιαγιά πες μου», θυμάσαι τί έγινε με τον πελαργό; 
-Θυμάμαι! Τότε στο «καλοκαίρι» της Κύπρου, ήμουν οκτώ χρονών και πήγα στο πεζούλι του σπιτιού με το στύλο της Δ.Ε.Η., που είχε τη φωλιά του, να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς. Χωρίς να προσέξω κάθισα επάνω σε μια κουτσουλιά του. Σήκωσα το βλέμμα, τον είδα και είδα πως με είδε. Μια γειτόνισσα, η Ελένη η Μαρίναινα, με πήρε σπίτι της, έπλυνε το φουστάνι και το κρέμασε στη σκαμνιά του δρόμου, να στεγνώσει στον ήλιο. Ήμουν γυμνή και περίμενα μέσα, να το φορέσω για να βγω. Όμως ο πελαργός άρεσε το φόρεμα, κατέβηκε με μια βουτιά και το πήρε για τα δικά του πελαργέλλια! Τα άλλα παιδιά στο στενό, σαν βγήκα φορώντας το φουστάνι της κόρης της γειτόνισσας, που έπλεε πάνω μου, γέλαγαν κι εγώ έκλαιγα.

-Σου ’φτιαξα άλλο, τζιέρι μου, πιο όμορφο, κόκκινο, για να το βλέπει και να φεύγει ο πελαργός! Σε ’κείνο κέντησα και μπλε μενεξέδες και το πρόσεχες, το φορούσες μόνο στις γιορτές του σχολείου. Σου ’φτιαξα κι άλλα μ’ αλλιώτικα χρώματα. Μα να γελάς, καλύτερα που ’ρθε τότε και το πήρε αυτός κι όχι κανένας Τουρκαλάς! 
-Και στο σχολείο φορούσες μαύρα;
-Δεν τα έβαλα για τον πατέρα μου, δεν ήθελε η μάνα μου να είμαστε όλοι στα μαύρα. Πρόλαβα και πήγα στην πρώτη δημοτικού στο Σερέκιοϊ. Από τότε που ήρθαμε και μείναμε εδώ, από οκτώ χρονών δούλευα μαζί με τη μάνα μου στα χωράφια, πότε να πάω σχολείο; 
Ήθελα να μάθω, όσα ήξερε κι ακόμα παραπάνω. Εκείνη μου ’δειχνε να διαβάζω. Δεν έμαθα να γράφω, αλλά ξέρω να λογαριάζω απ’ έξω κι ανακατωτά τους αριθμούς για τα έξοδα. Η κυρία Σαπφώ, η δασκάλα, ήρθε και πήρε τη κόρη μου στο δημοτικό με το ζόρι. Άγια, έκανε! Εκεί της έμαθε γράμματα, ως και τ’ απογεύματα τη διάβαζε. Στα διαλείμματα, της έδειχνε να κεντά από σχέδια κι όχι σαν εμένα στα κουτουρού, έτσι η μαμά σου έγινε σπουδαία κεντήστρα και δεν χρειάστηκε να πάει στα χωράφια. 
                                   Το σημερινό Seyrek, κατά την περσινή καλοκαιρινή μου επίσκεψη

-Θες να ξαναδείς το Σερέκιοϊ; 
-Δεν θέλω να δω τα ματωμένα μισοφέγγαρα. Δεν θέλω να δω στο σπίτι και στα χωράφια μας τα παιδιά του Τούρκου συνέταιρου του πατέρα μου, που τον κατέδωσε ότι έδωσε λεφτά στον ελληνικό στρατό και τον σκοτώσαν. Ο έξυπνος Μαυρουδής δεν στοχάστηκε τούτο: 
«Άμα έχεις Τούρκο φίλο, κράτα ένα ξύλο!» 
-Θες κάτι, τώρα στα γεράματα; 
-Τώρα όχι, Μαρούλα μου. Άμα πεθάνω θέλω! Τότε να πας καρσί, να φέρεις δυο χούφτες χώμα από το Σερέκιοϊ, να το ρίξεις στα κόκαλά μου και στα κόκαλα της Μυρσίνας, να ημερέψουμε! 

Αριστείδης Στυλ. Κυριαζής
astromereia@ath.forthnet.gr 

Υστερόγραφο: Την ιστορία της Μαρίας Μαυρουδή-Στυψιανού τη θυμήθηκε η εγγονή της, η Μαρία Χατζηδουκάκη-Κεφάλα και την κατέγραψα με την άδειά της. 
Ο ποταμός ΄Ερμος στο Σερέκιοϊ και τα ανταριασμένα σύννεφα, σαν τότε!

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ- George Horton


Στο βιβλίο αυτό βρίσκαμε επί τέλους την αλήθεια για την καταστροφή της Σμύρνης και για τη σφαγή μεγάλου μέρους απ' τους κατοίκους της, γραμμένη από έναν αυτόπτη μάρτυρα.

Ο συγγραφέας των σελίδων πού ακολουθούν, είναι ευτυχώς ένας άνθρωπος πού δεν εμποδίζεται να ειπεί, ό,τι ξέρει, από πολιτικούς λόγους η από οποιαδήποτε επίδραση φόβου η συμφέροντος. Δίνει ολόκληρη τη διήγηση του  αγρίου αφανισμού του Χριστιανικού πληθυσμού σε όλη την έκταση και το πλάτος της Παλαιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μ' ένα σαφή και πειστικό τρόπο.

Το ότι είκοσι αιώνες μετά Χριστόν μπόρεσε ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Τούρκοι, να δια-πράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα πού θα έπρεπενα κάμει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφτούν ο συγγραφέας όμως δείχνει με αναντίρρητο τρόπο ότι τα εγκλήματα αυτά διαπράχθηκαν χωρίς αντίσταση εκ μέρους οιουδήποτε χριστιανικού έθνους και ότι η τελευταία εκείνη φρικτή σκηνή στη Σμύρνη εκτελέστηκε σε απόσταση ολίγων μέτρων από ένα ισχυρότατο συμμαχικό και αμερικανικό στόλο.


Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι , εφόσον οι Τούρκοι έδειξαν τόσο μεγάλη περιφρόνηση σε κάθε ανθρωπισμό πού δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει και η αλήθεια είναι ολοφάνερη. Έχει τη γνώμη πώς
τα υψηλά Ιδανικά είναι ανώτερα από το πετρέλαιο και απ' τους σιδηροδρόμους και πώς οι Τούρκοι δεν θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί στην κοινωνία των έντιμων εθνών, ωσότου δείξουν ειλικρινή μετάνοια για τα εγκλήματα τους.
Η συναδέλφωση μαζί τους με οιουσδήποτε άλλους ορούς δημιουργεί την υποψία μικροπρέπειας αλλά και συνενοχής.

Το να θέλουμε να υπενθυμίσουμε στους ανθρώπους τα φρικιαστικά αυτά γεγονότα δεν οφείλεται σε προκατάληψη εναντίον των Τούρκων. Οι Τούρκοι πολύ εύκολα πιστεύουν ότι οι λαοί της Δύσης είναι προκατειλημμένοι εναντίον τους, γιατί αυτοί δεν είναι Χριστιανοί η γιατί η κλασική παιδεία προδιαθέτει τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς ευνοϊκά υπέρ των Ελλήνων. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει μια τέτοια προκατάληψη. ..

Ένα απόσπασμα απο τον πρόλογο του βιβλίου που κυκλοφόρησε το 1926.

Ο George Horton ήταν ο πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη κατά την καταστροφή και θυσίασε την καριέρα του γράφοντας αυτό το βιβλίο.


Αφιερώνεται εξαιρετικά στους υποστηρικτές της ελληνοτουρκικής φιλίας και ιδιαίτερα σε έναν δικό μας βουλευτή, τον κ. Σηφουνάκη που παρουσιάζει στις 16-2-2010, μαζί με άλλους, το βιβλίο "NUTUK Ο Μέγας Ρητορικός" που αναφέρεται στον Κεμάλ Ατατούρκ!

dowm load here Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ

*Το βιβλίο είναι ακετά σκληρό και γι' αυτό αληθινό. Κυκλοφόρησε ως "μάστιγα της Ασίας" και έτσι όπως έχουν τα πράγματα στις μέρες μας, ενδείκνυται μόνο για νηφάλιους αναγνώστες!

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Σόλων Λέκκας

Ο Σόλωνας Λέκκας γεννήθηκε το 1946 στην Πηγή. Είναι χτίστης και λιθοξόος, αλλά και καλλίφωνος τραγουδιστής. Ο πατέρας του, Ευστράτιος, ήταν χτίστης και είχε γεννηθεί στον Αφάλωνα, στην Ανατολική Λέσβο. Η καταγωγή του ήταν Αρβανίτικη από την περιοχή Λουτρακίου. Η μητέρα του Σόλωνα Δήμητρα εργαζόταν ως μοδίστρα στην Πηγή. Οι γονείς της προέρχονταν από την Πηγή και το Ίππειος, αλλά οι παππούδες της από τη Μικρασία. Ο Σόλωνας Λέκκας υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία τη διετία 1966-1968 στο Ναύπλιο, το Χαϊδάρι και την Πτολεμαΐδα. Έζησε στην Πηγή μέχρι το 1971, οπότε εγκαταστάθηκε στα Κεραμειά. Τη δεκαετία του 1980 μετοίκισε στη Μυτιλήνη. Σήμερα ζει στους Ταξιάρχες (Καγιάνι), κοντά στην πόλη της Μυτιλήνης.

Τραγουδιστής, ερασιτέχνης οργανοπαίκτης και χορευτής. Η ενασχόλησή του με το τραγούδι είναι συνεχής, ερασιτεχνική, αλλά και επαγγελματική, ιδιαίτερα την περίοδο 1969 - 1971. Για το μεράκι του στο τραγούδι ο ίδιος αναφέρει: «Εγώ όλους τους σκοπούς τους παλιούς τους ξέρω απ' έξω, πώς αρχινάει, πώς λέν' τα λόγια, πώς λέν' τ' αυτά. Είναι λίγοι οι μουσικάντηδες που τα ξέρουν και μπορεί να κάνουν κι ένα λαθάκ(ι), θα το καταλάβω. Μπορεί να μην ξέρω να γράψω το σκοπό, αλλά μπορώ να στον πω, πως είναι. [...] Θέλω να τραγουδώ κιόλας, τα τραγούδια αυτά τα μικρασιάτικα τα παλιά, θέλω να τα παγαίνω σφυριχτά. Νομίζω ότι αυτό που κάνω γίνεται πιο όμορφο άμα σφυρίζω. Ενώ άμα κάθομαι έτσι ξερός (δηλαδή χωρίς τραγούδι), δεν μπορώ να σκεφτώ κιόλα».

«Εγώ από μικρός μ' αρέσαν αυτά τα τραγούδια, από το σχολειό που πηγαίναμε. Σχολειό που πηγαίναμε μ' έβαζ' ο δάσκαλος, πρώτο μ' έβαζε σειρά τραγούδια σχολικά, έτσι που λέγαμε. Τα μάθαινα έτσι ("απ' έξω")], τα θυμόμουν. Δεν τα γράφαμε, τα θυμόμασταν έτσι. Όλοι τότε τραγουδούσαμε παλιά, δε λέγαμε καινούρια». Πολύ σπάνια ακούγανε τα τραγούδια από το ραδιόφωνο ή το γραμμόφωνο. Τα περισσότερα τραγούδια τα έμαθε ακούγοντάς τα από Ο Νίκος Παραλής ("Λαβίδας"), από την Ερεσό παίζει ούτι και τραγουδάει μαζί με τον Σόλωνα Λέκκα από την Πηγή, σε ηχογράφηση του ερευνητικού προγράμματος "Κιβωτός του Αιγαίου" στη Μυτιλήνη το 1997.παλιούς μερακλήδες τραγουδιστές στα καφενεία και από ηλικιωμένους συγγενείς του. «Τ' ακούγαμε που τα λέγανε, τα τραγουδούσαν παρέες, παρέες. Και καθόνταν στο καφενείο, άμα καθόνταν δεν είχε τίποτ' άλλο να βάλουν, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα και λέγαν τραγούδια αυτοί. Χωρίς μουσική, με το στόμα έτσι λίγο. Καμιά φορά τον αμανέ τον λέγαν δυό κι έλεγ' ο ένας χαμηλά κι ο άλλος ψηλά. Δεν είχε μουσική, ο ένας έπαιρνε το χρόνο τ' αλλουνού. Είχε πολλοί που παίζανε σε νταβούλια, τουμπελέκια και λέγαν έτσι τραγούδια. Αλλά στο καφενείο μέσα δεν παίζαν. Το λέγαν έτσι, τραγουδούσαν χωρίς όργανα. Όλα τα τραγούδια, κάτι παλιά που λέγαν, τα λέγαν έτσι χωρίς όργανα. Όλ' αυτά τα τραγούδια τα ξέρω. Αυτά κι οι μουσικές που ερχόταν παίζαν αυτά τα τραγούδια. Κάτι ούτια που τα παίζαν, κάτι γέροι παίζαν αυτά τα τραγούδια».

«Παρουσιάστηκα στο Ναύπλιο το 1966, μετά πήγα στο Χαϊδάρι για εκπαίδευση Διαβιβαστής Μηχανικού. Πήρα μετάθεση στην Πτολεμαϊδα, έξι με οχτώ μήνες κάθησα εκεί, και μετά ξαναγύρισα πάλι στο Ναύπλιο κι απολύθηκα απ' το Ναύπλιο. Όποτε κάναν αυτά, γλέντια τέτοια, με φωνάζαν, τραγουδούσα. Κάναν μικρά γλέντια και τα μεγάλα που κάναν στις γιορτές, φωνάζαν όλους τους τραγουδιστές. Εμένα με βάζαν στο μικρόφωνο, με βάζαν και τραβούσα κι αμανέ εκεί. Είχα ένα φίλο έτσι, αυτός ήταν μωαμεθανός, Έλληνας, είχε ένα μπουζούκι, το 'χε ξεκουρδισμένο για να μοιάζει με ούτι κι έπαιζε ένα Ζεϊμπέκ-Χαβασί κι έριχνα μανέ. Οι μωαμεθανοί αυτοί δε λέν' αμανέ σαν το δικό μας. Εμείς έχουμε βυζαντινή μελωδία στον αμανέ, το γλυκό έτσι. Αυτοί το λένε κοφτά έτσι, μόνο οι χοτζάδες το λένε σαν το δικό μας, τελευταία. Μόνο στο ανέβασμα πάει πια σαν το δικό μας»

.

Τραγουδάει όλα τα παλιά Μυτιληνιά τραγούδια, που φέρουν έντονη τη Μικρασιατική επίδραση, καθώς και αμανέδες: «Στη Μυτιλήνη υπάρχουν οι μανέδες, οι καρσιλαμάδες οι παλιοί, τα ζεϊμπέκικα τα βαριά, εδώ στη Μυτιλήνη υπάρχουν, δεν είναι σ' άλλα μέρη. Δηλαδή τα βρήκαν εδώ οι Μικρασιάτες, μπορεί να ήρθαν, αλλά τα βρήκαν. Τα παραδοσιακά οι δικοί μας τα είχαν, είχαν μικρασιάτικα που λέν' πιο βαριά, είχαν τον «Αϊβαλιώτικο». Ήταν ένα η Μυτιλήνη με την Τουρκία, τ' Αϊβαλί, πήγαιναν-ερχόταν, και ξέραν οι δικοί μας τα μικρασιάτικα, πιο πολύ τα ξέραν. Τα ίδια τα έθιμα, στολή κι αυτά είχαν οι Μυτιληνιοί κι οι Μικρασιάτες κοντά μας που 'ναι, Αϊβαλί, Πέργαμο, τα ίδια ήταν. [...] Οι άντρες τραβούσαν αμανέ πιο πολύ. Ας πούμε αν έκανε καντάδα κανένας σε μια κοπέλα, της έκανε μ' αμανέ»

Τραγουδάει επίσης τοπικά αποκριάτικα τραγούδια, «αδιάντροπα», που περιέχουν άσεμνα λόγια, καθώς και αφηγηματικά τραγούδια και παραλογές, που προσαρμόζονται στον «αποκριάτικο σκοπό». «Τις απόκριες λέν' ειδικά τραγούδια εκεί στην Πηγή. Λένε τραγούδια που έχουν γίνει ιστορίες παλιές. Τις αποκριές είναι η μέρα αυτή που λες τα τραγούδια που περάσαν. Δεν το λένε σ' άλλη ευκαιρία. Είναι πολύ παλιά αυτά και τα λέγαν αυτά σαν ιστορία. Αυτά λέμε στην Πηγή και τα κάλαντα που είν' αδιάντροπα, έτσι. Τα λέμε σε χώρο που δεν έχει γυναίκες, σε καφενεία, σε αυτά. Τις απόκριες γινόταν παρέες έτσι την Κυριακή το βράδυ, αυτοί που 'ταν για να κάνουν τις απόκριες, όσες παρέες, αυτή την ώρα τρώγαν και πίναν, πίναν στο καφενείο και το πρωί μουτζουρωνόταν. Είχε ένας ανοιχτή μπογιά και σε μουτζούρωνε. Άμα σε μουτζούρωνε, άμα σ' έκανε σταυρό έτσι εδώ στο μάγουλο ή στο κούτελο, δε μπορούσες να φύγεις. Και άλλοι ντυνόταν καρναβάλια, έτσι γυρίζαν στο χωριό, τρείς, τέσσερεις - πέντε παρέες και λέγαν τα τραγούδια αυτά». Τραγουδάει ακόμα κάποια κλέφτικα και ακριτικά τραγούδια. Όλα αυτά τα έμαθε ο ίδιος από παλιούς ηλικιωμένους συγχωριανούς και συγγενείς του τραγουδιστές


Από το 1969 μέχρι το 1971 ο Σόλωνας Λέκκας τραγουδούσε επαγγελματικά σε πανηγύρια και καφενεία: «Τότε ήταν αυτά τα μικρασιάτικα τα παλιά, λέγαμε τα παλιά, αμανέδες, το μπάλλο, το λέγαμε στο συρτό απάνω, έπρεπε να πεις μπάλλο στο συρτό... Αυτά του Τσαουσάκη, αυτά τα λέμε, έρχονται προς το μικρασιάτικο. Βαμβακάρη παραγγέλναν κανένα, αν λέγαμε έτσι. Μπαγιαντέρα, του άλλου του Στελλάκη (Περπινιάδη). Γαβαλά δεν έλεγα. Ένας άλλος φίλος είναι, τα 'λεγε. Αυτός τραγουδούσε λίγο πιο αλλιώς, δεν πήγαινε προς το μικρασιάτικο. Και τα κρητικά μ' αρέσουν και το κλέφτικο μ' αρέσει πολύ και το τραγουδάω κιόλας, και τα ηπειρώτικα τα λέω».




«Μετά (στις αρχές της δεκαετίας του 1970) πιάσαν και χαλούσαν δεν τα πολυθέλαν τα παλιά, βγήκαν οι δίσκοι. Τα Μικρασιάτικα, τα Μυτιληνιά τα παλιά δεν τα πολυθέλαν, θέλαν λαϊκά, εγώ δεν τα 'θελα αυτά, αλλά ο κόσμος δεν τα 'θελε τα παλιά. Από τότες χαλαστήκαν, απ' το '70 κάτι σκοποί πιάσαν και παίζαν στα γρήγορα. Μόνο κάτι παλιοί τα ζητούσαν, ενώ οι άλλοι θέλαν όλο λαϊκά πιο πολύ. Άμα ακούγαν Μικρασιάτικα, κάνα(ν) αμανέ, λέγαν "ωω χωριάτικα", προπάντων οι νέοι. Τότες είχε βγει ένα τραγούδι "Ψίλοι στ' αυτιά μου μπήκανε", το 'λεγα λίγο αυτό, μόνο αυτό. Εγώ λέω μόνο τα παραδοσιακά τα παλιά, Μικρασιάτικα, τα Μυτιληνιά, αμανέδες, τον μπάλλο, όπως το λέμ' εδώ στη Μυτιλήνη. Στα τελευταία στα πανηγύρια λέγαμε και κάνα-δυό αμανέδες, έτσι σαν κλείσιμο. [...] Η "Αϊσέ" είναι όπως το λένε αυτόν «Καρεκλάτο» τώρα τον ονομάζουν, ενώ παλιά ήταν "Αϊσέ", είναι ένας χορός λίγο πηδηχτός, ευκίνητος πολύ. Οι παλιοί δεν το ξέραν "καρεκλάτο", το γυρίσαν και το λέν' τώρα. Στα πανηγύρια τελειώναμε με τον "πηδηχτόν", γρήγορο, ξέραν, "θα βάλουμε τον «πηδηχτόν"».


Ο Σόλωνας Λέκκας τραγουδάει επίσης κάποια τραγούδια με τουρκικούς στίχους. «Με τούρκικα λόγια ξέρω ελάχιστα τραγούδια, τον «Τσάκιτζη», τον «Ντόκτορ», τον «Κιόρογλου» , παλιά είχε λόγια, δεν τα θυμάμαι, όχι. Γιατί θέλει να πει ότι βγήκε ένα παληκάρι, ένα παληκάρι ήταν μόνο, του Κιορ ο γιός. Ο «Κιόρογλους» είναι ένας χορός που οι παλιοί τον λέγαν «Πεχλιβάνης», που θα πεί παλληκαράς, γι' αυτό οι παλιοί τον χορεύαν με τα μαχαίρια, όχι σαν τώρα, πάνω στα άλογα. Έχει λόγια, λέγει το τραγούδι, ένα παλληκάρι είναι στο χωριό μέσα, ο Κιόρ, "του στραβού ο γιός". Αυτός ο Κιόρογλου ήταν απ' το Μπαμπά, ένα μέρος της Μικρασίας, προς το Μόλυβο εκεί, γι' αυτό τα παλιά λόγια λένε «Μπένιμ Κιόρογλου Μπαμπακτσή». Την ημέρα του Αγίου Χαραλάμπους, πάλευαν, με όποιον πάλευε νικούσε. Οι καινούριοι μουσικοί το ξέρουν σαν «Κιόρογλου» το κομμάτι, οι παλιοί σαν «Πεχλιβάνη». Τον «Κιόρογλου» άρχισαν να το παίζουν με τα άλογα οι κανούργιοι καβαλαροί. Αυτόν τον χορεύαν με τα μαχαίρια. Ήταν στολισμένα τα άλογα, αλλά βάζαν τα «Ξύλα» και τον «Κιόρογλου», μ' αυτά αρχινούσε, ήταν ο σκοπός των αλόγων, των καβαλαρέων. Μέχρι τώρα αυτό, αυτοί τσοι σκοποί έχουν με τα άλογα. Αυτοί οι σκοποί ήταν του δρόμου, και χορευτικά είναι. Τα «Ξύλα» το χορεύουν συρτό, όταν συνοδεύουν τον ταύρο στου Αγίου Χαραλάμπη, παίζουν το σκοπό αυτό τον «Κιόρογλου» και τα «Ξύλα». Ο «Κιόρογλου» είναι προς το ζεϊμπέκικο, είναι και του δρόμου και χορευτικοί σκοποί. [...] Και το άλλο που λέμε είναι «Η Χανούμ», είναι το «(Ι)μιτλερίμ», επειδής αρχίζει με το «(Ι)μιτλερίμ», ενώ λέγεται «Χανούμ». Άμα το πεις «Χανούμ» μπορεί να μην το ξέρει να πούμε, ενώ άμα πεις «(Ι)μιτλερίμ» ξέρει ο άλλος, όπως ξεκινά να πούμε».


Γλέντι σε καφενείο στα Πάμφιλα το 1997. Ο "χορός με τα μαχαίρια". Ο Βασίλης Βέτσος στο βάθος παίζει ούτι. Χορεύουν ο Σόλωνας Λέκκας και ο Νεοπτόλεμος Δεληγιάννης. Φωτογραφία Γ. Νικολακάκη.Για τον χορό ο Σόλωνας Λέκκας αναφέρει: «Παλιά γλεντούσαν ο κόσμος και οι γέροι ακόμα γλεντούσαν. Άμα σηκωνόταν ο γέρος να χορέψει ένα σκοπό, τί σκοπό θα χορέψει; το βαρύμαγκα, βαρύ σκοπό χορεύει. Δυό χορεύαν στο συρτό, δυό στον καρσιλαμά, δυό στο ζεϊμπέκικο, μπορεί και μοναχός ιτ κανένας, αλλά συνήθως δυό σηκωνόταν και χορεύαν. Για να ζυγάει τα μάτια τ' αλλουνού, να βλέπει ο ένας τον άλλο. Εγώ, έβλεπες στο μαγαζί η κίνηση που είχα, γέμιζε, ήταν χορός. Μόνο που γονάτιζαν λίγο έτσι και για να σηκωθούν, ήταν χορός, για να σηκωθούν με το ρυθμό, ναι. Οι παλιοί που χορεύαν σκοπούς με τα μαχαίρια, τα χτυπούσαν πά(νω) στο σκοπό, στο σκοπό πάνω γινόταν αυτό, όχι με τα σχέδια που θα κάνεις. Να είναι ίδιο με το χορό και η κίνηση που θα κάνεις».

Αμοιβή σε είδος, αμοιβή σε χρήμα ή άλλα ωφέλη

Για την περίοδο 1969-1971 που εργαζόταν επαγγελματικά ως τραγουδιστής ο Σόλωνας Λέκκας αναφέρει: «Εγώ θυμάμαι το πιο πολύ που παίρναμε, 1.200 δραχμές ο καθένας, βγάζαμε για το μηχάνημα, έπαιρνε κι αυτός ένα μερίδιο ακόμα, δηλαδή αν παίρναμε εμείς 1.200 έπαιρνε 1.000, 800 δραχμές το μηχάνημα. Τότε θυμάμαι παίρναμε 1.200 δραχμές μεροκάματο, 700, 800 δραχμές, αλλά ήταν γερά. Τότε ήταν το (εργατικό) μεροκάματο 100 δραχμές, το '70».

Όταν τραγουδάει ερασιτεχνικά όμως δεν δέχεται αμοιβή: «Ολ' αυτά τα τραγούδια, δε τα λέω επειδή με λές: «πε' ένα τραγούδ'», μ' αρέσει. Δε λέω να πληρωθώ. Γιατί αν με πεις «έλα να σε πληρώσω να με τα πεις», δε θα, σα να σε κοροϊδεύω. Άλλο τραγουδιστής κι άλλο μερακλής. Είν' η διαφορά μεγάλη».

(Το Βιογραφικό Σημείωμα του Σόλωνα Λέκκα βασίστηκε στις συνεντεύξεις του ερευνητικού προγράμματος "Κιβωτός του Αιγαίου", το Μάρτιο, το Μάϊο και το Νοέμβριο του 1997 στη Μυτιλήνη).

http://www.aegean.gr/culturelab/Biografika/Lekkas.htm

Σ' αυτά τα δώδεκα χρόνια ο Σόλωνας συνεχίζει να τραγουδάει και να μερακλώνει "εαυτόν και αλλήλους ", έχοντας στο ιστορικό του εμφανίσεις και αφιερώματα στην tv!, συνεργασίες με γνωστούς και μη, εξαίσιους μουσικούς της παραδοσιακής και ανατολικής μουσικής .

Κάποιοι τον έχουν ονομάσει μουσική βιβλιοθήκη του ανατολικού Αιγαίου!