Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

To ζήτημα του πατριωτισμού

Α­πό­σπα­σμα α­πό το βι­βλί­ο του Μελέτη Μελετόπουλου, To ζήτημα του πατριωτισμού, το ο­ποί­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε πέ­ρυ­σι α­πό τις εκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση.
Τά στε­ρε­ό­τυ­πα καί οἱ ἰ­δε­ο­λη­ψί­ες τῆς «προ­ο­δευ­τι­κῆς» δι­α­νό­η­σης
Μία ὀ­λι­γά­ρι­θµ­η ἀλ­λά παν­τα­χοῦ πα­ροῦ­σα ὁ­µ­ά­δα πα­νε­πι­στη­µ­ια­κῶν, δη­µ­ο­σι­ο­γρά­φων, δι­α­νο­ου­µ­έ­νων καί πο­λι­τευ­τῶν ἐ­πι­χει­ρεῖ τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια µέ συ­στη­µ­α­τι­κό καί ἐ­πί­µ­ο­νο τρό­πο νά ἐ­πη­ρε­ά­σει τήν κοι­νή γνώ­µ­η καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρα τήν νε­ο­λα­ί­α καί νά µ­ε­τα­βά­λει τήν ἱ­στο­ρι­κή συ­νε­ί­δη­ση καί το­ύς πο­λι­τι­κο­ύς προ­σα­να­το­λι­σµ­ο­ύς τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.

Προ­ω­θεῖ και­νο­φα­νεῖς ἀ­πό­ψεις γιά γε­γο­νό­τα µ­ε­ί­ζο­νος ση­µ­α­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ἀλ­λά καί ὑ­πο­στη­ρί­ζει συγ­κε­κρι­µ­έ­νες θέ­σεις γιά τίς σύγ­χρο­νες ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κές σχέ­σεις, τό Κυ­πρια­κό, τήν ἐν­τα­ξια­κή πο­ρε­ί­α τῆς Τουρ­κί­ας πρός τήν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ῞Ε­νω­ση, τήν ὑ­πο­τι­θέ­µ­ε­νη ὕ­παρ­ξη µ­ει­ο­νο­τή­των στό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, τήν ἀ­πό­δο­ση ρα­τσι­στι­κῶν καί σω­βι­νι­στι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν στόν ἑλ­λη­νι­κό λαό, τήν σχέ­ση µ­ας µέ τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί πολ­λά ἄλ­λα. Ἡ ἀ­πή­χη­ση αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων στήν ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στη, ἀ­φοῦ ὅ­λες οἱ ἔγ­κυ­ρες µ­ε­τρή­σεις τῆς κοι­νῆς γνώ­µ­ης δε­ί­χνουν µία συν­τρι­πτι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­µ­α­τος καί τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν ἀ­ξι­ῶν σέ ὅ­λες τίς ἡ­λι­κί­ες καί τίς κοι­νω­νι­κές ὁ­µ­ά­δες. Πα­ρά ταῦ­τα, ἡ προ­σπά­θεια χον­δρο­ει­δοῦς ἀ­να­θε­ώ­ρη­σης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας, µ­α­ζί µέ τήν προ­ώ­θη­ση «ἐ­ναλ­λα­κτι­κῶν» ἀ­πό­ψε­ων στά ἐ­θνι­κά µ­ας θέ­µ­α­τα, ἔ­χουν προ­κα­λέ­σει κα­τά και­ρούς µ­ε­γά­λες ἀν­τι­δρά­σεις καί τήν ὀργή τῆς κοι­νῆς γνώ­µ­ης. []

Κεν­τρι­κό στοι­χεῖ­ο αὐ­τῆς ὅ­λης τῆς πο­λι­τι­κῆς «φι­λο­σο­φί­ας» εἶ­ναι ἡ ἐ­πί­θε­ση στήν ἔν­νοι­α τῆς Πα­τρί­δας καί στό πα­τρι­ω­τι­κό συ­να­ί­σθη­µ­α. ῎Ε­χουν κα­τα­βλη­θεῖ ἀ­πό το­ύς κύ­κλους αὐ­το­ύς ἐ­πί­µ­ο­νες προ­σπά­θει­ες νά ταυ­τι­σθεῖ ὁ Πα­τρι­ω­τι­σµ­ός µέ τόν ἐ­θνι­κι­σµό, τόν σω­βι­νι­σµό, τόν ρα­τσι­σµό, τήν µ­ι­σαλ­λο­δο­ξί­α. Κάθε αὐ­το­νό­η­τη, ἀ­κό­µ­η καί ἡ µ­ε­τρι­ο­πα­θέ­στε­ρη, ἄ­πο­ψη γιά τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς µ­ας κυ­ρι­αρ­χί­ας καί τήν ἀν­τι­µ­ε­τώ­πι­ση ξέ­νης ἐ­πι­βου­λῆς συ­κο­φαν­τεῖ­ται ὡς «ἐ­θνι­κι­στι­κή ὑ­στε­ρί­α» καί ἀν­τι­προ­τε­ί­νε­ται ὁ «δι­ά­λο­γος» γιά τά κυ­ρι­αρ­χι­κά µ­ας δι­και­ώ­µ­α­τα, ὁ κα­τευ­να­σµ­ός κ.λπ. Λο­γι­κή ἀ­πό­λη­ξη πα­ρό­µ­οι­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων, βε­βα­ί­ως, εἶ­ναι ἡ δι­α­µ­όρ­φω­ση ἑ­νός κλί­µ­α­τος αὐ­το­ε­νο­χο­ποί­η­σης καί πα­θη­τι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς τῶν ἀ­µ­φι­σβη­τή­σε­ων τῆς ἐ­θνι­κῆς µ­ας ὑ­πό­στα­σης. Καί ἡ ἀ­πο­δυ­νά­µ­ω­ση τοῦ πνε­ύ­µ­α­τος ἀν­τί­στα­σης στίς ἀ­πει­λές πού πάν­το­τε ὑ­πῆρ­χαν καί πάν­το­τε θά ὑ­πάρ­χουν, στόν τα­ρα­γµ­έ­νο κό­σµ­ο πού πο­ρευ­ό­µ­α­στε ὡς ἔ­θνος ἐ­πί χι­λι­ά­δες χρό­νια.

῎Αλ­λο­θι καί ἀ­φο­ρµή τῆς ἐ­πί­θε­σης ὁ­ρι­σµ­έ­νων προ­σώ­πων καί ὁ­µ­ά­δων ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­µ­α­τος, τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ ῎Ε­θνους καί ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κῶν συ­µ­βό­λων, εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς ἡ κα­τά­χρη­σή τους ἀ­πό τήν δι­κτα­το­ρί­α τῶν συν­τα­γµ­α­ταρ­χῶν (1967-1974). Οἱ συν­τα­γµ­α­τάρ­χες κα­τα­σκε­ύ­α­σαν ἕ­να κά­πη­λο ἰ­δε­ο­λο­γι­κό προ­σω­πεῖ­ο χρη­σι­µ­ο­ποι­ών­τας τά ἱ­ε­ρά καί τά ὅ­σια τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ὅ­πως τό Εἰ­κο­σι­έ­να, τό Σα­ράν­τα, τό τρί­πτυ­χο Πα­τρίς-Θρη­σκε­ί­α-Οἰ­κο­γέ­νεια κ.λπ.
῎Ε­τσι, µόλις κα­τέρ­ρευ­σε τό δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς, τό 1974, ἡ κα­τά­χρη­ση αὐ­τή τῶν ἐ­θνι­κῶν συ­µ­βό­λων ἀ­πό τήν δι­κτα­το­ρί­α ἔ­δω­σε τό «δι­κα­ί­ω­µ­α» σέ κά­ποι­ους κύ­κλους νά ἐ­πι­τε­θοῦν ὄ­χι µόνον ἐ­ναν­τί­ον τοῦ στρα­το­κρα­τι­κοῦ αὐ­ταρ­χι­σµ­οῦ, ἀλ­λά καί τῶν συ­µ­βό­λων πού αὐ­τός κα­τα­χρά­στη­κε.

∆ι­ά­φο­ροι πα­νε­πι­στη­µ­ια­κοί, δη­µ­ο­σι­ο­γρα­φοῦν­τες ἱ­στο­ρι­κοί κ.λπ., [ ] ἀν­τέ­γρα­ψαν καί εἰ­σή­γα­γαν ἀ­τε­λῶς κά­ποι­ες ἄ­σχε­τες πρός τά ἑλ­λη­νι­κά δε­δο­µ­έ­να θε­ω­ρη­τι­κές κα­τα­σκευ­ές ἀ­πό τήν Εὐ­ρώ­πη καί τίς ΗΠΑ ἤ ξε­σή­κω­σαν κά­ποι­ες πο­λι­τι­κῶς ὀρ­θές ἰ­δέ­ες τῆς µόδας ἀ­πό πο­λι­τι­κά πε­ρι­ο­δι­κά τῆς Νέας Ὑόρκης ἤ τοῦ ῎Αµστερνταµ καί τίς ὕ­ψω­σαν ὡς λά­βα­ρο πα­νε­πι­στη­µ­ια­κῆς στα­δι­ο­δρο­µ­ί­ας καί ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κῆς ἀ­νέ­λι­ξης. Καί βρῆ­καν στόν κλει­στό τους χῶ­ρο εὐ­νο­ϊ­κή ἀν­τα­πό­κρι­ση, δι­ό­τι στήν πα­νε­πι­στη­µ­ια­κή µ­ας κοι­νό­τη­τα ἡ ἄ­κρι­τη εἰ­σα­γω­γή θε­ω­ρι­ῶν (ὅ­πως καί κα­τα­να­λω­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των) ἀ­πό τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, πού ὑ­πο­κα­θι­στᾶ τήν κο­πι­α­στι­κή πα­ρα­γω­γή τους, ἔ­χει δυ­στυ­χῶς µ­α­κρά πα­ρά­δο­ση.

Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο, πα­ρα­δε­ί­γµ­α­τος χά­ριν, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης τῶν κα­θη­γη­τῶν Γκέλνερ καί Χομπσμπάουμ, πού ἀ­φο­ρᾶ τά ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­να βι­ο­µ­η­χα­νι­κά ἔ­θνη τῆς ∆ύ­σης, ἐ­φα­ρµ­ό­σθη­κε µέ ἀ­πί­στευ­τη ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κή ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα ἀ­πό κά­ποι­ους πα­νε­πι­στη­µ­ι­α­κο­ύς τῆς µή βι­ο­µ­η­χα­νι­κῶς ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­νης χώ­ρας µ­ας. Σύσσωµη ἡ «προ­ο­δευ­τι­κή», ἀ­να­νε­ω­τι­κή, ἐκ­συγ­χρο­νι­στι­κή κ.λπ. ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κή κοι­νό­τη­τα υἱ­ο­θέ­τη­σε τήν ἐ­ξω­πρα­γµ­α­τι­κή γιά τά ἑλ­λη­νι­κά δε­δο­µ­έ­να αὐ­τήν θε­ω­ρί­α. Γιά νά δοῦ­µ­ε κα­λύ­τε­ρα πῶς λει­τουρ­γεῖ τό στε­ρε­ό­τυ­πο, ἀ­ξί­ζει τόν κό­πο νά στα­θοῦ­µ­ε λί­γο σ’ αὐ­τό τό ση­µ­εῖ­ο.

Τό συ­µ­πέ­ρα­σµ­α πού συ­νή­γα­γε ἡ «προ­ο­δευ­τι­κή» µ­ας δι­α­νό­η­ση ἀ­πό τήν ἐ­φα­ρµ­ο­γή αὐ­τῆς τῆς θε­ω­ρί­ας, πού θά ἐ­ξε­τά­σου­µ­ε ἀ­µ­έ­σως πα­ρα­κά­τω ἀ­να­λυ­τι­κά, ἦ­ταν ὅ­τι δέν ὑ­φί­στα­ται συ­νέ­χεια τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους, ὅ­τι τό σύγ­χρο­νο ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος εἶ­ναι µία κα­τα­σκευή τῆς «νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας», ὅ­τι ἡ ση­µ­ε­ρι­νή ἑλ­λη­νι­κή συ­νε­ί­δη­ση εἶ­ναι τε­χνη­τό καί βε­βι­α­σµ­έ­νο «ἰ­δε­ο­λό­γη­µ­α» κ.λπ. Φυ­σι­κά, δέν ἔ­κα­ναν τόν κό­πο, οἱ «προ­ο­δευ­τι­κοί» µ­ας δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νοι, νά µ­ε­λε­τή­σουν τίς πη­γές, νά δι­α­πι­στώ­σουν πρω­το­γε­νῶς πῶς σκε­πτό­ταν καί πῶς αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­ζό­ταν ὁ ῞Ελ­λη­νας τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, για­τί ἔ­γι­νε ἡ µ­ε­γά­λη Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821, ποιά ἦ­ταν ἡ πο­λι­τι­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ ὑ­πό­δου­λου Ἑλ­λη­νι­σµ­οῦ –καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, τό κυ­ρί­αρ­χο κα­τά τόν Σο­λω­µό, ἀλ­λά καί πολ­λο­ύς ἄλ­λους– κρι­τή­ριο τῆς γλώσ­σας: τί γλῶσ­σα ὁ­µ­ι­λοῦ­σε ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός στο­ύς αἰ­ῶ­νες τῆς µ­α­κρᾶς Ἱ­στο­ρί­ας του; Δι­α­κό­πη­κε πο­τέ ἡ ὁ­µ­ι­λί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας στο­ύς µ­α­κρο­ύς αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καί τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας στίς ἑλ­λη­νι­κές χῶ­ρες; ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῶν δι­α­νο­ου­µ­έ­νων; Ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῆς ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας µ­ε­τα­ξύ τῶν ὁ­πλαρ­χη­γῶν καί προ­ε­στῶν τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας; Σέ ποιά γλῶσ­σα ἔ­γρα­ψαν τά κε­ί­µ­ε­νά τους οἱ Φα­να­ρι­ῶ­τες; Τί γλῶσ­σα µ­ι­λοῦ­σε το 1600 και το 1700 ὁ ἁ­πλός λα­ός; Σέ ποιά γλῶσ­σα τρα­γου­δοῦ­σε ὁ ἁ­πλός λα­ός τά δη­µ­ο­τι­κά τρα­γο­ύ­δια του; Τί προ­έ­λευ­ση ἔ­χουν τά ἤ­θη καί τά ἔ­θι­µ­α τοῦ λα­οῦ αὐ­τῆς τῆς χώ­ρας; Ποι­ά ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση, τά κοι­νά ση­µ­εῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, τό πλαί­σιο αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σµ­οῦ αὐ­τοῦ τοῦ λα­οῦ; [ ]

Ἀλ­λά ἄς δοῦ­µ­ε ἄν τά συ­µ­πε­ρά­σµ­α­τα τῶν προ­ο­δευ­τι­κῶν µ­ας δι­α­νο­ου­µ­έ­νων συ­νά­δουν καί πρός το­ύς ἴ­διους το­ύς θε­ω­ρη­τι­κο­ύς το­ύς ὁ­πο­ί­ους ἐ­πι­κα­λοῦν­ται. Ὁ Έρνεστ Γκέλνερ εἶ­χε πολ­λο­ύς λό­γους νά ἀ­σχο­λη­θεῖ µέ τόν ἐ­θνι­κι­σµό: εἶ­χε γεν­νη­θεῖ τό 1925 στήν Πρά­γα, ἀ­να­πτύ­χθη­κε πνευ­µ­α­τι­κά ἀ­νά­µ­ε­σα στήν τσέ­χι­κη καί τήν γε­ρµ­α­νι­κή κουλ­το­ύ­ρα καί ὡς Ἑ­βραῖ­ος δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό το­ύς να­ζί. Ἡ τραυ­µ­α­τι­κή του ἐ­µ­πει­ρί­α ἀ­πό τόν ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­σµό ἦ­ταν τό ψυ­χο­λο­γι­κό ὑ­πό­στρω­µ­α καί τό ἀρ­χι­κό κί­νη­τρο πού τόν ὤ­θη­σε νά ἀ­σχο­λη­θεῖ σέ πολ­λές µ­ε­λέ­τες του µέ τό ἐ­θνι­κι­στι­κό φαι­νό­µ­ε­νο. Ὁ ἄλ­λος ἐκ­φρα­στής τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης, ὁ Έρικ Χομπσμπάουμ, ἐ­πί­σης Ἑ­βραῖ­ος δι­ω­κό­µ­ε­νος ἀ­πό το­ύς να­ζί, στρα­τευ­µ­έ­νος κο­µ­µ­ου­νι­στής, συ­νέ­βα­λε καί αὐ­τός στήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἐ­θνι­κι­στι­κοῦ φαι­νο­µ­έ­νου. Οἱ δύ­ο αὐ­τοί σπου­δαῖ­οι ἱ­στο­ρι­κοί ἀ­σχο­λή­θη­καν µέ ἕ­να πο­λύ συγ­κε­κρι­µ­έ­νο ἐ­ρώ­τη­µ­α: πῶς ἡ ἀρ­χι­κά πο­λυ­δι­α­σπα­σµ­έ­νη, φε­ου­δα­λι­κή Εὐ­ρώ­πη, κα­τέ­λη­ξε νά πα­ρα­γά­γει ἐ­θνι­κά κρά­τη καί ἐ­θνι­κι­στι­κές ἀν­τι­λή­ψεις πού ὁ­δή­γη­σαν στόν να­ζι­σµό.

Πρά­γµ­α­τι, οἱ δύ­ο αὐ­τοί ἱ­στο­ρι­κοί ἔ­χουν δί­κιο στά συ­µ­πε­ρά­σµ­α­τά τους γιά τήν δη­µ­ι­ουρ­γί­α τῶν σύγ­χρο­νων ἐ­θνῶν στόν χῶ­ρο τῆς ∆υ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. ῞Ο­ταν δι­α­λύ­θη­κε τό ∆υ­τι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος, τό 476 µ.Χ., µία παν­σπε­ρµ­ί­α φυ­λῶν χω­ρίς πα­ρελ­θόν καί χω­ρίς ἱ­στο­ρι­κή καί ἐ­θνι­κή συ­νε­ί­δη­ση κα­τέ­κλυ­σε τόν χῶ­ρο τῆς ση­µ­ε­ρι­νῆς ∆υ­τι­κῆς καί Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Βα­θµ­ια­ῖα, σχη­µ­α­τί­σθη­κε στά ἐ­ρε­ί­πια τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους τό φε­ου­δα­λι­κό σύ­στη­µ­α, στά πλα­ί­σια τοῦ ὁ­πο­ί­ου το­πι­κοί φε­ου­δάρ­χες κυ­βερ­νοῦ­σαν µ­ι­κρά ἤ µ­ε­γά­λα φέ­ου­δα, σέ κα­θε­στώς πρω­τό­γο­νης ἀ­γρο­τι­κῆς οἰ­κο­νο­µ­ί­ας καί ἀ­νυ­παρ­ξί­ας ὀρ­γα­νω­µ­έ­νων κρα­τι­κῶν δο­µ­ῶν. Στα­δια­κά, κα­τά τήν Ἀ­να­γέν­νη­ση, ἐ­µ­φα­νί­σθη­καν οἱ πρῶ­τοι πυ­ρῆ­νες κρα­τῶν, πού ἔ­πα­σχαν ὅ­µ­ως ἀ­πό ἐ­θνο­λο­γι­κή καί πο­λι­τι­σµ­ι­κή ὁ­µ­οι­ο­γέ­νεια. Ἡ Ἀ­να­γέν­νη­ση, ὁ ∆ι­α­φω­τι­σµ­ός, ἡ Βι­ο­µ­η­χα­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ἡ ἰ­σχυ­ρο­πο­ί­η­ση τῆς Ἀ­στι­κῆς Τάξης, ἡ δη­µ­ι­ουρ­γί­α ὀρ­γα­νω­µ­έ­νων κρα­τι­κῶν µ­η­χα­νι­σµ­ῶν ὁ­δή­γη­σαν τε­λι­κῶς στήν δι­α­µ­όρ­φω­ση ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν.
Οἱ Γκέλνερ-Χομπσμπάουμ ἔ­χουν δί­κιο στό ἑ­ξῆς: ὅ­σο πιό ἀ­νο­µ­οι­ο­γε­νές ἐ­θνο­φυ­λε­τι­κά ἦ­ταν ἕ­να εὐ­ρω­πα­ϊ­κό κρά­τος, τό­σο πιό ἰ­σχυ­ρές ἦ­ταν οἱ προ­σπά­θει­ες ὁ­µ­ο­γε­νο­πο­ί­η­σής του. Τέτοιες προ­σπά­θει­ες ἦ­ταν δυ­να­τόν νά ὁ­δη­γή­σουν –καί στήν πε­ρί­πτω­ση τῆς Γε­ρµ­α­νί­ας ὁ­δή­γη­σαν– στήν ἐ­µ­φά­νι­ση τοῦ πα­ρα­λη­ρη­µ­α­τι­κοῦ σω­βι­νι­σµ­οῦ. Τοῦ ὁ­πο­ί­ου κύ­ρια θύ­µ­α­τα ὑ­πῆρ­ξαν ὡς ἀ­πο­δι­ο­πο­µ­παῖ­οι τρά­γοι οἱ Ἑ­βραῖ­οι, ἐκ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν «πα­ρα­φω­νί­α» στο­ύς κόλ­πους ἑ­νός κρά­τους πού ἐ­πε­δί­ω­κε µέ µ­α­νί­α τήν πλή­ρη ὁ­µ­ο­γε­νο­πο­ί­η­σή του.

Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά µέ τήν ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρί­α καί πρα­γµ­α­τι­κό­τη­τα; Ἀ­πο­λύ­τως κα­­µ­ί­α. ῞Ο­ταν τό ∆υ­τι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος δι­α­λύ­θη­κε τό 476, τό Ἀ­να­το­λι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος ὄ­χι µόνον ἐ­πε­βί­ω­σε µέ ἐ­πι­τυ­χί­α, ἀλ­λά ἐ­ξε­λί­χθη­κε σέ παγ­κό­σµ­ια ὑ­περ­δύ­να­µ­η τοῦ Με­σα­ί­ω­να. Ἐ­νῷ ἡ Δυ­τι­κή Εὐ­ρώ­πη βί­ω­νε τό χι­λι­ό­χρο­νο δρᾶ­µ­α της, σέ κα­τά­στα­ση τρα­γι­κῆς ὑ­πα­νά­πτυ­ξης καί πνευ­µ­α­τι­κοῦ σκό­τους, τό Βυ­ζάν­τιο (Ρω­µ­α­νί­α γιά το­ύς συγ­χρό­νους του) βί­ω­νε µία ἐ­πο­χή ἀ­κµ­ῆς, ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­µ­έ­νο κρά­τος µέ δη­µ­ό­σια δι­ο­ί­κη­ση, ἐκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­µ­α, κοι­νω­νι­κή πρό­νοι­α, ἐ­ξα­γω­γι­κό ἐ­µ­πό­ριο καί, κυ­ρί­ως, παγ­κό­σµ­ια πο­λι­τι­στι­κή ἀ­κτι­νο­βο­λί­α. ῞Ο­ταν, ἀν­τι­θέ­τως, ἡ ∆ύ­ση εἰ­σῆλ­θε σέ ἐ­πο­χή στα­δια­κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης, ὁ βυ­ζαν­τι­νός κό­σµ­ος ὅ­δευ­ε πρός τό τέ­λος του, κι ὅ­ταν ἡ ∆υ­τι­κή Εὐ­ρώ­πη συγ­κλο­νι­ζό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­να­γέν­νη­ση, τόν ∆ι­α­φω­τι­σµό καί τήν Βι­ο­µ­η­χα­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός βί­ω­νε τόν δι­κό του, τρα­γι­κό Με­σα­ί­ω­να τοῦ σκό­τους καί τῆς δου­λε­ί­ας.
Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης, λοι­πόν, ὅ­πως τήν πε­ρι­γρά­φουν οἱ Γκέλνερ καί Χομπσμπάουμ, ἀ­φο­ρᾶ ἕ­ναν κό­σµ­ο πού πέ­ρα­σε ἀ­πό τίς φά­σεις τοῦ φε­ου­δα­λι­κοῦ Με­σαί­ω­να, τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης, τοῦ ∆ι­α­φω­τι­σµ­οῦ καί τῆς Βι­ο­µ­η­χα­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, δι­α­δι­κα­σί­ες πού ἀ­που­σι­ά­ζουν παν­τε­λῶς ἀ­πό τήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ιστο­ρί­α λό­γῳ τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Πῶς, λοι­πόν, ἐ­φα­ρµ­ό­ζε­ται µ­έ τό­ση ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα στήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ι­στο­ρί­α;
Ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός, µ­ε­τά τήν ἀ­πορ­ρό­φη­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­στι­κοῦ κό­σµ­ου ἀ­πό το­ύς Ρω­µ­α­ί­ους, συ­νέ­χι­σε νά κυ­ρια­ρχεῖ πο­λι­τι­στι­κά στά πλα­ί­σια τῆς Ρω­µ­α­ϊ­κῆς Κο­σµ­ο­κρα­το­ρί­ας (ὁ µ­ε­γα­λύ­τε­ρος ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Εἰ­κο­στοῦ Αἰ­ῶ­να, ὁ ‘Άρνολντ Τόινμπι θε­ω­ρεῖ τήν Ρώµη µία ἁ­πλῆ πα­ραλ­λα­γή καί ἔκ­φαν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κό­σµ­ου). Ὁ ἐκ­χρι­στι­α­νι­σµ­ός τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους δη­µ­ι­ο­ύρ­γη­σε, µέσα ἀ­πό πολ­λές πε­ρι­πέ­τει­ες, µία νέ­α πο­λι­τι­στι­κή σύν­θε­ση, τόν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξο βυ­ζαν­τι­νό κό­σµ­ο. Ἡ συ­νε­ί­δη­ση τοῦ ῞Ελ­λη­να ὀρ­θό­δο­ξου, ὑ­πη­κό­ου τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους, ὁ­δή­γη­σε στήν ἔν­νοι­α τοῦ Ρω­µ­η­οῦ: εἶ­ναι ἕ­να νέ­ο στά­διο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­ας, πού ἀ­σφα­λῶς ὑ­πέ­στη δι­α­δο­χι­κές µ­ε­ταλ­λα­γές καί πέ­ρα­σε ἀ­πό πολ­λές φά­σεις στίς χι­λι­ε­τί­ες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας του. Οἱ ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ φυ­λε­τι­κές ἀ­να­µ­ε­ί­ξεις τοῦ Ἑλ­λη­νι­σµ­οῦ (κυ­ρί­ως µέ Σλα­ύ­ους, Φράγ­κους καί Ἀλ­βα­νο­ύς) κα­τά τόν Με­σα­ί­ω­να, ὄ­χι µόνον δέν δι­έ­σπα­σαν τήν ἑλ­λη­νι­κή συ­νε­ί­δη­ση καί πο­λι­τι­στι­κή ἔκ­φρα­ση, ἀλ­λά τήν ἐν­δυ­νά­µ­ω­σαν µέ νέ­α δυ­να­µ­ι­κή.
Οἱ µ­ε­τα­να­στευ­τι­κές εἰσ­ρο­ές ὁ­δη­γοῦ­σαν σέ ἀ­φο­µ­ο­ί­ω­ση τῶν µ­ε­τα­να­στῶν («το­ύς Σλα­ύ­ους γραι­κώ­σας», γρά­φει γιά τόν πα­τέ­ρα του Βα­σί­λει­ο Α΄ ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του, ἐ­νῷ ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­µ­ε τήν πρω­το­πο­ρια­κή δρά­ση τῶν Ἀρ­βα­νι­τῶν καί τῶν λα­τι­νο­γε­νῶν Βλά­χων στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση καί σέ ὅ­λους το­ύς ἐ­θνι­κο­ύς ἀ­γῶ­νες). Χρει­ά­ζε­ται ἰ­δι­α­ί­τε­ρη ἐ­µ­µ­ο­νή σέ µία βι­ο­λο­γι­κή φυ­λε­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, γιά νά µήν ἀν­τι­λα­µ­βά­νε­ται κα­νε­ίς τήν ἀ­φο­µ­οι­ω­τι­κή λει­τουρ­γί­α τῶν πο­λι­τι­σµ­ῶν. [ ]

Οἱ βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ί­δη­σης φθά­νουν πί­σω ὥς τήν ὁ­µ­η­ρι­κή ἐ­πο­χή, καί δι­ή­νυ­σαν χι­λι­ε­τί­ες πρίν φθά­σου­µ­ε στήν Τουρ­κο­κρα­τί­α καί στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση. ῞Ο­ποι­ος δέν ἔ­χει µ­ε­λε­τή­σει σέ βά­θος τά ὁ­µ­η­ρι­κά ἔ­πη, τόν Ἐ­πι­τά­φιο τοῦ Πε­ρι­κλέ­ους, τίς δη­µ­η­γο­ρί­ες τοῦ Ἰ­σο­κρά­τους, ὅ­ποι­ος δέν ἔ­χει δι­α­βά­σει προ­σε­κτι­κά τήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρου καί τῶν ∆ι­α­δό­χων τοῦ Gustav Droysen, ὅ­ποι­ος δέν γνω­ρί­ζει τί γρά­φει ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του γιά τόν ἐ­ξελ­λη­νι­σµό τῶν Σλα­ύ­ων, κι ὅ­ποι­ος δέν ἐ­µ­βά­θυ­νε στοι­χει­ω­δῶς στήν ὑ­στε­ρο­βυ­ζαν­τι­νή πο­ί­η­ση ὅ­πως καί στό ἔρ­γο τῆς Ἑ­λέ­νης Γλύ­κα­τζη-Ἀρ­βε­λέρ γιά τήν Πο­λι­τι­κή Ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἄν κά­ποι­ος δέν δι­ά­βα­σε µ­ε­τα­βυ­ζαν­τι­νή λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κρι­τι­κά ἔ­πη καί κλέ­φτι­κα τρα­γο­ύ­δια, ἀλ­λά καί Νε­ο­ελ­λη­νι­κό ∆ι­α­φω­τι­σµό, καί δέν µελέτησε ἐ­µ­βρι­θῶς τίς ἑλ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, σί­γου­ρα δέν µ­πο­ρεῖ νά συλ­λά­βει τήν πολυκύµαντη καί θυ­ελ­λώ­δη δι­α­δρο­µή τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ί­δη­σης.

Ὁ σο­φός Γκέλνερ τό ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό το­ύς ἐν Ἑλ­λά­δι ἀν­τι­γρα­φεῖς του: «Ἡ πρώ­τη ἐ­θνι­κι­στι­κή ἐ­ξέ­γερ­ση ἔ­λα­βε χώ­ρα λί­γα χρό­νια µ­ε­τά τό Συ­νέ­δριο τῆς Βι­έν­νης καί ἦ­ταν ἡ ἑλ­λη­νι­κή», γρά­φει στό ἔρ­γο του Ἐ­θνι­κι­σµ­ός: πο­λι­τι­σµ­ός, πί­στη καί ἐ­ξου­σί­α [σέ ἑλ­λη­νι­κή µ­ε­τά­φρα­ση ἀ­πό τίς ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να 2002, σ. 69-70]. Καί συ­νε­χί­ζει: «Θά ἦ­ταν ἄ­σκο­πο νά ἀρ­νη­θοῦ­µ­ε ὅ­τι ὁ­ρι­σµ­έ­να γνω­ρί­σµ­α­τά της συ­νι­στοῦν κά­ποι­ο πρό­βλη­µ­α γιά τήν θε­ω­ρί­α µ­ας, ἡ ὁ­πο­ί­α συν­δέ­ει τόν ἐ­θνι­κι­σµό µέ τόν βι­ο­µ­η­χα­νι­σµό. Τό Να­ύ­πλιο (πρώ­τη πρω­τε­ύ­ου­σα τῆς Ἀ­νε­ξάρ­τη­της Ἑλ­λά­δας) καί ἡ Ἀ­θή­να τοῦ πρώ­ι­µ­ου 19ου αἰ­ῶ­να πα­ρου­σί­α­ζαν ἐ­λά­χι­στη ὁ­µ­οι­ό­τη­τα µέ τό Μάντσεστερ τοῦ ῎Ενγκελς, ἐ­νῷ ὁ Μο­ριᾶς δέν ἔ­µ­οια­ζε µέ τά λαγ­κά­δια τοῦ Λάνκασαϊαρ… εἶ­ναι εὔ­λο­γη ἡ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι ἀρ­χι­κά τό ἑλ­λη­νι­κό ἐ­θνι­κό κί­νη­µ­α δέν ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε σ’ ἕ­να ὁ­µ­οι­ο­γε­νές νε­ω­τε­ρι­κό ἐ­θνι­κό κρά­τος, ἀλ­λά µ­ᾶλ­λον… νά ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τήν Ὀ­θω­µ­α­νι­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α µ’ ἕ­να νέ­ο Βυ­ζάν­τιο». ∆ι­αυ­γέ­στα­τη ἀ­νά­λυ­ση. Καί δι­α­πι­στώ­νει ὁ ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά ἔν­τι­µ­ος Γκέλνερ: «Σέ γε­νι­κές γρα­µ­µ­ές, ὄ­χι µόνο ὁ ἑλ­λη­νι­κός, ἀλ­λά ὅ­λοι οἱ βαλ­κα­νι­κοί ἐ­θνι­κι­σµ­οί φα­ί­νε­ται νά συ­νι­στοῦν µ­εῖ­ζον πρό­βλη­µ­α γι’ αὐ­τήν τήν θε­ω­ρί­α, ἄν λά­βου­µ­ε ὑ­π’ ὄ­ψιν τήν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῶν Βαλ­κα­νί­ων σύ­µ­φω­να µέ τά κρι­τή­ρια τοῦ βι­ο­µ­η­χα­νι­σµ­οῦ καί τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας».

Οἱ δι­ά­φο­ροι κα­θη­γη­τές τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πα­νε­πι­στη­µ­ί­ων, πού βι­ά­στη­καν ἀ­πρό­σε­κτα νά ἐ­φα­ρµ­ό­σουν τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης στήν ἑλ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση, ὑ­πο­βάλ­λον­τάς µ­ας τήν ἰ­δέ­α ὅ­τι τό ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος εἶ­ναι µία τε­χνη­τή κα­τα­σκευή τῆς Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­σφα­λῶς δέν πρό­σε­ξαν τί γρά­φει ὁ ἴ­διος ὁ Γκέλνερ στήν σε­λί­δα 144-45 τοῦ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ου του (πού σύ­µ­φω­να µέ αὐ­τά πού ἔ­γρα­ψε στόν πρό­λο­γο ὁ γυι­ός –ἐ­πί­σης κα­θη­γη­τής– τοῦ συγ­γρα­φέ­α: «…εἶ­ναι ἡ τε­λευ­τα­ί­α του λέ­ξη στό θέ­µ­α τοῦ ἐ­θνι­κι­σµ­οῦ. Ἀν­τι­προ­σω­πε­ύ­ει ἐ­πί­σης τήν πιό ὥ­ρι­µ­η ἀ­νά­λυ­σή του…»). Γρά­φει λοι­πόν στό τέ­λος τοῦ βι­βλί­ου του ὁ Γκέλνερ: «Ἡ δι­κή µ­ου ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ὅ­τι κά­ποι­α ἔ­θνη δι­α­θέ­τουν αὐ­θεν­τι­κο­ύς ἀρ­χα­ί­ους ὀ­µ­φα­λο­ύς, ἄλ­λα ἔ­χουν ὀ­µ­φα­λο­ύς πού ἐ­πι­νο­ή­θη­καν γιά χά­ρη τους ἀ­πό τήν ἴ­δια τήν ἐ­θνι­κι­στι­κή τους προ­πα­γάν­δα καί ἄλ­λα δέν ἔ­χουν κα­θό­λου ὀ­µ­φα­λό. Πι­στε­ύ­ω ἀ­κό­µ­η ὅ­τι ἡ µ­ε­σα­ί­α κα­τη­γο­ρί­α εἶ­ναι µέχρι στι­γµ­ῆς ἡ µ­ε­γα­λύ­τε­ρη, ἀλ­λά εἶ­µ­αι ἀ­νοι­χτός στίς δι­ορ­θώ­σεις πού θά ὑ­πο­δε­ί­κνυ­ε µία ἱ­στο­ρι­κή ἔ­ρευ­να. Σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, νά πῶς πρέ­πει νά δι­α­τυ­πω­θεῖ τό ὅ­λο ζή­τη­µ­α».[]

Νά πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ πα­νε­πι­στη­µ­ια­κή κοι­νό­τη­τα στήν Ἑλ­λά­δα

Οἱ αὐ­τό­κλη­τοι εἰ­σα­γω­γεῖς πα­ρό­µ­οι­ων ξέ­νων θε­ω­ρι­ῶν, προ­σα­ρµ­ο­σµ­έ­νων κα­ταλ­λή­λως ὥ­στε νά ἐ­φα­ρµ­ο­σθοῦν στήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ι­στο­ρί­α κα­τά τό δο­κοῦν, προ­σπα­θοῦν νά ἐ­µ­φα­νί­σουν τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι τό Ἑλ­λη­νι­κό ῎Ε­θνος εἶ­ναι ἕ­να τε­χνη­τό κα­τα­σκε­ύ­α­σµ­α ἐ­θνι­κι­στῶν ἱ­στο­ρι­κῶν καί ἀ­κρο­δε­ξι­ῶν προ­πα­γαν­δι­στῶν. ῞Ο­τι στήν οὐ­σί­α οἱ κά­τοι­κοι αὐ­τῆς τῆς χώ­ρας, µία παν­σπε­ρµ­ί­α Ἀλ­βα­νῶν, Σλα­ύ­ων, Βλά­χων, Σα­ρα­κα­τσά­νων καί ἄλ­λων ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου προ­ε­λε­ύ­σε­ως µ­ε­το­ί­κων, ἀ­πο­φά­σι­σαν µία ὡ­ρα­ί­α πρω­ί­α νά ἐ­πα­να­στα­τή­σουν ἔ­τσι χω­ρίς λό­γο, µ­ᾶλ­λον λό­γῳ ἀ­ναρ­χι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος, δι­ά­θε­σης γιά πλι­ά­τσι­κο καί ἐξ αἰ­τί­ας ἐ­θνι­κι­στι­κῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων ἐ­ναν­τί­ον τῶν Το­ύρ­κων. Ἡ Ὀ­θω­µ­α­νι­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἦ­ταν, φα­ί­νε­ται, ἕ­να πο­λυ­ε­θνι­κό πο­λυ­πο­λι­τι­σµ­ι­κό κρά­τος, ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν ἁ­ρµ­ο­νι­κά δι­ά­φο­ρες ἐ­θνό­τη­τες χω­ρίς πολ­λά προ­βλή­µ­α­τα. Ἰ­δε­ο­λο­γι­κό ἐ­πί­χρι­σµ­α σ’ αὐ­τήν τήν ἐκ­δή­λω­ση ἀ­ναρ­χί­ας ἔ­δω­σε ὁ ἀ­πό­η­χος τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καί ἡ ἐ­πί­δρα­σή της σέ κά­ποι­ους δι­α­νο­ου­µ­έ­νους, πού ἀ­πο­φά­σι­σαν νά ἐ­πι­βά­λουν στα­νι­κά τήν δη­µ­ι­ουρ­γί­α ἐ­λε­ύ­θε­ρου κρά­τους στο­ύς εὐ­χα­ρι­στη­µ­έ­νους ρα­γι­ά­δες.
Μπο­ρεῖ αὐ­τά νά ἠ­χοῦν εἰ­ρω­νι­κά, ἀλ­λά δέν εἶ­ναι. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς αὐ­τά πού πο­λύ σο­βα­ρά δη­µ­ο­σι­εύ­ουν οἱ «προ­ο­δευ­τι­κοί» µ­ας δι­α­νο­ού­µ­ε­νοι στόν ἑλ­λη­νι­κό Τύ­πο καί σέ ἑλ­λη­νι­κά «ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά» κε­ί­µ­ε­να. ῎Ας δοῦ­µ­ε µ­ε­ρι­κά πα­ρα­δε­ί­γµ­α­τα.
Κυ­ρια­κή 24 Μαρ­τί­ου 2002
(Πα­ρα­µ­ο­νή τῆς ἐ­θνι­κῆς ἑ­ορ­τῆς.)

Ὁ κ. Πέτρος Πι­ζά­νιας, τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας στό Ἰόνιο Πα­νε­πι­στή­µ­ιο, δη­µ­ο­σι­ε­ύ­ει ἐ­κτε­νέ­στα­το ἄρ­θρο στήν ἐ­φη­µ­ε­ρί­δα Κα­θη­µ­ε­ρι­νή, µέ τί­τλο, «Ἀ­πό το­ύς Γα­ζῆ­δες ὥς τήν ὀ­θω­µ­α­νι­κή ὁ­λο­κλή­ρω­ση» (σ. 5). Ἀ­φοῦ χα­ρα­κτη­ρί­ζει «ἀ­τε­λέ­στα­τη κο­σµ­ο­κρα­το­ρί­α» (!) τόν ἑλ­λη­νι­στι­κό κό­σµ­ο πού δη­µ­ι­ο­ύρ­γη­σε ὁ Μέγας Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἔρ­χε­ται στόν 13ο αἰ­ῶ­να, ὅ­ταν ἐ­µ­φα­νί­σθη­καν οἱ «Γα­ζῆ­δες ἱπ­πό­τες τῆς ἡ­µ­ι­σε­λή­νου», ὅ­πως ἐ­πί λέ­ξει ἀ­πο­κα­λεῖ το­ύς πρώ­τους Το­ύρ­κους ἐ­πι­δρο­µ­εῖς. Προ­φα­νῶς ὁ κ. Πι­ζά­νιας χρη­σι­µ­ο­ποι­εῖ τόν ὅ­ρο «ἱπ­πό­τες» γιά νά ἀ­πο­δώ­σει ἱπ­πο­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στο­ύς µ­ογ­γο­λι­κῆς προ­ε­λε­ύ­σε­ως Τουρ­κο­µ­ά­νους ἐ­πι­δρο­µ­εῖς. Πρέ­πει ἐ­δῶ νά ὑ­πεν­θυ­µ­ί­σου­µ­ε στόν κ. Πι­ζά­νια ὅ­τι ὁ ὅ­ρος «ἱπ­πό­της» ἔ­χει συγ­κε­κρι­µ­έ­να κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κά καί ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: ἱπ­πό­της (ἄς δι­α­βά­σει τό κλασ­σι­κό ἔρ­γο τοῦ Μ. Μπλοχ Ἡ Φε­ου­δα­λι­κή Κοι­νω­νί­α, ἔ­χει µ­ε­τα­φρα­στεῖ καί στά ἑλ­λη­νι­κά) εἶ­ναι ὁ ἀ­νή­κων στήν κλη­ρο­νο­µ­ι­κή φε­ου­δα­λι­κή ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α τῶν Εὐ­ρω­πα­ί­ων γαι­ο­κτη­µ­ό­νων τοῦ Με­σα­ί­ω­να, συν­δέ­ε­ται µέ τήν µ­α­κρα­ί­ω­νη κα­το­χή γαι­ῶν καί τήν κυ­ρι­αρ­χί­α ἐ­πί τῶν αὐ­το­χθό­νων πλη­θυ­σµ­ῶν καί εἶ­ναι µία κοι­νω­νι­κή κα­τη­γο­ρί­α ἰ­δι­ό­τυ­πη, πού ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κά ἐ­πί δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ἐ­δά­φους το­ύς Μέσους Αἰ­ῶ­νες. Ἀ­να­λο­γί­ες, ἀλ­λά ὄ­χι τα­ύ­τι­ση, ὑ­πάρ­χει µέ το­ύς Ἰάπωνες Σα­µ­ου­ρά­ι, ἐ­πί­σης γαι­ο­κτή­µ­ο­νες µέ αὐ­το­νο­µ­ί­α ἔ­ναν­τι τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λ’ αὐ­τά µέ το­ύς νο­µ­ά­δες ἐ­κτρο­φεῖς ἀ­λό­γων καί αἰ­γο­προ­βά­των, κοι­µ­ώ­µ­ε­νους σέ σκη­νές καί τρώ­γον­τες ἀ­πο­ξη­ρα­µ­έ­νο κρέ­ας κα­µ­ή­λας πε­ρι­φε­ρό­µ­ε­νους Τουρ­κο­µ­ά­νους τοῦ 13ου αἰ­ῶ­να;
Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει καί συ­νέ­χεια: Οἱ ἐ­πι­δρο­µ­ές τῶν Γα­ζή­δων, γρά­φει ὁ κ. Πι­ζά­νιας, «δέν δι­έ­φε­ραν ὡς πρός τήν πρα­κτι­κή καί τό κί­νη­τρο πού χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τίς ἐ­πι­δρο­µ­ές τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν καί τῶν ∆υ­τι­κῶν» (sic).

Ἐ­δῶ ἐ­ξο­µ­οι­ώ­νε­ται ἕ­να ἰ­σχυ­ρό, οἰ­κο­νο­µ­ι­κά ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­νο καί πο­λι­τι­κά ὀρ­γα­νω­µ­έ­νο κρά­τος, µ­έ παγ­κό­σµ­ια πο­λι­τι­στι­κή ἀ­κτι­νο­βο­λί­α, ὅ­πως τό Βυ­ζάν­τιο, µέ πε­ρι­πλα­νώ­µ­ε­να βαρ­βα­ρι­κά φῦ­λα πού λή­στευ­αν τόν πλοῦ­το του. Ἀλ­λά ὁ κ. Πι­ζά­νιας ἔ­χει ἄλ­λη ἄ­πο­ψη γιά τό Βυ­ζάν­τιο. Ἀ­να­φέ­ρει λί­γο πά­ρα κά­τω «τό γνω­στό ἀ­πό το­ύς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου πρό­τυ­πο τῆς κλει­στῆς οἰ­κο­νο­µ­ί­ας καί κοι­νω­νί­ας, καί τῆς ἀ­πό­λυ­της θε­ο­κρα­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας». ῞Ο­σο γιά τήν «κλει­στή οἰ­κο­νο­µ­ί­α» τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, πα­ρα­πέ­µ­που­µ­ε τόν κ. Πι­ζά­νια στήν κλασ­σι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τοῦ µ­αρ­ξι­στῆ Ρώσ­σου ἱ­στο­ρι­κοῦ Μ. Β. Λεβτσένκο [Ἱ­στο­ρί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἐκ­δό­σεις Ἀ­να­γνω­στί­δη, σ. 30-31 καί ἀλ­λοῦ], ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν συ­ναλ­λα­γῶν καί στήν κα­τά­κτη­ση νέ­ων ἀ­γο­ρῶν, κα­θώς καί στίς τε­ρά­στι­ες ἐ­ξα­γω­γές βυ­ζαν­τι­νῶν προ­ϊ­όν­των σ’ ὅ­λον τόν κό­σµ­ο. Τά ἴ­δια γρά­φουν καί ὅ­λες οἱ κλασ­σι­κές βυ­ζαν­τι­νές ἱ­στο­ρί­ες, ἡ δέ ἀ­εί­µ­νη­στη Ἀγ­γε­λι­κή Λα­ΐ­ου, κα­θη­γή­τρια τοῦ Χάρβαρντ, ἀ­κα­δη­µ­α­ϊ­κός καί πρώ­ην ὑ­πουρ­γός τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως Ση­µ­ί­τη, πα­ρου­σι­ά­ζει, στά κλασ­σι­κά ἔρ­γα της γιά τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­νο­µ­ί­α, πού ἀ­σφα­λῶς ἔ­χει ὑ­π’ ὄ­ψιν του ὁ κ. Πι­ζά­νιας, τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­νο­µ­ί­α κα­θό­λου «κλει­στή», ἀλ­λά ἐ­ξω­στρε­φῆ καί ἀ­νοι­χτή. ῞Ο­σο γιά τήν «κλει­στή» βυ­ζαν­τι­νή κοι­νω­νί­α, κλει­στή εἶ­ναι µία κοι­νω­νί­α χω­ρίς κοι­νω­νι­κή κι­νη­τι­κό­τη­τα, π.χ. ἡ ἰν­δι­κή µέ τίς κά­στες της. Ἀ­πε­ναν­τί­ας στό Βυ­ζάν­τιο ὑ­πῆρ­χε πλή­ρης κι­νη­τι­κό­τη­τα, χω­ρι­κοί ὅ­πως ὁ Ἰ­ου­στί­νος ἤ ὁ Βα­σί­λει­ος Α΄ ὁ Μα­κε­δών ἔ­γι­ναν αὐ­το­κρά­το­ρες, ἀλ­λά καί οὔ­τε ἡ φυ­λε­τι­κή κα­τα­γω­γή ἔ­παι­ζε ρό­λο, δι­ό­τι αὐ­το­κρά­το­ρες ἔ­γι­ναν Ἀ­ρµ­έ­νιοι, Γε­ωρ­για­νοί, Σλα­ύ­οι κ.λπ.

Ὁ κ. Πι­ζά­νιας ἐ­πα­νῆλ­θε δρι­µ­ύ­τε­ρος τήν Κυ­ρια­κή 4 Ἀ­πρι­λί­ου 2004 καί πά­λι στήν φι­λό­ξε­νη Κα­θη­µ­ε­ρι­νή (σ. 5), µέ νέ­ο ἄρ­θρο, ὑ­πό τόν τί­τλο «Κα­τα­γω­γι­κοί µ­ῦ­θοι καί πο­λι­τι­κό σχέ­διο τοῦ ᾽21» καί τόν ἐκ­πλη­κτι­κό ὑ­πό­τι­τλο ἐ­πί λέ­ξει: «Ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σµ­α τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά ἡ ἐ­φα­ρµ­ο­γή τῆς ἀ­πό­φα­σης τῶν δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νων δι­α­φω­τι­στῶν», ὅ­που γρά­φει τά ἑ­ξῆς: «Τό προ­ε­πα­να­στα­τι­κό ἔρ­γο τῶν Ἑλ­λή­νων δι­α­φω­τι­στῶν δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νων εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν Ἑλ­λή­νων, ἡ δι­ά­δο­σή της µέσῳ πε­ρι­ο­δι­κῶν, φυλ­λα­δί­ων καί βι­βλί­ων (ἐ­ρώ­τη­ση δι­κή µ­ου: πῶς σ’ ἕ­ναν λαό ἀ­ναλ­φά­βη­το, ποι­µ­έ­νων καί χω­ρι­κῶν, δι­α­δό­θη­κε ἡ «ἐ­πι­νο­η­µ­έ­νη ἐ­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα» µέσῳ βι­βλί­ων; Οἱ κλέ­φτες, οἱ ἁ­ρµ­α­το­λοί καί οἱ ἀ­γω­νι­στές ἤ­ξε­ραν νά δι­α­βά­ζουν;) καί τέ­λος ἡ ἀ­νύ­ψω­σή της σέ πο­λι­τι­κή ἰ­δε­ο­λο­γί­α». Ἀλ­λά ἀ­κοῦ­στε καί τήν συ­νέ­χεια: «Στά σχο­λι­κά ἐγ­χει­ρί­δια, στίς ἐ­πε­τε­ί­ους ὅ­πως ἡ ση­µ­ε­ρι­νή, µ­ᾶς δι­δά­σκουν ὅ­τι ὁ λα­ός δέν ἄν­τε­χε πλέ­ον τή σκλα­βιά καί ἐ­ξε­γέρ­θη­κε. Ὁ λα­ϊ­κι­σµ­ός, δι­ά­χυ­τος στήν κοι­νω­νί­α µ­ας ἐ­πί δε­κα­ε­τί­ες, δέν ἀ­φή­νει ἥ­συ­χη οὔ­τε τήν ἱ­στο­ρί­α οὔ­τε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν λαό. Στήν πρα­γµ­α­τι­κό­τη­τα κα­µ­µ­ί­α ἀ­ξι­ο­ση­µ­ε­ί­ω­τη λα­ϊ­κή ἐ­ξέ­γερ­ση δέν ἔ­γι­νε στήν ἀρχή τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης µέ ἐ­ξα­ί­ρε­ση αὐ­τήν τοῦ Ἀν­τω­νί­ου Οἰ­κο­νό­µ­ου στήν ῞Υ­δρα καί ἴ­σως στή Σάµο. Ἡ ἀ­που­σί­α ση­µ­αν­τι­κῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων ὀ­φε­ί­λε­ται ἐν πολ­λοῖς στό γε­γο­νός ὅ­τι τό ὀ­θω­µ­α­νι­κό αὐ­το­κρα­το­ρι­κό σύ­στη­µ­α εἶ­χε ἐ­µ­πε­δώ­σει µ­η­χα­νι­σµ­ο­ύς συ­να­ί­νε­σης µέ τίς το­πι­κές ἀ­γρο­τι­κές κοι­νω­νί­ες. Καί ἡ συ­να­ί­νε­ση αὐ­τή ἦ­ταν ἀρ­κε­τά λει­τουρ­γι­κή ἀ­κό­µ­η καί τίς πα­ρα­µ­ο­νές τοῦ ᾽21. Στίς λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις πού ἡ συ­να­ί­νε­ση δέν λει­τουρ­γοῦ­σε, ὅ­πως στήν πε­ρί­πτω­ση τῶν Σου­λι­ω­τῶν, τό­τε καί µόνο τό αὐ­το­κρα­το­ρι­κό κρά­τος χρη­σι­µ­ο­ποι­οῦ­σε τή βί­α. Τό ᾽21 δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σµ­α τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά ἡ ἐ­φα­ρµ­ο­γή ἑ­νός προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νου σχε­δί­ου [ ]
Προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νου ἐν πολ­λοῖς ἀ­πό το­ύς δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νους δι­α­φω­τι­στές πού συγ­κρό­τη­σαν καί ἀ­νέ­πτυ­ξαν τήν κα­τ’ ἐ­ξο­χήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση τῶν Ἑλ­λή­νων, τή Φι­λι­κή Ἑ­ται­ρε­ί­α, ὑ­πό τήν ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ» (sic!).

Ὁ κ. Πι­ζά­νιας, ὅ­πως φα­ί­νε­ται, εἶ­ναι φα­να­τι­κός ὀ­πα­δός τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς συ­νω­µ­ο­σί­ας. Ὁ­λό­κλη­ρη Ἐ­πα­νά­στα­ση, πού ξε­σή­κω­σε ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο λαό καί µάλιστα σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Βαλ­κα­νι­κή, µία Ἐ­πα­νά­στα­ση πού εἶ­χε θύ­µ­α­τα Πα­τρι­άρ­χες, προ­ε­στο­ύς, κα­πε­τα­να­ί­ους, κλέ­φτες καί ἁ­ρµ­α­το­λούς καί ἁ­πλο­ύς ἀ­γρό­τες, δέν ἔ­γι­νε µέ τήν πρό­θυ­µ­η καί ἀ­δι­άλ­λα­κτη βο­ύ­λη­ση τῶν ρα­γι­ά­δων νά ζή­σουν ἐ­λε­ύ­θε­ροι ἤ νά πε­θά­νουν, ἀλ­λά ἦ­ταν προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νο προ­ϊ­όν µ­υ­στι­κῆς συ­νω­µ­ο­σί­ας. Ἐκ­πλη­κτι­κό!
Ἐξ ἄλ­λου ὁ κ. Πι­ζά­νιας, ἄν καί τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας, δέν ἔ­χει φα­ί­νε­ται δι­α­βά­σει κα­λά τό κλασ­σι­κό ἔρ­γο τοῦ Σάθα Ἡ Τουρ­κο­κρα­του­µ­έ­νη Ἑλ­λάς, ἀλ­λά οὔ­τε το­ύς Πε­ρι­η­γη­τές τοῦ Κυ­ρι­ά­κου Σι­µ­ό­που­λου. Ἐ­κεῖ θά µάθαινε ὅ­τι πε­ρί­που κά­θε τρι­άν­τα χρό­νια (δη­λα­δή ἀ­νά µία γε­νιά) ξε­σποῦ­σαν ἐ­πα­να­στά­σεις, σέ ὅ­λη τήν δι­άρ­κεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀ­πό τήν πρώ­τη Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Κρο­κό­δει­λου Κλα­δᾶ, ἀ­µ­έ­σως µ­ε­τά τήν ῞Α­λω­ση, µέχρι τά Ὀρ­λω­φι­κά τό 1770 καί τήν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Βλα­χά­βα στόν Ὄ­λυ­µ­πο τό 1806. Καί, τέ­λος πάν­των, ἄν θε­ω­ρεῖ τόν Σάθα καί τόν Σι­µ­ό­που­λο ἐ­θνι­κι­στές ἱ­στο­ρι­κο­ύς, ἄς δι­α­βά­σει καί τόν κα­θό­λου –µά κα­θό­λου– φι­λέλ­λη­να Φίνλεϊ, πού λέ­ει ἀ­κρι­βῶς τά ἴ­δια. Ἀλ­λά τό κε­ί­µ­ε­νο τοῦ κ. Πι­ζά­νια στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή δέν ἔ­χει οὔ­τε µία –οὔ­τε µία!– βι­βλι­ο­γρα­φι­κή πα­ρα­πο­µ­πή. Οἱ «µ­η­χα­νι­σµ­οί συ­να­ί­νε­σης», ἐξ ἄλ­λου, πού εἶ­χε δι­α­µ­ορ­φώ­σει τό ὀ­θω­µ­α­νι­κό κρά­τος σύ­µ­φω­να µέ τόν κ. Πι­ζά­νια, ἦ­ταν οἱ ἀ­πο­κε­φα­λι­σµ­οί, τό παι­δο­µ­ά­ζω­µ­α, ἡ ἄ­γρια φο­ρο­λο­γί­α, οἱ γε­νι­κευ­µ­έ­νες σφα­γές καί ἄλ­λες δη­µ­ο­κρα­τι­κές καί φι­λει­ρη­νι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Για­τί δέν ἀ­να­φέ­ρει ὁ κ. Πι­ζά­νιας τήν κά­θο­δο, στά 1715, στόν Μο­ριᾶ καί στήν Ρο­ύ­µ­ε­λη, τοῦ µ­ε­γά­λου βε­ζύ­ρη Ἁ­λῆ-Κι­ου­µ­ουρ­τζῆ, ἐ­πι­κε­φα­λῆς τε­ρα­στί­ου στρα­τε­ύ­µ­α­τος, πού ἰ­σο­πέ­δω­σε τήν νό­τια Ἑλ­λά­δα; Για­τί δέν ἀ­να­φέ­ρει τήν κα­τα­στρο­φή τοῦ Μο­ριᾶ τό 1770 ἀ­πό τόν Κα­ρά-Μου­στα­φᾶ καί το­ύς 100.000 Τουρ­καλ­βα­νο­ύς του; Γιά ποιά «συ­να­ί­νε­ση» µ­ι­λᾶ ὁ κ. Πι­ζά­νιας;

Καί γιά ποιά «ἀ­που­σί­α ση­µ­αν­τι­κῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων» στήν ἀρχή τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης γρά­φει ὁ κ. Πι­ζά­νιας; Τί ἦ­ταν τό­τε τό Βαλ­τέ­τσι, τό Λάλα, ἡ Κα­λα­µ­ά­τα κ.λπ.;
Κι ὅ­σο γιά τήν «ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ», ὁ κ. Πι­ζά­νιας λί­γο µ­ᾶς τά µ­περ­δε­ύ­ει: ἡ Γαλ­λι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση ἔ­γι­νε τό 1789. Τότε ἐ­πιρ­ροή τί­νος πρά­γµ­α­τος ἦ­ταν ἡ γε­νι­κευ­µ­έ­νη ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ 1770 ἤ οἱ προ­η­γο­ύ­µ­ε­νες ἐ­πα­να­στά­σεις (σέ ὅ­λη τήν δι­άρ­κεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας γί­νον­ταν, ὅ­πως εἴ­πα­µ­ε, ἐ­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­µ­α­τα κα­τά µέσον ὅ­ρο κά­θε τρι­άν­τα χρό­νια); ’Ή ἦ­ταν «ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ» τό ἐ­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­µ­α τοῦ Κρο­κό­δει­λου Κλα­δᾶ στήν Πε­λο­πόν­νη­σο τοῦ 1460, τρεῖς αἰ­ῶ­νες πρίν τόν ἰ­α­κω­βι­νι­σµό;
Ἀλ­λά τήν βα­θύ­τε­ρη φι­λο­σο­φί­α τοῦ κ. Πι­ζά­νια δι­α­κρί­νει κα­νε­ίς κα­λύ­τε­ρα ὅ­ταν, πα­ρά κά­τω, ἀ­πο­κα­λεῖ τό σύν­θη­µ­α «φω­τιά καί τσε­κο­ύ­ρι στο­ύς προ­σκυ­νη­µ­έ­νους» (πού ἐ­ξα­πέ­λυ­σε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τό 1825-6 ἐ­ναν­τί­ον ὅ­σων δή­λω­ναν ὑ­πο­τα­γή στόν Ἰµπραήµ πού κα­τέ­και­ε τήν Πε­λο­πόν­νη­σο) ὡς «κι­νή­σεις, πού θυ­µ­ί­ζουν πε­ρί­ο­δο ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ τρό­µ­ου». Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἀ­πο­λύ­τως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ὁ κ. Πι­ζά­νιας γρά­φει «ἐ­νάν­τια στο­ύς “προ­σκυ­νη­µ­έ­νους” ῞Ελ­λη­νες στόν Ἰµπραήµ», δη­λα­δή θέ­τει τήν λέ­ξη προ­σκυ­νη­µ­έ­νους σέ εἰ­σα­γω­γι­κά. Κα­τα­λά­βα­µ­ε, κ. Πι­ζά­νια…
Καί νά σκε­φθεῖ κα­νε­ίς ὅ­τι τό κε­ί­µ­ε­νό του ἐκ­φω­νή­θη­κε ὡς πα­νη­γυ­ρι­κός τῆς 25ης Μαρ­τί­ου στό Γε­ω­πο­νι­κό Πα­νε­πι­στή­µ­ιο…

∆έν τε­λει­ώ­σα­µ­ε µέ τόν κ. Πι­ζά­νια. Ἐ­πα­νῆλ­θε µέ συ­νέν­τευ­ξή του στήν ἄ­πει­ρα φι­λό­ξε­νη Κα­θη­µ­ε­ρι­νή στίς 29 Ἀ­πρι­λί­ου 2007 (σ. 7), ὅ­που δι­α­τυ­πώ­νει τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση δέν εἶ­ναι, ὅ­πως ξέ­ρα­µ­ε µέχρι σή­µ­ε­ρα, κι ὅ­πως οἱ ἴ­διοι οἱ πρω­τα­γω­νι­στές της τήν συ­νέ­λα­βαν, ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός πό­λε­µ­ος ἤ ἀ­γώ­νας τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας (προ­φα­νῶς οὔ­τε νά ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦ­µ­ε θέ­λα­µ­ε οὔ­τε τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α µ­ας ἐ­πι­δι­ώ­κα­µ­ε), «καί ἀ­κό­µ­η χει­ρό­τε­ρα δέν εἶ­ναι “Πα­λιγ­γε­νε­σί­α” ἑ­νός δῆ­θεν προ­ϋ­πάρ­χον­τος ἔ­θνους, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἡ ἐ­θνο­κεν­τρι­κή δο­ξα­σί­α».[ ]

Ἐ­γώ, ὅ­µ­ως, µέ αὐ­στη­ρά ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά κρι­τή­ρια, θά χα­ρα­κτη­ρί­σω «δο­ξα­σί­α» τίς ἀ­πό­ψεις τοῦ κ. Πι­ζά­νια. ∆ι­ό­τι σ’ ὅ­λ’ αὐ­τά δέν εἶ­δα οὔ­τε µία συγ­κε­κρι­µ­έ­νη πα­ρα­πο­µ­πή σέ πη­γές τῆς ἐ­πο­χῆς, οὔ­τε ἕ­να πρα­γµ­α­το­λο­γι­κό ἐ­πι­χε­ί­ρη­µ­α. Ἐ­πι­στή­µ­η ὅ­µ­ως εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­γω­γή συ­µ­πε­ρα­σµ­ά­των µέ βά­ση ὑ­παρ­κτά στοι­χεῖ­α (ἄς δι­α­βά­σει ὁ κ. Πι­ζά­νιας τόν κώ­δι­κα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τῶν Ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα Σπάρ­της (πού ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ δι­α­κε­κρι­µ­έ­νος βυ­ζαν­τι­νο­λό­γος Νι­κό­λα­ος Βέης), πού ἀ­νή­κει στόν 17ο αἰ­ῶ­να καί δε­ί­χνει τήν γλα­φυ­ρή, ὡ­ραι­ό­τα­τη ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς, πού κα­νέ­νας Κο­ρα­ῆς δέν κα­τα­σκε­ύ­α­σε καί πού µ­οι­ά­ζει τό­σο πο­λύ µέ τήν ση­µ­ε­ρι­νή δι­κή µ­ας!) καί ὄ­χι χα­ρα­κτη­ρι­σµ­οί, κρί­σεις, θε­ω­ρί­ες καί ἄ­φθο­νη φλυ­α­ρί­α.
Ὁ δη­µ­ο­σι­ο­γρά­φος κ. Πάσχος Μαν­δρα­βέ­λης, στίς 21 Φε­βρου­α­ρί­ου 2007, δη­µ­ο­σι­ε­ύ­ει στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή ἄρ­θρο µέ τί­τλο «Τό δί­κιο τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που», ὅ­που συ­µ­πε­ρι­ε­λά­µ­βα­νε τήν φρά­ση «τά ψε­ύ­τι­κα λά­βα­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Λα­ύ­ρας». Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στήν σχε­τι­κή βι­βλι­ο­γρα­φί­α, γιά νά δι­α­πι­στώ­σω τήν ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια, καί ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι τό πε­ρι­στα­τι­κό τῆς Ἁ­γί­ας Λα­ύ­ρας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν πλή­ρως καί ἀ­να­λυ­τι­κά: α) ὁ ἔγ­κυ­ρος ἱ­στο­ρι­κός Οὐ­ίλ­λιαµ Μύλλερ, στό κλασ­σι­κό ἔρ­γο του Ἡ Τουρ­κί­α κα­ταρ­ρέ­ου­σα, Ἀ­θή­να, ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλι­ο­πω­λε­ί­ου τῆς Ἑ­στί­ας, 1914, σελ. 93, β) ὁ Σάµουελ Γκρίν­τλε­ϋ Χάου, στήν Ἱ­στο­ρι­κή σκι­α­γρα­φί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, Νέα Ὑόρκη, 1928, ἀ­να­τύ­πω­ση ἑλλ. µ­ε­τά­φρ. 1997, σελ. 66. Ση­µ­ει­ω­τέ­ον ὅ­τι ὁ Χάου ἔ­ζη­σε στήν Ἑλ­λά­δα κα­τά τήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο ἐ­πί πέν­τε ἔ­τη καί προ­σέ­φε­ρε ὑ­πη­ρε­σί­ες ὡς ἰα­τρός, γ) ὁ ἐγ­κυ­ρώ­τε­ρος ἱ­στο­ρι­κός καί σύγ­χρο­νος τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης Σπυ­ρί­δων Τρι­κο­ύ­πης, στήν κλασ­σι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, ἀ­να­τύ­πω­ση ἀ­πό τήν Νέα Ἑλ­λη­νι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη, σ. 62. Τά πα­ρα­πά­νω ἐν­δει­κτι­κά, δι­ό­τι σχε­δόν ὅ­λες οἱ πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν τήν Ἁ­γί­α Λα­ύ­ρα.

῎Ε­στει­λα ἐ­πι­στο­λή στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή µέ τά προ­α­να­φερ­θέν­τα, ὅ­που ἐ­πε­σή­µ­αι­να ἐν κα­τα­κλεῖ­δι ὅ­τι ἀ­πό­ψεις καί κρί­σεις πού ἀ­φο­ροῦν τό­σο σο­βα­ρά ζη­τή­µ­α­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς τε­κµ­η­ρι­ω­µ­έ­νες καί ὄ­χι προ­ϊ­όν­τα ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν ἐ­πιρ­ρο­ῶν. Ἡ Κα­θη­µ­ε­ρι­νή δη­µ­ο­σί­ευ­σε τήν ἐ­πι­στο­λή µ­ου, ἀλ­λά φα­ί­νε­ται ὅ­τι ὁ κ. Μαν­δρα­βέλ­λης γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό τόν Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κο­ύ­πη τά γε­γο­νό­τα καί µ­ᾶλ­λον θε­ω­ρεῖ τόν Μύλλερ καί τόν Χάου ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐ­θνι­κι­σµ­οῦ. Γι’ αὐ­τό καί στίς 28 Μαρ­τί­ου, ἕ­ναν πε­ρί­που µ­ῆ­να µ­ε­τά, ἐ­πα­νῆλ­θε ἀ­πτό­η­τος ἀ­πό ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά ἐ­πι­χει­ρή­µ­α­τα καί πη­γές σέ νέ­ο του ἄρ­θρο, µέ τόν τί­τλο «Οἱ “ἀ­γα­θοί” µ­ας µ­ῦ­θοι» (τό ἀ­γα­θοί σέ εἰ­σα­γω­γι­κά τοῦ ἰ­δί­ου), ξε­κι­νών­τας µέ τήν πρό­τα­ση: Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση τῶν µύθων γιά τό «κρυ­φό σχο­λειό» καί τήν «εὐ­λο­γί­α τοῦ Πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γε­ρµ­α­νοῦ στήν Ἁ­γί­α Λα­ύ­ρα» κ.λπ. κ.λπ.

Πε­ρί­µ­ε­να ἀ­πό τόν κ. Μαν­δρα­βέ­λη ἤ νά ἀ­να­θε­ω­ρή­σει ὅ­σα εἶ­χε προ­η­γου­µ­έ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει, ὑ­πό τό βά­ρος τῶν πα­ρα­πο­µ­πῶν καί τῆς βι­βλι­ο­γρα­φί­ας πού τοῦ ἔ­στει­λα, ἤ νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει µέ ἄλ­λες, ἀν­τί­θε­τες πα­ρα­πο­µ­πές καί ἄλ­λη βι­βλι­ο­γρα­φί­α, τήν ὀρ­θό­τη­τα τῶν ἀ­πό­ψε­ών του. Ἀλ­λά δέν ἔ­πρα­ξε οὔ­τε τό ἕ­να οὔ­τε τό ἄλ­λο. Αὐ­τό λοι­πόν ἀ­πο­δει­κνύ­ει σα­φέ­στα­τα ὅ­τι οἱ ἀ­πό­ψεις τοῦ κ. Μαν­δρα­βέ­λη δέν προ­κύ­πτουν ἀ­πό µ­ε­λέ­τη τῶν πρα­γµ­α­τι­κῶν πε­ρι­στα­τι­κῶν, ἀλ­λά ἀ­πο­τε­λοῦν προ­ϊ­όν ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς ἐ­µ­µ­ο­νῆς καί ὡς γνω­στόν οἱ ἰ­δε­ο­λο­γι­κές ἐ­µ­µ­ο­νές δέν κά­µ­πτον­ται οὔ­τε καί ἀ­πό τήν πιό ἐ­µ­πε­ρι­στα­τω­µ­έ­νη ἐ­πι­χει­ρη­µ­α­το­λο­γί­α καί ἀ­πο­δε­ί­ξεις, δι­ό­τι σχε­τί­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο µέ τόν ψυ­χι­κό καί λι­γώ­τε­ρο µέ τόν πνευ­µ­α­τι­κό µ­ας κό­σµ­ο.

Γιά τό ζή­τη­µ­α τοῦ κρυ­φοῦ σχο­λει­οῦ, πού ἐ­πί­σης ὁ κ. Μαν­δρα­βέ­λης κα­ταγ­γέλλει ὡς µ­ῦ­θο, τήν ἀ­πάν­τη­ση ἔ­χει δώ­σει ὁ Φ.Ι. Κα­κρι­δῆς (ἐ­κτός ἄν ὁ κ. Μαν­δρα­βέ­λης ἀ­µ­φι­σβη­τεῖ καί τό ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κό κῦ­ρος τοῦ κ. Κα­κρι­δῆ ἤ ἄν τόν θε­ω­ρεῖ κι αὐ­τόν ἀ­κραῖ­ο ἐ­θνι­κι­στή). Σέ ἄρ­θρο του στό Βῆ­µ­α [22 Φε­βρου­α­ρί­ου 1998, Νέες Ἐ­πο­χές, σ. 11], ὁ Κα­κρι­δῆς ση­µ­ει­ώ­νει ὅ­τι, ναί µέν ὑ­πῆρ­χαν σχο­λές ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀλ­λά ἡ λει­τουρ­γί­α τους ἐ­λεγ­χό­ταν αὐ­στη­ρά ἀ­πό τήν τουρ­κι­κή ἐ­ξου­σί­α, ὥ­στε νά ἀ­πο­κλε­ί­ε­ται ἡ πα­τρι­ω­τι­κή ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί ἡ µ­α­χό­µ­ε­νη Ὀρ­θο­δο­ξί­α, γι’ αὐ­τό καί ὑ­πῆρ­χαν πα­ράλ­λη­λοι, ἄ­τυ­ποι καί δι­α­φε­ύ­γον­τες τοῦ τουρ­κι­κοῦ ἐ­λέγ­χου µ­η­χα­νι­σµ­οί δι­δα­σκα­λί­ας, πού στήν λα­ϊ­κή συ­νε­ί­δη­ση κα­τα­γρά­φη­καν ὡς «κρυ­φό σχο­λειό». Ἀλ­λά ἡ ἀ­να­δρο­µή στό πα­ρελ­θόν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ἀ­πό τό πα­ρόν: στήν κα­τε­χό­µ­ε­νη Κύπρο, τίς δι­ώ­ξεις πού ὑ­πέ­στη καί ὑ­φί­στα­ται ἡ δα­σκά­λα ’Ελένη Φωκά τίς ἔ­χε­τε ἀ­κο­ύ­σει, φίλ­τα­τε κ. Μαν­δρα­βέ­λη µ­ου;

[ ] 2 Σε­πτε­µ­βρί­ου 2007: ὁ κ. ∆η­µ­ή­τρης Σω­τη­ρό­που­λος, δι­δά­σκων Ἱ­στο­ρί­α στό Ἰόνιο Πα­νε­πι­στή­µ­ιο, πα­ρου­σι­ά­ζει τό ἔρ­γο τοῦ (ἄ­γνω­στου σέ µένα) κ. Νίκου Ρο­τζώ­κου, µέ τί­τλο Ἐ­θνα­φύ­πνι­ση καί Ἐ­θνο­γέ­νε­ση (σ.τ.σ.: νά ᾽την πά­λι ἡ Ἐ­θνο­γέ­νε­ση), Ὀρ­λω­φι­κά καί ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α. Ὁ ἀ­πί­στευ­τος τί­τλος τῆς βι­βλι­ο­πα­ρου­σί­α­σης (πού κα­τα­λα­µ­βά­νει τό ἥ­µ­ι­συ τῆς σε­λί­δας 6 τῆς Κα­θη­µ­ε­ρι­νῆς, εἶ­ναι «Τά Ὀρ­λω­φι­κά δέν ἦ­ταν ἐ­θνι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση». Χω­ρίς κἄν ἕ­να ἐ­ρω­τη­µ­α­τι­κό στό τέ­λος. ∆η­λα­δή, κα­τό­πιν τοῦ ἔρ­γου τοῦ κ. Ρο­τζώ­κου καί τῆς βι­βλι­ο­πα­ρου­σι­ά­σε­ώς του ἀ­πό τόν κ. Σω­τη­ρό­που­λο, τό θέ­µ­α ξε­κα­θά­ρι­σε καί θε­ω­ρεῖ­ται λῆ­ξαν! Τά Ὀρ­λω­φι­κά, πού ἐ­πί αἰ­ῶ­νες οἱ πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν ὡς τήν τε­λευ­τα­ί­α µ­ε­γά­λη Ἐ­πα­νά­στα­ση τῶν ὑ­πό­δου­λων Ἑλ­λή­νων πρίν τό ᾽21, κα­τα­τάσ­σε­ται πλέ­ον ὁ­ρι­στι­κά στίς… µή ἐ­θνι­κές ἐ­πα­να­στά­σεις! (῎Α­ρα­γε τί ἐ­πα­νά­στα­ση ἦ­ταν; Τα­ξι­κή; ’Ή µήπως δέν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­στα­ση;) Σύµφωνα µέ τόν κ. Σω­τη­ρό­που­λο, «ἡ γρα­φί­δα τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ Νίκου Ρο­τζώ­κου ἔρ­χε­ται νά σκί­σει σάν γι­α­τα­γά­νι τίς βε­βαι­ό­τη­τές µ­ας σέ σχέ­ση µέ τίς ἐ­πα­να­στα­τι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ὁ­µ­ο­δό­ξων τοῦ ὕ­στε­ρου 18ου αἰ­ῶ­να στά νό­τια τῆς Ὀ­θω­µ­α­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας».

[ ] Μία δη­µ­ο­φι­λής σ’ αὐ­το­ύς το­ύς κύ­κλους ἀ­να­φο­ρά εἶ­ναι ἡ κα­ταγ­γε­λί­α τῆς «ἐ­θνο­κά­θαρ­σης» τῶν Το­ύρ­κων τῆς Τρί­πο­λης ἀ­πό το­ύς ῞Ελ­λη­νες κα­τά τήν Ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή της τόν Σε­πτέ­µ­βριο τοῦ 1821. «Ὅ­ταν οἱ Ἕλ­λη­νες µ­πῆ­καν στήν Τρί­πο­λη, δέν ἔ­µ­ει­νε λι­θά­ρι ὄρ­θιο», ἐ­πι­ση­µ­αί­νει ὀρ­θά ὁ κύ­ριος Θά­νος Βε­ρέ­µ­ης, κα­θη­γη­τής Ἱ­στο­ρί­ας στό Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν, σέ συ­νέν­τευ­ξή του στόν Τύ­πο τῆς Κυ­ρια­κῆς (1-4-2007). ῎Ο­χι µόνον δέν θά δι­α­ψε­ύ­σω, ἀλ­λά θά τε­κµ­η­ρι­ώ­σω καί θά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω τό γε­γο­νός: «Τό ἄ­λο­γό µ­ου», γρά­φει ὁ νι­κη­τής τῶν Το­ύρ­κων καί ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τής τῆς Ἑλ­λά­δος Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, «ἀ­πό τά τε­ί­χη ἕ­ως τά σα­ρά­για δέν ἐ­πά­τη­σε γῆ» [Κο­λο­κο­τρώ­νη Ἀ­πο­µ­νη­µ­ο­νε­ύ­µ­α­τα, ἐκδ. ∆ρα­κο­πο­ύ­λου, σελ. 93]. 32.000 Τοῦρ­κοι ἐ­σφά­γη­σαν ἀ­πό το­ύς ῞Ελ­λη­νες, συ­νε­χί­ζει ὁ Γέρος τοῦ Μο­ριᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­βα­λε «Τε­λά­λη, νά πα­ύ­σῃ ὁ σφα­γµ­ός». Καί συ­νε­χί­ζει: «῞Ο­ταν ἐ­µ­βῆ­κα εἰς τήν Τρι­πο­λι­τσά, µ­οῦ ἔ­δει­ξαν τόν πλά­τα­νο εἰς τό πα­ζά­ρι ὁ­πού ἐ­κρέ­µ­α­γαν το­ύς ῞Ελ­λη­νες. Ἀ­να­στέ­να­ξα καί εἶ­πα: “῎Α­ϊν­τε, πό­σοι ἀ­πό τό σό­γι µ­ου καί ἀ­πό τό ἔ­θνος µ­ου ἐ­κρε­µ­ά­σθη­σαν ἐ­κεῖ”, καί δι­έ­τα­ξα καί τόν ἔ­κο­ψαν. Ἐ­πα­ρη­γο­ρή­θη­κα καί διά τόν σκο­τω­µό τῶν Το­ύρ­κων».

῎Ο­χι, κύ­ρι­οι ὄ­ψι­µ­οι «ἀν­θρω­πι­στές», οἱ ση­µ­ε­ρι­νοί ἐ­λε­ύ­θε­ροι ῞Ελ­λη­νες δέν αἰ­σθα­νό­µ­α­στε ἐ­νο­χές γιά τήν «ἀν­θρω­πι­στι­κή κα­τα­στρο­φή» τῆς Τρί­πο­λης, τόν µ­α­το­βαμ­µ­έ­νο Σε­πτέ­µ­βρη τοῦ 1821. ∆ε­δο­µ­έ­νου ὅ­τι δέν ὑ­φί­στα­το τό­τε –ὅ­πως καί δέν ὑ­φί­στα­ται οὔ­τε σή­µ­ε­ρα– δι­ε­θνής ὀρ­γα­νι­σµ­ός πού νά χα­ρί­ζει τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α στο­ύς ὑ­πό­δου­λους λα­ο­ύς, κα­τό­πιν γρα­πτῆς αἰ­τή­σε­ως µ­ε­τά χαρ­το­σή­µ­ου. Οὔ­τε οἱ Τοῦρ­κοι θά ἔ­φευ­γαν µόνοι τους ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα κα­τό­πιν δι­α­πρα­γµ­α­τε­ύ­σε­ων. Οἱ πρό­γο­νοί µ­ας, βε­βα­ί­ως, τό γνώ­ρι­ζαν αὐ­τό πο­λύ κα­λά, γι’ αὐ­τό καί τό κεν­τρι­κό σύν­θη­µ­α στήν Ἐ­πα­νά­στα­ση ἦ­ταν «Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ Θάνατος».

αρδην

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Η Επανάσταση του 1821 -ή 124η εξέγερση του γένους, αυτή που πέτυχε


Η Επανάσταση του 1821 (ή 124η εξέγερση του γένους, αυτή που πέτυχε) είναι μια δύσκολη υπόθεση. Περιέχει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και τις ταξικές προσδοκίες, δεν πρόλαβε να ξεσπάσει κι οδηγήθηκε σε εμφυλίους πολέμους, ξεσήκωσε τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, ήταν υπόθεση ξωμάχων και εμπόρων, στρατιωτικών, αγράμματων και γραμματισμένων, παπάδων κι αλλόθρησκων, στέφθηκε από ήρωες και μαγαρίστηκε από προδότες.

Θέλει πολύ διάβασμα (ες αεί) του καθ’ ενός και πολλή δουλειά στα σχολεία για να γίνει κατανοητό το 1821. Μόνον ημιμαθείς ή πατριδοκάπηλοι εξαερώνουν όλον αυτόν τον θησαυρό στο ερώτημα αν υπήρχε ή δεν υπήρχε το «κρυφό σχολειό» ή αν καλώς ή κακώς ορίσθηκε η 25η Μαρτίου ως συμβολική ημερομηνία της εθνεγερσίας. Tolle lege, πάρε διάβασε, έλεγαν οι Λατίνοι σε αυτές τις περιπτώσεις, και θα ξεστραβωθείς.

Οι φασίστες όμως, κι εν προκειμένω η Χρυσή Αυγή, εμφανίζονται τώρα ως αναστηλωτές μιας ιστορικής «αλήθειας» της οποίας αισθάνονται μέρος. Δηλαδή καθαιρούν την Ιστορία προβάλλοντας πάνω της την ταυτότητά τους.

Αλλά, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι ουδέν πιο ανήθικο από την ηθικοποίηση της Ιστορίας, ας δούμε πόση σχέση έχουν οι ίδιοι οι φασίστες με την «αλήθεια» που υποστηρίζουν. Θεωρούν την Επανάσταση του 1821 «ελληνοχριστιανικό» γεγονός. Πόση σχέση όμως με τον χριστιανισμό έχουν οι ίδιοι, όταν μισούν τον πλησίον τους αν δεν είναι Ελληνας;

Τι σχέση έχουν με το «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην»; Ξέρουν οι κακομοίρηδες ότι για τον Χριστιανισμό ο εθνισμός (πόσω μάλλον ο εθνικισμός) είναι αίρεση;

Αλλά, αν είναι κατά φαντασία χριστιανοί, κατά φαντασίαν επίσης σχέση έχουν και με τα ελληνικά γράμματα. Εκτός κι αν οι φασίστες είναι θαυμαστές του ανθρωπισμού, της Γαλλικής Επανάστασης, του Γαριβάλδι, του Μπολιβάρ και των διεθνών ταξιαρχών στη Ισπανία το 1936, και δεν το ξέρουμε.
Η Επανάσταση του 1821 ήρθε από πολλά ρυάκια, από τις εξεγέρσεις αμέσως μετά την άλωση της Πόλης, από τους Βενετοτουρκικούς πολέμους, απ’ τα παραμύθια της γιαγιάς και τη βυζαντινή παράδοση, απ’ τα γράμματα που μετανάστευσαν στη Δύση, απ’ την Αναγέννηση, από τον δυτικό ανθρωπισμό, απ’ τα ποιήματα του Γκαίτε και τον Μάξιμο τον Γραικό των Ρώσων, απ’ τους κολίγους και τους ξωμάχους, απ’ τους ναυτικούς και τους πειρατές, από εμπόρους, απ’ τη μισθοφορία στην ξένη, απ’ τους Δεκεμβριστές, απ’ τον Ερασμο και τον Πούσκιν, απ’ τους ρομαντικούς και τη Γαλλική Επανάσταση, απ’ τους παπάδες που μάθαιναν κολλυβογράμματα στα παιδιά, απ’ τους Ρωμιούς αστούς που έστηναν σχολές απ’ την Τεργέστη έως την Καππαδοκία, απ’ τα βιβλία για τον Ομηρο και τις δόξες του προγονικού που κρύβονταν στα μοναστήρια ή τυπώνονταν εκ νέου στη Λειψία και τη Βενετία, από τους κλέφτες και τα αρματολίκια, απ’ τη δημοτική ποίηση, απ’ τη λόγια ποίηση, τον «Ερωτόκριτο» στην Κρήτη και τον «Στάθη» στην Κύπρο, απ’ τους νεομάρτυρες και τους σουβλισμένους, απ’ τον Σκυλόσοφο ως τον Κοσμά τον Αιτωλό, απ’ τον Κατσαντώνη ως τα Ορλοφικά, απ’ τα εγερτήρια ψέματα του Παπαφλέσσα έως την κρεμάλα για τον Πατριάρχη, από τους ξένους περιηγητές που ανακάλυπταν τα αρχαία ερείπια ως τους χάρτες του Ρήγα, πολλά ρυάκια έφτιαξαν το μεγάλο ποτάμι που οργάνωσαν οι Φιλικοί, το πότισε με το αίμα του ο Διάκος, το φίλησε με δάκρυ σεβαστικό ο Ιμπραήμ, το έστρεψε με φωτιά και τσεκούρι εναντίον των ναιναίκων ο Κολοκοτρώναρος και το έβαλε παντιέρα στον μπούντζον του ο γιος της Καλογριάς.
Η Επανάσταση του 1821, κόρη της Αμερικανικής και της Γαλλικής, κόρη του Πλήθωνα Γεμιστού και του Λόρδου Μπάυρον, όρθωσε το ανάστημα του κολίγα μπροστά στην ίδια την Ιερή Συμμαχία. Υψώθηκε το γουρνοτσάρουχο κι έγινε αγιασμός για την έξοδο του Μεσολογγίου. Εσμιξε η Αθηνά Πρόμαχος του γραμματισμένου με τη Μεγαλόχαρη του αγράμματου κι έγιναν Κούγκι. Λίγα χρόνια μετά το 1821, το 1848, όλη η Ευρώπη πήρε φωτιά - τι κι αν η Ελλάδα δεν μπόρεσε να ακολουθήσει; Τι κι αν η Επανάσταση έμεινε μισή; τι κι αν ημιθανές γεννήθηκε το νέο ελληνικό κράτος  με ένα Πρωτόκολλο στο Λονδίνο; Θνησιγενές το εγχείρημα δεν έμεινε! Αφησε κληρονομιά και παρακαταθήκη «Ακρίτας, Κλέφτης, Παλληκάρι» πάντα ο ίδιος ο λαός, τραγούδησαν οι Αντάρτες στην Κατοχή και το γένος ξαναξεσηκώθηκε.

Τι δουλειά έχουν λοιπόν με τις επαναστάσεις οι φασίστες, αυτοί είναι η αντεπανάσταση. Είναι ό,τι πρωθύστερα σκότωσε το 1821, είναι η ντροπή του έθνους, οι γενίτσαροι, οι δωσίλογοι και οι γερμανοντυμένοι, οι ξενηλάτες. Οι υπομείονες.

Τώρα μαγαρίζουν την επέτειο με την αμάθεια, τη μισανθρωπία και τις καπηλείες τους.  Ε και; Περαστικοί είναι, η Υβρις έχει πάντα τη Νέμεσίν της. Και στους καθαρμούς συνηθισμένοι καθώς είναι οι Ελληνες με οδηγό τα πένθη τους κάθε φορά λυτρώνονται, δεν έχουν σπείρει άκαρπο σπόρο οι ποιητές, Κάλβος και Σολωμός, Ρίτσος και Σικελιανός, Γκάτσος, Ελύτης, Καρυωτάκης, Καρούζος και Σεφέρης, σαράντα φασισμούς σαρώνει μόνο με ένα ποίημα του ο Καβάφης.

 Και μέσα απ’ τα αθέριστα χρυσά στάχυα των χωραφιών της Τοσκάνης, πάλι θα σηκωθούν, πάντα σηκώνονται, πάνοπλες οι αρχαίες σκιές και παίρνουν φαλάγγι τους πεμπτοφαλαγγίτες των τοκογλύφων, αποτείνοντας τα κτήνη κατά το ορθόν και το δίκαιον, κατά το καλόν και το ωραίον...
http://www.enikos.gr/stathis/130228,Skies_ek_fwtos.html

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΥΠΟ ΑΝΔΡ. MIX. ΑΝΔΡΕΑΔΟΥ


Υφηγητού της Πολιτικής Οικονομίας και Δημοσιολογίας εν τω Εθν.
Πανεπιστημίω.
Διδάκτορος του Δικαίου. Διδάκτορος των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών.
Lauréat της εν Παρισίοις Νομικής Σχολής.

C’est une lamentable histoire que celle de la dette hellénique», διά των λέξεων τούτων ήρχετο, προ πεντήκοντα και επτά ετών, ο Casimir Leconte της μελέτης του δημοσίου χρέους της Ελλάδος (1)

Μετά πάροδον σχεδόν έξ δεκαετηρίδων ο επιχειρών συγγραφήν περί του αυτού θέματος δύναται ν' αναγράψη και αυτός την αυτήν φράσιν πλην τούτο δεν είναι λόγος επαρκής όπως αποστή από του εγχειρήματος. Και πράγματι, εάν είναι αληθές ότι «ο λαός ο μελετών την ιστορίαν αυτού κρίνει ορθότερον και περί των παρόντων πραγμάτων και περί της μελλούσης αυτού τύχης (2)», είναι ανάγκη μετ' ίσης παρρησίας να εξιστορώνται τα ατυχήματα ενός έθνους όσον και αι επιτυχίαι αυτού.

Αφ' ετέρου, των δημοσίων χρεών αποτελούντων σήμερον ένα των σπουδαιοτέρων παραγόντων του οικονομικού βίου των νεωτέρων κρατών, είναι ανάγκη ο επιλαμβανόμενος δημοσιονομικών μελετών να μη παραλείψη τον κυριώτατον τούτον κλάδον της δημοσιολογίας (3).

Προ τοιαύτης λοιπόν ανάγκης, της ερεύνης δηλονότι του δημοσίου χρέους της Ελλάδος, ευρέθημεν και ημείς (4), η ιδέα δ' όμως της παρούσης μελέτης, ως όλου αυτοτελούς, επήγασεν εκ των λυπηρών γεγονότων του θέρους του 1897.

Έκτοτε δε δεν επαύσαμεν συλλέγοντες ύλην, ευτυχήσαντες μάλιστα, κατά την εν Αγγλία διαμονήν, ν' αρυσθώμεν πλείστας πληροφορίας εξ ιδιωτικού αρχείου, όντως μοναδικού διά τε την ταξινόμησιν και την πληθύν των πληροφοριών των αφορωσών εις τα πράγματα της Ανατολής.

Αι δυσκολίαι του θέματος ήσαν προφανείς. Η μεγαλειτέρα δ' αυτών υπήρξεν η έλλειψις προηγουμένων μελετών και επισήμων δημοσιευμάτων, οπωσδήποτε πλήρων και ακριβών.

Άλλη μεγάλη δυσκολία ενέκειτο εν τη εκλογή της ύλης. Εν ώ πράγματι ήτο αδύνατον ν' αποκλεισθώσι τα ιστορικά γεγονότα, άτινα εξηγούσι την συνομολόγησιν, την διάθεσι και την διαρρύθμισιν των εθνικών δανείων, ήτο εξ άλλου κίνδυνος μήπως η ιστορία των ελληνικών δανείων μεταβληθή εις πολιτικήν ιστορίαν της Ελλάδος. Τον σκόπελον τούτον δεν κατωρθώσαμεν να διαφύγωμεν κατ' αρχάς, είχε δε το παρόν έργον λάβη τοιαύτας διαστάσεις, ώστε προ έξ μηνών ηναγκάσθημεν να προβώμεν εις τελείαν αυτού ανασκευήν. Εργασθέντες δε δι' όλου του θέρους κατωρθώσαμεν να επαναφέρωμεν αυτό εις τα παρόντα όρια. Φοβούμενοι δ' όμως πάλιν μήπως νυν φανή υπερμέτρως συνεπτυγμένον, αναγράφομεν ενταύθα, δίκην αιτιολογίας, τας ολίγας ταύτας γραμμάς.

Η ιστορία των ελληνικών δανείων διαιρείται αφ' εαυτής εις τρεις περιόδους:

Την πρώτην, ήτις εξικνείται μέχρι της εγκαθιδρύσεως της βασιλείας του Γεωργίου, περιλαμβάνουσα την ιστορίαν των δανείων της επαναστάσεως και του δημοσίου χρέους της Βαυαρικής δυναστείας.

Την δευτέραν, ήτις αρχομένη από της μεταπολιτεύσεως περατούται τον Δεκέμβριον του 1893 μετά της αποκοπής των χρεών.

Την τρίτην, ήτις περιλαμβάνει τας περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεις, την επιβολήν του διεθνούς ελέγχου, και τα μετά το 1897 συμβάντα.

Η δευτέρα περίοδος υποδιαιρείται εις δύο σχεδόν ισόχρονα τμήματα, ων το μεν πρώτον περιορίζεται εις εσωτερικά δάνεια, το δε δεύτερον, χρονολογούμενον αφ' ης εποχής ηνοίχθησαν εις τα Ελληνικά χρεώγραφα αι πύλαι των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, περιλαμβάνει ποικίλα δημόσια χρέη, εν οις και σχεδόν πάντα τα μεγάλα εξωτερικά.

Η μελέτη της τρίτης περιόδου θ' απαιτήση, εκτός της εκθέσεως των περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεων, την μελέτην του θεσμού του διεθνούς ελέγχου και την παραβολήν, υπό την έποψιν ταύτην, της θέσεως της Ελλάδος προς εκείνην άλλων κρατών κατά το μάλλον ή ήττον υπό οικονομικήν κηδεμονίαν διατελούντων.

Εις τας τρεις ταύτας περιόδους αντιστοιχούσι τα τρία μέρη του παρόντος πονήματος.

Αρχόμενοι της δημοσιεύσεως αυτού ευχάριστον καθήκον ηγούμεθα να εκφράσωμεν την ημετέραν ευγνωμοσύνην προς πάντας, όσοι πολυειδώς προσήλθον ημίν επίκουροι. Ιδίως δε προς δυο σεβαστούς φίλους, ων ο μεν κατά την κυοφορίαν ο δε κατά την συγγραφήν του έργου παρέσχον ημίν τοσαύτας πολυτίμους πληροφορίας και συμβουλάς. Επιτραπήτω ημίν τέλος να ευχαριστήσωμεν ονομαστί τον διευθύνοντα την βιβλιοθήκην της Βουλής κ. Π. Καλογερόπουλον και τον βοηθόν αυτού κ. Ραζήν, ων αμφοτέρων την υπομονήν και την προθυμίαν ηθέλομεν έχη εξαντλήση, εάν, ως γνωστόν, δεν ήσαν ανεξάντλητοι.

Αθήναι τη 20 Σεπτεμβρίου 1904.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Έκδοσις και Χρήσις α' δανείου.



Επανειλημμένως παρετηρήθη ότι, εν ώ η στρατιωτική, η διπλωματική, νυν δε και η πολιτική ιστορία ευρίσκουσι πολυαρίθμους ερευνητάς και θιασώτας, η οικονομική ιστορία, άνευ της οποίας πάσα άλλη ενέργεια λαού τινος μένει ανεξήγητος. μέχρι των υστέρων παρημελείτο εντελώς.

Ουδαμού δ' η παρατήρησις αύτη ελέγχεται ορθότερα ή εν τω προχείρω παραδείγματι της ημετέρας παλιγγενεσίας, εν τω οποίω τα πολύτομα συγγράμματα περί της στρατιωτικής, πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας της επαναστάσεως δεν αντισταθμίζονται ουδέ καν υφ' ενός κεφαλαίου εξετάζοντος το ζήτημα υπό την οικονομικήν αυτού άποψιν.

Ακόμη και σήμερον, μετά τοσαύτας μελέτας (9) γνωρίζομεν μεν κάλλιστα τας μάχας, τον αριθμόν των στρατιωτών και των πλοίων, τα ονόματα και τας πράξεις των στρατηγών, των ναυάρχων, των διπλωματών και των πολιτικών ανδρών, αγνοούμεν δ' όμως εντελώς τίνι τρόπω οι στρατιώται ετρέφοντο, τα πλοία ωπλίζοντο και πώς συνετηρείτο η κεντρική διοίκησις και ο στοιχειώδης μεν αλλ' όχι ανύπαρκτος διοικητικός οργανισμός.

Το ιστορικόν τούτο χάσμα εξηγείται, ίσως, πρώτον μεν εκ των δυσκολιών ας γεννά τω συγγράφοντι η έλλειψις τακτικών προϋπολογισμών και απολογισμών (10), δεύτερον δε διότι, ως εκ της απιστεύτου ποικιλίας και γραφικότητος ας παρουσιάζει ο Αγών, ήτο φυσικόν να παραμεληθώσι τα ήττον επαγωγά και κατ' επίφασιν επουσιωδέστερα (11).

Οπωσδήποτε άλλως τε και αν έχη τούτο, είναι βέβαιον ότι εξ όλων των γραψάντων περί της Επαναστάσεως μόνον ο Finlay, ορμώμενος εκ του πρακτικού πνεύματος της φυλής του, εφρόντισε να διερευνήση ποίοι ήσαν οι προς διεξαγωγήν του αγώνος πόροι, αφιερώσας ολίγας σελίδας εις το αντικείμενον τούτο (12). Πλην δυστυχώς ουδ' εις τας σελίδας εκείνας δύναται να δοθή πλήρης πίστις, καθ' ότι ο συγγραφεύς, όστις δεν γράφει αναληθή, εκ προθέσεως και συστήματος μέρος μόνον λέγει της αληθείας (13).

Το καθ' ημάς δεν προτιθέμεθα προς το παρόν τουλάχιστον, να επιχειρήσωμεν εγχείρημα, προ του οποίου τόσοι μεγάλοι ιστορικοί εδειλίασαν, οφείλομεν δ' όμως να διευκρινήσωμεν έν εκ των μάλλον ενδιαφερόντων μερών της οικονομικής ιστορίας της επαναστάσεως, το αφορών εις δύο δάνεια συνομολογηθέντα τω 1824 και 1825 εν Αγγλία και γνωστά υπό το όνομα δάνεια της ανεξαρτησίας (Independence loans).

Άλλως τε το περιωρισμένον τούτο θέμα έχει ουχί κοινήν σπουδαιότητα. Πρώτον, καθ' ότι ως εκ των πολλών συναφών ζητημάτων, εν οις καί τινων διεθνούς δικαίου, είνε καθ' εαυτό άξιον πολλής μελέτης· δεύτερον, διότι η συνομολόγησις των εν λόγω δανείων σημειοί σπουδαίον στάδιον της ημετέρας ιστορίας ούσα, συν τη αναγνωρίσει υπό του Κάνιγγος των Ελλήνων ως εμπολέμων, το προοίμιον της εθνικής ημών αποκαταστάσεως (14), και τρίτον, τέλος, διότι η μη αναγνώρισις των δανείων της ανεξαρτησίας επί πεντήκοντα όλα έτη μεγάλην ήσκησεν επίδρασιν επί της όλης δημοσιονομικής πολιτικής του ελευθερωθέντος βασιλείου.


'Ολο το βιβλίο υπάρχει στο λίνκ

http://www.gutenberg.org/files/34095/34095-h/34095-h.htm

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

10 Απρίλη: του αγίου Γρηγορίου Ε΄


Μερικά "κλικς" για τον άγιο και μάρτυρα πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄, έναν ακόμη κατασυκοφαντημένο πνευματικό ήρωα (δόξα τω Θεώ), που κάθισε σαν αρνί να τον σκοτώσουν στην πόρτα του πατριαρχείου κατά την ημέρα του Πάσχα (10 Απρίλη 1821):

Ο άγιος Γρηγόριος Ε΄ & η Επανάσταση
Ο "αφορισμός" του Αλέξανδρου Υψηλάντη
Άγιος Γρηγόριος Ε΄- Η επιχειρηθείσα αλλοίωση της Ιστορίας

Δείτε και:
1821 - Πώς τολμά η Εκκλησία να διεκδικεί μερίδιο;

Παραθέτουμε και ένα σχόλιο αναγνώστη, που δημοσιεύτηκε κάτω από αυτό το post:

Είναι αστεία η προσπάθεια των όψιμων πατριωτών να κηλιδώσουν την μνήμη του αγίου Γρηγορίου 5ου. Και δη, αποσκοπώντας όχι στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, αλλά στην υποβάθμιση της Εκκλησίας στα όμματα των Νεο-Ελλήνων.
Λησμονούν όμως ότι σύσσωμο το έθνος τίμησε τον Γρηγόριο ως ήρωα και εθνομάρτυρα ήδη από τον 19ο αιώνα. Από τον πλοίαρχο Μαρίνο Σκλάβο, που συνέλεξε το σκήνωμά του από τη θάλασσα, έως τον Ελληνισμό της Οδησσού που το κήδεψε με μεγάλες τιμές και μάλιστα το 1859 κατασκεύασαν μεγαλοπρεπές μνημείο με την εικόνα του, προ της οποίας ήδη άναβαν κεριά Έλληνες και Ρώσοι. Το βασίλειον της Ελλάδος το 1871 ζήτησε το σκήνωμα από την Ρωσία, το υποδέχθηκε με τιμές και το τοποθέτησε σε μαρμάρινη λάρνακα, εντός του καθεδρικού ναού Αθηνών. Το δε 1872 έστησε ανδριάντα του, προ του οποίου ο Αριστ. Βαλαωρίτης εξεφώνησε το θρυλικό "Πώς μας θωρείς ακίνητος...", με συγκίνηση που θρυλλείται πως του προκάλεσε καρδιακό επεισόδιο και επέσπευσε τον θάνατό του...
Όλοι οι ανωτέρω δεν ήσαν πατριώτες; ή δεν ενώριζαν την ιστορία; ΟΛΟ ΤΟ ΕΘΝΟΣ τιμούσε έναν προδότη; Και περίμενε τους σημερινούς ανατροπείς της ιστορίας να του ανοίξουν τα μάτια, εφοδιασμένοι με μπόλικη αυταρέσκεια;
Οι άνθρωποι του 19ου αιώνος είναι εις θέσιν να αποτιμήσουν πληρέστερα από εμάς την προσφορά ενός εκάστου πρωταγωνιστή του 1821. Και πιστέψτε με, ποτέ δεν θα συγχωρούσαν έναν προδότη!! Η ιστορία έχει γραφεί, δεν αναμένει τον δικό μας κονδυλοφόρο και τις δικές μας "αποκαλύψεις" και "ερμηνείες", που δεν είναι ανεπηρέαστες από τις πολιτικές θεωρίες της γενιάς μας.

Το απολυτίκιο του αγίου από εδώ:

Την ίδια μέρα: του αγίου νεομάρτυρα Δήμου του Ψαρά και των αγίων μαρτύρων Τερεντίου, Αφρικανού κ.λ.π., μεταξύ των οποίων οι άγιοι Προμηθεύς, Ηρακλής, Όμηρος κ.ά. (να λοιπόν που κι αυτά είναι ΚΑΙ χριστιανικά ονόματα). Ας έχουμε την ευχή τους.
http://o-nekros.blogspot.com/

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

ΣΤΟΛΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ- Φώτης Κόντογλου

Για του Χριστού την πίστιν την αγίαν, για της πατρίδος την ελευθερίαν, γι’ αυτά τα δύο πολεμώ, γι’ αυτά να ζήσω επιθυμώ, κι αν δεν τα αποκτήσω τι μ’ ωφελεί να ζήσω;
 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821 έχει μια πνοή αγιασμένη, κι η ιστορία της είνε σαν συναξάρι. Η Ελλάδα μπορεί να παρασταθεί σαν τη μητέρα των Μακκαβαίων που είδε να βασανίζονται και να σφάζονται μπροστά της τα παιδιά της ένα-ένα. Από τον καιρό που χάθηκε η Κωνσταντινούπολη, η πατρίδα μας μαυροφόρεσε σαν χαροκαμένη χήρα· οι άνδρες ήτανε σαν ασκητές, οι γυναίκες σαν καλογρηές, τα τραγούδια μας γεμάτα πόνο και ελπίδα, τη λεγόμενη «χαρμολύπη», σαν χερουβικά, σαν τροπάρια. Μια αγιωσύνη τα τύλιγε όλα. Οι καρδιές ήτανε, με όλη την παληκαριά τους, συντετριμμένες και ταπεινωμένες. Γι’ αυτό κι η θρησκεία μας ήτανε αληθινή, επειδή η πίστη του Χριστού δεν ταιριάζει σε ανθρώπους απίκραντους και καλοπερασμένους, κατά τα λόγια του Χριστού που λέγει: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε», και στενή και τεθλιμμένη η οδός». Μα όσα χάνει ο άνθρωπος σε καλοπέραση, τα κερδίζει «εκατονταπλασίονα» σε βάθος πνευματικό. Και το έθνος μας που στάθηκε κακότυχο και βασανισμένο, από την άλλη μεριά στάθηκε ευλογημένο, κατά τον λόγο που λέγει ο Σολομών για όσους μαρτυρούνε για την αλήθεια: «και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης· και ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται». Και ποια είνε αυτή η αντάμειψη; Η αντάμειψη ήτανε πως ντυθήκανε με κάποια στολή αφθαρσίας αυτοί που ζούσανε «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, εν ερημίαις πλανώμενοι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης».
 Για τούτο, όποιος άνθρωπος έχει καρδιά καθαρή, και νιώσει την Ελληνική Επανάσταση, σαν να τραβιέται από κάποιον μαγνήτη, ας είνε κι άλλης φυλής άνθρωπος, χωρίς να γνωρίζει καλά- καλά από πού βγαίνει αυτή η γλυκύτητα και η κατανυκτική αγάπη, μ’ όλο που ακούει σκοτωμούς, μαρτύρια και μοιρολόγια, που σε άλλη περίσταση αγριεύουνε τον άνθρωπο. Θαρρεί πως δεν γινήκανε στ’ αληθινά αυτά που ακούει, αλλά πως είνε κάποιο έμορφο παραμύθι. Τα πιο σκληρά πράγματα χάνουνε τη σκληρότητά τους, καν φονικά, καν αγωνίες κάθε λογής, φτώχια, κρύο, πείνα, αρρώστεια, ορφάνια. Κάποιος μυστικός πλούτος τα χρυσώνει όλα, ο της αφθαρσίας ο Παράκλητος (ο Παρηγορητής), το Πνεύμα το Άγιον. Αυτή είναι που λέγω στολή Αφθαρσίας κι ελπίδα Αθανασίας. Η Ελληνική Επανάσταση είνε σαν το χάλκινο μοσχάρι που έκανε ένας τεχνίτης για τον τύραννο Φάλαρη και που το πύρωνε με φωτιά και σφαλούσε στην κοιλιά του όσους ήθελε να βασανίσει για να ψηθούνε ζωντανοί. Μα αντί ν’ ακούγονται βογκητά και φρικτοί θρήνοι από το στόμα του βοδιού, έβγαιναν τραγούδια χαρούμενα, επειδή ο τεχνίτης είχε βάλει επιτήδεια στο λαρύγγι του βοδιού κάποιο όργανο που άλλαζε τους θρήνους σε χαρούμενη μουσική. Ο Αθανάσιος Διάκος τραγουδούσε περασμένος στη σούβλα, κι οι γυναίκες του Ζαλόγγου χορεύανε και πέφτανε στον γκρεμνό. Κι όλοι οι Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, μικροί, μεγάλοι, δεσποτάδες, παπάδες, λαϊκοί, ψέλνανε σαν να τραγουδούσανε και τραγουδούσανε σαν να ψέλνανε, όπως οι τρεις Παίδες της καμίνου που δοξολογούσανε τον Θεό χορεύοντας μέσα στη φωτιά σαν να δροσολογιότανε. Απ’ όλη την αιματοβαμμένη Ελλάδα ακουγότανε «ήχος καθαρός εορταζόντων», κι οι Έλληνες τρέχανε στον θάνατο «αγαλλομένω ποδί, Πάσχα κροτούντες αιώνιον».
Γι’ αυτό μαγεύθηκε ο κόσμος, χωρίς να ξέρει γιατί. Εκείνο που τους μάγευε ήτανε η Ελπίδα της Αθανασίας που βγαίνει από την Ορθοδοξία και που τα σκεπάζει όλα με την χαρούμενη πνοή της. Η χαρά του Χριστού είνε ένα άνθος που φυτρώνει μοναχά στις καρδιές που πονούν. Για τούτο ο Δαυΐδ έλεγε: «Κύριε εν θλίψει επλάτυνάς με». Κι οι ασκηταί της Ορθοδοξίας τη λέγανε «Χαρμολύπη» ή «Χαροποιόν πένθος», αυτή τη χαρά που βγαίνει από τη συντριμμένη καρδιά. Η Ελληνική Επανάσταση ήτανε τα χαρούμενα ορμήματα του Ποταμού της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό τη μισήσανε και την πολεμήσανε οι «ψευδάδελφοι», εκείνοι που ιδρύσανε στ’ όνομα του Χριστού ένα σύστημα εγκόσμιας ευδαιμονίας, κάποιον «αριστοκρατικό χριστιανισμό» που τραβά τις ματαιόδοξες ψυχές, και τις ξεραίνει από τη χαρά του Χριστού, από τη «χαρμολύπη»[1].
Οι Έλληνες του καιρού εκείνου ήτανε «πτωχοί τω πνεύματι», κατά τους έξυπνους του κόσμου. Ήτανε απλοί και φυσικοί, κι η όψη τους, τα λόγια τους, οι συνήθειές τους, τα φερσίματά τους ήτανε αληθινά, δηλαδή Ελληνικά. Η ψυχή τους ήτανε δεμένη με τη φύση και τη θρησκεία τους. Λεοντόκορμοι άνδρες που βαστούσανε από αρχαία αίματα, ζούσανε στον ανοιχτόν αγέρα όπως τους έπλασε ο Θεός, με γένεια, με μουστάκια, με μακρυά μαλλιά σαν το Χριστό, γοργοπόδαροι, λιγόφαγοι, θρήσκοι, ταπεινοί μπροστά στους γεροντότερους και στους παπάδες, με ψυχή γεμάτη κρυφά πλούτη. Απάνω απ’ όλα ήτανε η Θρησκεία, η Πίστις των Πατέρων μας. Κι οι λειτουργοί της ήτανε οι πνευματικοί τους, οι δάσκαλοί τους, οι προστάτες τους, οι παρηγορητές τους, οι δικαστές τους, οι εξομολόγοι τους.
Ο πιο αγαπημένος αρματωλός για το λαό, ο πιο αγνός πολεμιστής, ο καινούριος άγιος Γιώργης, στάθηκε ένας παπάς, ο Αθανάσιος Διάκος, που σουβλίσθηκε για την Πίστη του Χριστού. Άλλοι τέτοιοι αγιασμένοι που αγωνισθήκανε για την Πίστη, είνε ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, ο Ησαΐας Σαλώνων, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Κυπριανός στην Κύπρο· τι λέγω; Νέφος ολόκληρο ρασοφορεμένοι, Ορθόδοξον Ιεράτευμα. Πριν να γίνει η Επανάσταση, χιλιάδες Νεομάρτυρες μαρτυρήσανε για την Πίστη, κι ύστερα ήρθανε οι αρματωλοί. Οι δεσποτάδες, οι παπάδες κι οι καλόγεροι είχανε γίνει σαν τους προφήτες που οδηγούσανε τον νέον Ισραήλ στη Γη της Επαγγελίας. Οι αρματωλοί γινήκανε σαν ασκητές και ψέλνανε απάνω στο μετερίζι, και ξεστηθίζανε το Ψαλτήρι για παρηγοριά, με τα χαϊμαλιά στο στήθος που παριστάνανε τον Χριστό, την Παναγία, τον άη Γιώργη, τον άη Δημήτρη. Για φυλαχτό είχανε ή τίμιο ξύλο, ή άγιο λείψανο, ή ένα κομμάτι από το παλιόρασο του άγιου Κοσμά. Πολλοί αρματωλοί ήτανε ζωγραφισμένοι στα ερημοκκλήσια μαζί με τους αγίους. Η ζωγραφιά του Μεϊντάνη βρισκότανε στην εκκλησιά της Κατούνας, του Ανδρούτσου στο Μεγάλο Μετέωρο, του Διαμαντή Σπατούλη στην εκκλησιά στ’ Αλεποχώρι Μπότσαρη. Και τους σκοτωμένους τους θάβανε κοντά στην εκκλησιά. Λοιπόν, δεν είνε αγιασμένη η Επανάστασή μας, δεν είνε η Ορθοδοξία ματωμένη για να φυλάξη την πίστη μας; Η Ορθοδοξία έγινε ένας λόγος άδειος στα στόματα των σημερινών φραγκοδασκαλευμένων δασκάλων. Μα η αληθινή Ορθοδοξία που είνε πλούτος και ρίζα αθανασίας, είνε φυτρωμένη βαθειά στην καρδιά του ορθοδοξώτατου λαού μας, που όσο δεν ήθελε να τουρκέψει, άλλο τόσο δεν θέλει να φραγκέψει.
Φώτης Κόντογλου
πηγη

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ "WWW.ISTORIKATHEMATA.COM" ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΣΚΑΙ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821


Από την στιγμή που είμαστε ένα ιστολόγιο που ασχολείται με την Ιστορία, θεωρούμε πως οφείλουμε να τοποθετηθούμε για την σειρά του ΣΚΑΙ με θέμα την επανάσταση του 1821 αν και έχει προβληθεί μόνο ένα επεισόδιο και είναι ακόμη νωρίς να βγάλουμε τελικά συμπεράσματα.
Κατ΄ αρχάς οφείλω να πω πως η εκπομπή με καλύπτει αισθητικά. Αναμφίβολα έλειπε μια μεγάλη παραγωγή για την επανάσταση του 1821, ένα γεγονός τόσο κομβικό που αποτέλεσε την έναρξη του σύγχρονου βίου της Ελλάδος.
Το δεύτερο που μου άρεσε είναι ότι επιτέλους τοποθετεί στην επικαιρότητα το Ιστορικό γεγονός της επανάστασης, αλλά και την Ιστορία γενικότερα, καθώς πιστεύω πως είναι απαράδεκτο να απουσιάζει ο προβληματισμός από μια σύγχρονη κοινωνία για το παρελθόν της. Επίσης αποτελεί
 σημαντικό εφόδιο ότι ως σύμβουλοι επιλέχθηκαν καταξιωμένοι Ιστορικοί, ενώ πολύ ενδιαφέρουσα θα είναι και η οπτική των Τούρκων για τα γεγονότα, η οποία γενικά (κακώς) απουσιάζει από την θεώρηση μας και δεν πρέπει να την αντιμετωπίζουμε φοβικά η αμυντικά. Αντιθέτως οφείλουμε να την αξιοποιήσουμε για να αυξήσουμε τις γνώσεις μας για τα γεγονότα αυτά.
Αυτό το οποίο με εξέπληξε (δεν μπορώ να πω θετικά) είναι η ΑΠΟΘΕΩΤΙΚΗ παρουσίαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η αφήγηση μάλιστα έφτασε στο σημείο να μιλάει για μια Αυτοκρατορία που λειτουργούσε ικανοποιητικά, για δημόσια έργα!! που τελέστηκαν τους 2 πρώτους αιώνες (ποιά; πού; πότε;), για ανάπτυξη πόλεων (προφανώς πληθυσμιακή), για ομαλή συμβίωση Χριστιανών -Μουσουλμάνων επειδή είχαν κοινά νεκροταφεία, για ελευθερία των Ελλήνων στην Παιδεία και στην Θρησκεία κτλ, ενώ η φυγή των Ελλήνων στα βουνά (Τρίπολη, Κοζάνη κτλ) για την αποφυγή της Τουρκικής αυθαιρεσίας βαπτίζεται ως μια απλή "απόπειρα φοροαπαλλαγής". Αν ήταν όμως μόνο αυτό γιατί δεν είχε γίνει νωρίτερα στο Βυζάντιο όπου, σύμφωνα με την αφήγηση, η φορολογία ήταν εξίσου σκληρή;
Αυτή η υπόθεση εργασίας είναι ενδιαφέρουσα αλλά αφήνει εκτός πολλά σημεία μεγάλης σημασίας που ανατρέπουν άρδην την εξιδανίκευση μιας άκρως Θεοκρατικής Σκοταδιστικής Αυτοκρατορίας. Πρώτα απ΄ όλα δεν υπάρχει καμία αναφορά στο παιδομάζωμα, ένα σημαντικό θεσμό μαζικού εξισλαμισμού, που στους δύο πρώτους αιώνες οδήγησε σχεδόν 300.000 χριστιανόπουλα να πυκνώσουν τις τάξεις των Γεννιτσαρικών ταγμάτων.
Αμέσως μετά η αφήγηση της εκπομπής δεν κάνει καμία νύξη στην βαρύτατη φορολογία (κεφαλικό φόρο) που πλήρωναν αποκλειστικά όλοι οι μη μουσουλμάνοι στην Αυτοκρατορία. Η φορολογία αυτή συμπληρωνόταν από άλλους φόρους (δεκάτη, φόροι στα νησιά υπέρ του Οθωμανικού στόλου), οι οποίοι έριχναν το βιωτικό επίπεδο των Χριστιανών σε επίπεδα επιβίωσης με το ζόρι. Με τι πόρους και σε τι χρόνους λοιπόν θα έχτιζαν οι χριστιανοί σχολεία και εκκλησίες που είχαν (δήθεν) κάθε δικαίωμα;
Το άλλο πολύ σημαντικό που δεν περιλαμβάνει η αφήγηση, είναι ότι οι 4 αιώνες σκλαβιάς (μάλλον.....ανάπτυξης θα έλεγε ο κ. Τατσόπουλος) δεν ήταν ομοιόμορφοι ούτε χρονικά ούτε θεσμικά στον Βαλκανικό χώρο. Πολλές Ελληνικές πόλεις απολάμβαναν προνόμια και ένα ειδικό καθεστώς που άλλες δεν είχαν, ενώ σε πολλά σημεία του μελλοντικού Ελλαδικού χώρου η Οθωμανική παρουσία διήρκεσε λιγότερο από 200 χρόνια. Προφανώς η απλούστευση της αφήγησης έγινε για λόγους οικονομίας χρόνου, αλλά θεωρώ πως οι τελικές διατυπώσεις της βλάπτονται. Τελικώς η αφήγηση δεν συμπεριέλαβε και μια σειρά άλλων δυσχερειών που αντιμετώπιζαν οι χριστιανοί στην Αυτοκρατορία. Έτσι λοιπόν οι Χριστιανοί δεν μπορούσαν να φέρουν όπλα, δεν μπορούσαν να παντρεύονται μουσουλμάνες, σε κάθε διένεξη (νομική η άλλη) με μουσουλμάνο δικάζονταν από τον μουσουλμάνο καδή και την Σαρία (φαντάζεστε πόσο αντικειμενικά), ενώ δεν είχαν δικαίωμα να έχουν καμπάνες στις εκκλησίες τους και να φορούν ενδύματα με πράσινο χρώμα (ήταν το ιερό χρώμα των μουσουλμάνων).
Η ζωή του Χριστιανού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σκληρή, πολλές φορές εφήμερη, χωρίς ατομικά δικαιώματα και με πολύ φόβο έναντι της Σκοταδιστικής Θεοκρατικής εξουσίας που παρουσιαζόταν κυρίως με στρατιωτική και φορομπηχτική μορφή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταλανιζόταν από τεράστια γραφειοκρατία και διαφθορά, με πρωτάκουστους αναχρονιστικούς θεσμούς (η μάνα του Σουλτάνου κτλ) που πιστεύω δεν έχουν υπάρξει σε κανένα άλλο καθεστώς της εποχής εκείνης.
Και κάτι τελευταίο. Μου αρέσει η στεγνή αφήγηση και η σοβαρότητα του κ. Τατσόπουλου, ασχέτως αν όλοι γνωρίζουμε τις ακραίες απόψεις του για κάποια θέματα. Θεωρώ πάντως πως η εμπάθεια του στην μεταμεσονύχτια εκπομπή που ακολούθησε, δεν βοηθάει τις θέσεις που προωθεί, αλλά μάλλον τις κάνει απωθητικές.
Περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον την συνέχεια....