Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατριωτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατριωτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

To ζήτημα του πατριωτισμού

Α­πό­σπα­σμα α­πό το βι­βλί­ο του Μελέτη Μελετόπουλου, To ζήτημα του πατριωτισμού, το ο­ποί­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε πέ­ρυ­σι α­πό τις εκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση.
Τά στε­ρε­ό­τυ­πα καί οἱ ἰ­δε­ο­λη­ψί­ες τῆς «προ­ο­δευ­τι­κῆς» δι­α­νό­η­σης
Μία ὀ­λι­γά­ρι­θµ­η ἀλ­λά παν­τα­χοῦ πα­ροῦ­σα ὁ­µ­ά­δα πα­νε­πι­στη­µ­ια­κῶν, δη­µ­ο­σι­ο­γρά­φων, δι­α­νο­ου­µ­έ­νων καί πο­λι­τευ­τῶν ἐ­πι­χει­ρεῖ τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια µέ συ­στη­µ­α­τι­κό καί ἐ­πί­µ­ο­νο τρό­πο νά ἐ­πη­ρε­ά­σει τήν κοι­νή γνώ­µ­η καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρα τήν νε­ο­λα­ί­α καί νά µ­ε­τα­βά­λει τήν ἱ­στο­ρι­κή συ­νε­ί­δη­ση καί το­ύς πο­λι­τι­κο­ύς προ­σα­να­το­λι­σµ­ο­ύς τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.

Προ­ω­θεῖ και­νο­φα­νεῖς ἀ­πό­ψεις γιά γε­γο­νό­τα µ­ε­ί­ζο­νος ση­µ­α­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ἀλ­λά καί ὑ­πο­στη­ρί­ζει συγ­κε­κρι­µ­έ­νες θέ­σεις γιά τίς σύγ­χρο­νες ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κές σχέ­σεις, τό Κυ­πρια­κό, τήν ἐν­τα­ξια­κή πο­ρε­ί­α τῆς Τουρ­κί­ας πρός τήν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ῞Ε­νω­ση, τήν ὑ­πο­τι­θέ­µ­ε­νη ὕ­παρ­ξη µ­ει­ο­νο­τή­των στό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, τήν ἀ­πό­δο­ση ρα­τσι­στι­κῶν καί σω­βι­νι­στι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν στόν ἑλ­λη­νι­κό λαό, τήν σχέ­ση µ­ας µέ τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί πολ­λά ἄλ­λα. Ἡ ἀ­πή­χη­ση αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων στήν ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στη, ἀ­φοῦ ὅ­λες οἱ ἔγ­κυ­ρες µ­ε­τρή­σεις τῆς κοι­νῆς γνώ­µ­ης δε­ί­χνουν µία συν­τρι­πτι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­µ­α­τος καί τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν ἀ­ξι­ῶν σέ ὅ­λες τίς ἡ­λι­κί­ες καί τίς κοι­νω­νι­κές ὁ­µ­ά­δες. Πα­ρά ταῦ­τα, ἡ προ­σπά­θεια χον­δρο­ει­δοῦς ἀ­να­θε­ώ­ρη­σης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας, µ­α­ζί µέ τήν προ­ώ­θη­ση «ἐ­ναλ­λα­κτι­κῶν» ἀ­πό­ψε­ων στά ἐ­θνι­κά µ­ας θέ­µ­α­τα, ἔ­χουν προ­κα­λέ­σει κα­τά και­ρούς µ­ε­γά­λες ἀν­τι­δρά­σεις καί τήν ὀργή τῆς κοι­νῆς γνώ­µ­ης. []

Κεν­τρι­κό στοι­χεῖ­ο αὐ­τῆς ὅ­λης τῆς πο­λι­τι­κῆς «φι­λο­σο­φί­ας» εἶ­ναι ἡ ἐ­πί­θε­ση στήν ἔν­νοι­α τῆς Πα­τρί­δας καί στό πα­τρι­ω­τι­κό συ­να­ί­σθη­µ­α. ῎Ε­χουν κα­τα­βλη­θεῖ ἀ­πό το­ύς κύ­κλους αὐ­το­ύς ἐ­πί­µ­ο­νες προ­σπά­θει­ες νά ταυ­τι­σθεῖ ὁ Πα­τρι­ω­τι­σµ­ός µέ τόν ἐ­θνι­κι­σµό, τόν σω­βι­νι­σµό, τόν ρα­τσι­σµό, τήν µ­ι­σαλ­λο­δο­ξί­α. Κάθε αὐ­το­νό­η­τη, ἀ­κό­µ­η καί ἡ µ­ε­τρι­ο­πα­θέ­στε­ρη, ἄ­πο­ψη γιά τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς µ­ας κυ­ρι­αρ­χί­ας καί τήν ἀν­τι­µ­ε­τώ­πι­ση ξέ­νης ἐ­πι­βου­λῆς συ­κο­φαν­τεῖ­ται ὡς «ἐ­θνι­κι­στι­κή ὑ­στε­ρί­α» καί ἀν­τι­προ­τε­ί­νε­ται ὁ «δι­ά­λο­γος» γιά τά κυ­ρι­αρ­χι­κά µ­ας δι­και­ώ­µ­α­τα, ὁ κα­τευ­να­σµ­ός κ.λπ. Λο­γι­κή ἀ­πό­λη­ξη πα­ρό­µ­οι­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων, βε­βα­ί­ως, εἶ­ναι ἡ δι­α­µ­όρ­φω­ση ἑ­νός κλί­µ­α­τος αὐ­το­ε­νο­χο­ποί­η­σης καί πα­θη­τι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς τῶν ἀ­µ­φι­σβη­τή­σε­ων τῆς ἐ­θνι­κῆς µ­ας ὑ­πό­στα­σης. Καί ἡ ἀ­πο­δυ­νά­µ­ω­ση τοῦ πνε­ύ­µ­α­τος ἀν­τί­στα­σης στίς ἀ­πει­λές πού πάν­το­τε ὑ­πῆρ­χαν καί πάν­το­τε θά ὑ­πάρ­χουν, στόν τα­ρα­γµ­έ­νο κό­σµ­ο πού πο­ρευ­ό­µ­α­στε ὡς ἔ­θνος ἐ­πί χι­λι­ά­δες χρό­νια.

῎Αλ­λο­θι καί ἀ­φο­ρµή τῆς ἐ­πί­θε­σης ὁ­ρι­σµ­έ­νων προ­σώ­πων καί ὁ­µ­ά­δων ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πα­τρι­ω­τι­κοῦ αἰ­σθή­µ­α­τος, τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ ῎Ε­θνους καί ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κῶν συ­µ­βό­λων, εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς ἡ κα­τά­χρη­σή τους ἀ­πό τήν δι­κτα­το­ρί­α τῶν συν­τα­γµ­α­ταρ­χῶν (1967-1974). Οἱ συν­τα­γµ­α­τάρ­χες κα­τα­σκε­ύ­α­σαν ἕ­να κά­πη­λο ἰ­δε­ο­λο­γι­κό προ­σω­πεῖ­ο χρη­σι­µ­ο­ποι­ών­τας τά ἱ­ε­ρά καί τά ὅ­σια τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ὅ­πως τό Εἰ­κο­σι­έ­να, τό Σα­ράν­τα, τό τρί­πτυ­χο Πα­τρίς-Θρη­σκε­ί­α-Οἰ­κο­γέ­νεια κ.λπ.
῎Ε­τσι, µόλις κα­τέρ­ρευ­σε τό δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς, τό 1974, ἡ κα­τά­χρη­ση αὐ­τή τῶν ἐ­θνι­κῶν συ­µ­βό­λων ἀ­πό τήν δι­κτα­το­ρί­α ἔ­δω­σε τό «δι­κα­ί­ω­µ­α» σέ κά­ποι­ους κύ­κλους νά ἐ­πι­τε­θοῦν ὄ­χι µόνον ἐ­ναν­τί­ον τοῦ στρα­το­κρα­τι­κοῦ αὐ­ταρ­χι­σµ­οῦ, ἀλ­λά καί τῶν συ­µ­βό­λων πού αὐ­τός κα­τα­χρά­στη­κε.

∆ι­ά­φο­ροι πα­νε­πι­στη­µ­ια­κοί, δη­µ­ο­σι­ο­γρα­φοῦν­τες ἱ­στο­ρι­κοί κ.λπ., [ ] ἀν­τέ­γρα­ψαν καί εἰ­σή­γα­γαν ἀ­τε­λῶς κά­ποι­ες ἄ­σχε­τες πρός τά ἑλ­λη­νι­κά δε­δο­µ­έ­να θε­ω­ρη­τι­κές κα­τα­σκευ­ές ἀ­πό τήν Εὐ­ρώ­πη καί τίς ΗΠΑ ἤ ξε­σή­κω­σαν κά­ποι­ες πο­λι­τι­κῶς ὀρ­θές ἰ­δέ­ες τῆς µόδας ἀ­πό πο­λι­τι­κά πε­ρι­ο­δι­κά τῆς Νέας Ὑόρκης ἤ τοῦ ῎Αµστερνταµ καί τίς ὕ­ψω­σαν ὡς λά­βα­ρο πα­νε­πι­στη­µ­ια­κῆς στα­δι­ο­δρο­µ­ί­ας καί ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κῆς ἀ­νέ­λι­ξης. Καί βρῆ­καν στόν κλει­στό τους χῶ­ρο εὐ­νο­ϊ­κή ἀν­τα­πό­κρι­ση, δι­ό­τι στήν πα­νε­πι­στη­µ­ια­κή µ­ας κοι­νό­τη­τα ἡ ἄ­κρι­τη εἰ­σα­γω­γή θε­ω­ρι­ῶν (ὅ­πως καί κα­τα­να­λω­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των) ἀ­πό τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, πού ὑ­πο­κα­θι­στᾶ τήν κο­πι­α­στι­κή πα­ρα­γω­γή τους, ἔ­χει δυ­στυ­χῶς µ­α­κρά πα­ρά­δο­ση.

Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο, πα­ρα­δε­ί­γµ­α­τος χά­ριν, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης τῶν κα­θη­γη­τῶν Γκέλνερ καί Χομπσμπάουμ, πού ἀ­φο­ρᾶ τά ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­να βι­ο­µ­η­χα­νι­κά ἔ­θνη τῆς ∆ύ­σης, ἐ­φα­ρµ­ό­σθη­κε µέ ἀ­πί­στευ­τη ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κή ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα ἀ­πό κά­ποι­ους πα­νε­πι­στη­µ­ι­α­κο­ύς τῆς µή βι­ο­µ­η­χα­νι­κῶς ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­νης χώ­ρας µ­ας. Σύσσωµη ἡ «προ­ο­δευ­τι­κή», ἀ­να­νε­ω­τι­κή, ἐκ­συγ­χρο­νι­στι­κή κ.λπ. ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κή κοι­νό­τη­τα υἱ­ο­θέ­τη­σε τήν ἐ­ξω­πρα­γµ­α­τι­κή γιά τά ἑλ­λη­νι­κά δε­δο­µ­έ­να αὐ­τήν θε­ω­ρί­α. Γιά νά δοῦ­µ­ε κα­λύ­τε­ρα πῶς λει­τουρ­γεῖ τό στε­ρε­ό­τυ­πο, ἀ­ξί­ζει τόν κό­πο νά στα­θοῦ­µ­ε λί­γο σ’ αὐ­τό τό ση­µ­εῖ­ο.

Τό συ­µ­πέ­ρα­σµ­α πού συ­νή­γα­γε ἡ «προ­ο­δευ­τι­κή» µ­ας δι­α­νό­η­ση ἀ­πό τήν ἐ­φα­ρµ­ο­γή αὐ­τῆς τῆς θε­ω­ρί­ας, πού θά ἐ­ξε­τά­σου­µ­ε ἀ­µ­έ­σως πα­ρα­κά­τω ἀ­να­λυ­τι­κά, ἦ­ταν ὅ­τι δέν ὑ­φί­στα­ται συ­νέ­χεια τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους, ὅ­τι τό σύγ­χρο­νο ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος εἶ­ναι µία κα­τα­σκευή τῆς «νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας», ὅ­τι ἡ ση­µ­ε­ρι­νή ἑλ­λη­νι­κή συ­νε­ί­δη­ση εἶ­ναι τε­χνη­τό καί βε­βι­α­σµ­έ­νο «ἰ­δε­ο­λό­γη­µ­α» κ.λπ. Φυ­σι­κά, δέν ἔ­κα­ναν τόν κό­πο, οἱ «προ­ο­δευ­τι­κοί» µ­ας δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νοι, νά µ­ε­λε­τή­σουν τίς πη­γές, νά δι­α­πι­στώ­σουν πρω­το­γε­νῶς πῶς σκε­πτό­ταν καί πῶς αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­ζό­ταν ὁ ῞Ελ­λη­νας τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, για­τί ἔ­γι­νε ἡ µ­ε­γά­λη Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821, ποιά ἦ­ταν ἡ πο­λι­τι­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ ὑ­πό­δου­λου Ἑλ­λη­νι­σµ­οῦ –καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, τό κυ­ρί­αρ­χο κα­τά τόν Σο­λω­µό, ἀλ­λά καί πολ­λο­ύς ἄλ­λους– κρι­τή­ριο τῆς γλώσ­σας: τί γλῶσ­σα ὁ­µ­ι­λοῦ­σε ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός στο­ύς αἰ­ῶ­νες τῆς µ­α­κρᾶς Ἱ­στο­ρί­ας του; Δι­α­κό­πη­κε πο­τέ ἡ ὁ­µ­ι­λί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας στο­ύς µ­α­κρο­ύς αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καί τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας στίς ἑλ­λη­νι­κές χῶ­ρες; ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῶν δι­α­νο­ου­µ­έ­νων; Ποιά ἦ­ταν ἡ γλῶσ­σα τῆς ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας µ­ε­τα­ξύ τῶν ὁ­πλαρ­χη­γῶν καί προ­ε­στῶν τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας; Σέ ποιά γλῶσ­σα ἔ­γρα­ψαν τά κε­ί­µ­ε­νά τους οἱ Φα­να­ρι­ῶ­τες; Τί γλῶσ­σα µ­ι­λοῦ­σε το 1600 και το 1700 ὁ ἁ­πλός λα­ός; Σέ ποιά γλῶσ­σα τρα­γου­δοῦ­σε ὁ ἁ­πλός λα­ός τά δη­µ­ο­τι­κά τρα­γο­ύ­δια του; Τί προ­έ­λευ­ση ἔ­χουν τά ἤ­θη καί τά ἔ­θι­µ­α τοῦ λα­οῦ αὐ­τῆς τῆς χώ­ρας; Ποι­ά ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση, τά κοι­νά ση­µ­εῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, τό πλαί­σιο αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σµ­οῦ αὐ­τοῦ τοῦ λα­οῦ; [ ]

Ἀλ­λά ἄς δοῦ­µ­ε ἄν τά συ­µ­πε­ρά­σµ­α­τα τῶν προ­ο­δευ­τι­κῶν µ­ας δι­α­νο­ου­µ­έ­νων συ­νά­δουν καί πρός το­ύς ἴ­διους το­ύς θε­ω­ρη­τι­κο­ύς το­ύς ὁ­πο­ί­ους ἐ­πι­κα­λοῦν­ται. Ὁ Έρνεστ Γκέλνερ εἶ­χε πολ­λο­ύς λό­γους νά ἀ­σχο­λη­θεῖ µέ τόν ἐ­θνι­κι­σµό: εἶ­χε γεν­νη­θεῖ τό 1925 στήν Πρά­γα, ἀ­να­πτύ­χθη­κε πνευ­µ­α­τι­κά ἀ­νά­µ­ε­σα στήν τσέ­χι­κη καί τήν γε­ρµ­α­νι­κή κουλ­το­ύ­ρα καί ὡς Ἑ­βραῖ­ος δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό το­ύς να­ζί. Ἡ τραυ­µ­α­τι­κή του ἐ­µ­πει­ρί­α ἀ­πό τόν ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­σµό ἦ­ταν τό ψυ­χο­λο­γι­κό ὑ­πό­στρω­µ­α καί τό ἀρ­χι­κό κί­νη­τρο πού τόν ὤ­θη­σε νά ἀ­σχο­λη­θεῖ σέ πολ­λές µ­ε­λέ­τες του µέ τό ἐ­θνι­κι­στι­κό φαι­νό­µ­ε­νο. Ὁ ἄλ­λος ἐκ­φρα­στής τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης, ὁ Έρικ Χομπσμπάουμ, ἐ­πί­σης Ἑ­βραῖ­ος δι­ω­κό­µ­ε­νος ἀ­πό το­ύς να­ζί, στρα­τευ­µ­έ­νος κο­µ­µ­ου­νι­στής, συ­νέ­βα­λε καί αὐ­τός στήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ ἐ­θνι­κι­στι­κοῦ φαι­νο­µ­έ­νου. Οἱ δύ­ο αὐ­τοί σπου­δαῖ­οι ἱ­στο­ρι­κοί ἀ­σχο­λή­θη­καν µέ ἕ­να πο­λύ συγ­κε­κρι­µ­έ­νο ἐ­ρώ­τη­µ­α: πῶς ἡ ἀρ­χι­κά πο­λυ­δι­α­σπα­σµ­έ­νη, φε­ου­δα­λι­κή Εὐ­ρώ­πη, κα­τέ­λη­ξε νά πα­ρα­γά­γει ἐ­θνι­κά κρά­τη καί ἐ­θνι­κι­στι­κές ἀν­τι­λή­ψεις πού ὁ­δή­γη­σαν στόν να­ζι­σµό.

Πρά­γµ­α­τι, οἱ δύ­ο αὐ­τοί ἱ­στο­ρι­κοί ἔ­χουν δί­κιο στά συ­µ­πε­ρά­σµ­α­τά τους γιά τήν δη­µ­ι­ουρ­γί­α τῶν σύγ­χρο­νων ἐ­θνῶν στόν χῶ­ρο τῆς ∆υ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. ῞Ο­ταν δι­α­λύ­θη­κε τό ∆υ­τι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος, τό 476 µ.Χ., µία παν­σπε­ρµ­ί­α φυ­λῶν χω­ρίς πα­ρελ­θόν καί χω­ρίς ἱ­στο­ρι­κή καί ἐ­θνι­κή συ­νε­ί­δη­ση κα­τέ­κλυ­σε τόν χῶ­ρο τῆς ση­µ­ε­ρι­νῆς ∆υ­τι­κῆς καί Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Βα­θµ­ια­ῖα, σχη­µ­α­τί­σθη­κε στά ἐ­ρε­ί­πια τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους τό φε­ου­δα­λι­κό σύ­στη­µ­α, στά πλα­ί­σια τοῦ ὁ­πο­ί­ου το­πι­κοί φε­ου­δάρ­χες κυ­βερ­νοῦ­σαν µ­ι­κρά ἤ µ­ε­γά­λα φέ­ου­δα, σέ κα­θε­στώς πρω­τό­γο­νης ἀ­γρο­τι­κῆς οἰ­κο­νο­µ­ί­ας καί ἀ­νυ­παρ­ξί­ας ὀρ­γα­νω­µ­έ­νων κρα­τι­κῶν δο­µ­ῶν. Στα­δια­κά, κα­τά τήν Ἀ­να­γέν­νη­ση, ἐ­µ­φα­νί­σθη­καν οἱ πρῶ­τοι πυ­ρῆ­νες κρα­τῶν, πού ἔ­πα­σχαν ὅ­µ­ως ἀ­πό ἐ­θνο­λο­γι­κή καί πο­λι­τι­σµ­ι­κή ὁ­µ­οι­ο­γέ­νεια. Ἡ Ἀ­να­γέν­νη­ση, ὁ ∆ι­α­φω­τι­σµ­ός, ἡ Βι­ο­µ­η­χα­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ἡ ἰ­σχυ­ρο­πο­ί­η­ση τῆς Ἀ­στι­κῆς Τάξης, ἡ δη­µ­ι­ουρ­γί­α ὀρ­γα­νω­µ­έ­νων κρα­τι­κῶν µ­η­χα­νι­σµ­ῶν ὁ­δή­γη­σαν τε­λι­κῶς στήν δι­α­µ­όρ­φω­ση ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν.
Οἱ Γκέλνερ-Χομπσμπάουμ ἔ­χουν δί­κιο στό ἑ­ξῆς: ὅ­σο πιό ἀ­νο­µ­οι­ο­γε­νές ἐ­θνο­φυ­λε­τι­κά ἦ­ταν ἕ­να εὐ­ρω­πα­ϊ­κό κρά­τος, τό­σο πιό ἰ­σχυ­ρές ἦ­ταν οἱ προ­σπά­θει­ες ὁ­µ­ο­γε­νο­πο­ί­η­σής του. Τέτοιες προ­σπά­θει­ες ἦ­ταν δυ­να­τόν νά ὁ­δη­γή­σουν –καί στήν πε­ρί­πτω­ση τῆς Γε­ρµ­α­νί­ας ὁ­δή­γη­σαν– στήν ἐ­µ­φά­νι­ση τοῦ πα­ρα­λη­ρη­µ­α­τι­κοῦ σω­βι­νι­σµ­οῦ. Τοῦ ὁ­πο­ί­ου κύ­ρια θύ­µ­α­τα ὑ­πῆρ­ξαν ὡς ἀ­πο­δι­ο­πο­µ­παῖ­οι τρά­γοι οἱ Ἑ­βραῖ­οι, ἐκ τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν «πα­ρα­φω­νί­α» στο­ύς κόλ­πους ἑ­νός κρά­τους πού ἐ­πε­δί­ω­κε µέ µ­α­νί­α τήν πλή­ρη ὁ­µ­ο­γε­νο­πο­ί­η­σή του.

Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά µέ τήν ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρί­α καί πρα­γµ­α­τι­κό­τη­τα; Ἀ­πο­λύ­τως κα­­µ­ί­α. ῞Ο­ταν τό ∆υ­τι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος δι­α­λύ­θη­κε τό 476, τό Ἀ­να­το­λι­κό Ρω­µ­α­ϊ­κό Κρά­τος ὄ­χι µόνον ἐ­πε­βί­ω­σε µέ ἐ­πι­τυ­χί­α, ἀλ­λά ἐ­ξε­λί­χθη­κε σέ παγ­κό­σµ­ια ὑ­περ­δύ­να­µ­η τοῦ Με­σα­ί­ω­να. Ἐ­νῷ ἡ Δυ­τι­κή Εὐ­ρώ­πη βί­ω­νε τό χι­λι­ό­χρο­νο δρᾶ­µ­α της, σέ κα­τά­στα­ση τρα­γι­κῆς ὑ­πα­νά­πτυ­ξης καί πνευ­µ­α­τι­κοῦ σκό­τους, τό Βυ­ζάν­τιο (Ρω­µ­α­νί­α γιά το­ύς συγ­χρό­νους του) βί­ω­νε µία ἐ­πο­χή ἀ­κµ­ῆς, ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­µ­έ­νο κρά­τος µέ δη­µ­ό­σια δι­ο­ί­κη­ση, ἐκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­µ­α, κοι­νω­νι­κή πρό­νοι­α, ἐ­ξα­γω­γι­κό ἐ­µ­πό­ριο καί, κυ­ρί­ως, παγ­κό­σµ­ια πο­λι­τι­στι­κή ἀ­κτι­νο­βο­λί­α. ῞Ο­ταν, ἀν­τι­θέ­τως, ἡ ∆ύ­ση εἰ­σῆλ­θε σέ ἐ­πο­χή στα­δια­κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης, ὁ βυ­ζαν­τι­νός κό­σµ­ος ὅ­δευ­ε πρός τό τέ­λος του, κι ὅ­ταν ἡ ∆υ­τι­κή Εὐ­ρώ­πη συγ­κλο­νι­ζό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­να­γέν­νη­ση, τόν ∆ι­α­φω­τι­σµό καί τήν Βι­ο­µ­η­χα­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση, ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός βί­ω­νε τόν δι­κό του, τρα­γι­κό Με­σα­ί­ω­να τοῦ σκό­τους καί τῆς δου­λε­ί­ας.
Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης, λοι­πόν, ὅ­πως τήν πε­ρι­γρά­φουν οἱ Γκέλνερ καί Χομπσμπάουμ, ἀ­φο­ρᾶ ἕ­ναν κό­σµ­ο πού πέ­ρα­σε ἀ­πό τίς φά­σεις τοῦ φε­ου­δα­λι­κοῦ Με­σαί­ω­να, τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης, τοῦ ∆ι­α­φω­τι­σµ­οῦ καί τῆς Βι­ο­µ­η­χα­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, δι­α­δι­κα­σί­ες πού ἀ­που­σι­ά­ζουν παν­τε­λῶς ἀ­πό τήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ιστο­ρί­α λό­γῳ τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Πῶς, λοι­πόν, ἐ­φα­ρµ­ό­ζε­ται µ­έ τό­ση ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα στήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ι­στο­ρί­α;
Ὁ Ἑλ­λη­νι­σµ­ός, µ­ε­τά τήν ἀ­πορ­ρό­φη­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­στι­κοῦ κό­σµ­ου ἀ­πό το­ύς Ρω­µ­α­ί­ους, συ­νέ­χι­σε νά κυ­ρια­ρχεῖ πο­λι­τι­στι­κά στά πλα­ί­σια τῆς Ρω­µ­α­ϊ­κῆς Κο­σµ­ο­κρα­το­ρί­ας (ὁ µ­ε­γα­λύ­τε­ρος ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Εἰ­κο­στοῦ Αἰ­ῶ­να, ὁ ‘Άρνολντ Τόινμπι θε­ω­ρεῖ τήν Ρώµη µία ἁ­πλῆ πα­ραλ­λα­γή καί ἔκ­φαν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κό­σµ­ου). Ὁ ἐκ­χρι­στι­α­νι­σµ­ός τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους δη­µ­ι­ο­ύρ­γη­σε, µέσα ἀ­πό πολ­λές πε­ρι­πέ­τει­ες, µία νέ­α πο­λι­τι­στι­κή σύν­θε­ση, τόν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξο βυ­ζαν­τι­νό κό­σµ­ο. Ἡ συ­νε­ί­δη­ση τοῦ ῞Ελ­λη­να ὀρ­θό­δο­ξου, ὑ­πη­κό­ου τοῦ ρω­µ­α­ϊ­κοῦ κρά­τους, ὁ­δή­γη­σε στήν ἔν­νοι­α τοῦ Ρω­µ­η­οῦ: εἶ­ναι ἕ­να νέ­ο στά­διο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­ας, πού ἀ­σφα­λῶς ὑ­πέ­στη δι­α­δο­χι­κές µ­ε­ταλ­λα­γές καί πέ­ρα­σε ἀ­πό πολ­λές φά­σεις στίς χι­λι­ε­τί­ες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας του. Οἱ ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ φυ­λε­τι­κές ἀ­να­µ­ε­ί­ξεις τοῦ Ἑλ­λη­νι­σµ­οῦ (κυ­ρί­ως µέ Σλα­ύ­ους, Φράγ­κους καί Ἀλ­βα­νο­ύς) κα­τά τόν Με­σα­ί­ω­να, ὄ­χι µόνον δέν δι­έ­σπα­σαν τήν ἑλ­λη­νι­κή συ­νε­ί­δη­ση καί πο­λι­τι­στι­κή ἔκ­φρα­ση, ἀλ­λά τήν ἐν­δυ­νά­µ­ω­σαν µέ νέ­α δυ­να­µ­ι­κή.
Οἱ µ­ε­τα­να­στευ­τι­κές εἰσ­ρο­ές ὁ­δη­γοῦ­σαν σέ ἀ­φο­µ­ο­ί­ω­ση τῶν µ­ε­τα­να­στῶν («το­ύς Σλα­ύ­ους γραι­κώ­σας», γρά­φει γιά τόν πα­τέ­ρα του Βα­σί­λει­ο Α΄ ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του, ἐ­νῷ ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­µ­ε τήν πρω­το­πο­ρια­κή δρά­ση τῶν Ἀρ­βα­νι­τῶν καί τῶν λα­τι­νο­γε­νῶν Βλά­χων στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση καί σέ ὅ­λους το­ύς ἐ­θνι­κο­ύς ἀ­γῶ­νες). Χρει­ά­ζε­ται ἰ­δι­α­ί­τε­ρη ἐ­µ­µ­ο­νή σέ µία βι­ο­λο­γι­κή φυ­λε­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, γιά νά µήν ἀν­τι­λα­µ­βά­νε­ται κα­νε­ίς τήν ἀ­φο­µ­οι­ω­τι­κή λει­τουρ­γί­α τῶν πο­λι­τι­σµ­ῶν. [ ]

Οἱ βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ί­δη­σης φθά­νουν πί­σω ὥς τήν ὁ­µ­η­ρι­κή ἐ­πο­χή, καί δι­ή­νυ­σαν χι­λι­ε­τί­ες πρίν φθά­σου­µ­ε στήν Τουρ­κο­κρα­τί­α καί στήν Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση. ῞Ο­ποι­ος δέν ἔ­χει µ­ε­λε­τή­σει σέ βά­θος τά ὁ­µ­η­ρι­κά ἔ­πη, τόν Ἐ­πι­τά­φιο τοῦ Πε­ρι­κλέ­ους, τίς δη­µ­η­γο­ρί­ες τοῦ Ἰ­σο­κρά­τους, ὅ­ποι­ος δέν ἔ­χει δι­α­βά­σει προ­σε­κτι­κά τήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρου καί τῶν ∆ι­α­δό­χων τοῦ Gustav Droysen, ὅ­ποι­ος δέν γνω­ρί­ζει τί γρά­φει ὁ Λέων ὁ Σο­φός στά Βα­σι­λι­κά του γιά τόν ἐ­ξελ­λη­νι­σµό τῶν Σλα­ύ­ων, κι ὅ­ποι­ος δέν ἐ­µ­βά­θυ­νε στοι­χει­ω­δῶς στήν ὑ­στε­ρο­βυ­ζαν­τι­νή πο­ί­η­ση ὅ­πως καί στό ἔρ­γο τῆς Ἑ­λέ­νης Γλύ­κα­τζη-Ἀρ­βε­λέρ γιά τήν Πο­λι­τι­κή Ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἄν κά­ποι­ος δέν δι­ά­βα­σε µ­ε­τα­βυ­ζαν­τι­νή λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κρι­τι­κά ἔ­πη καί κλέ­φτι­κα τρα­γο­ύ­δια, ἀλ­λά καί Νε­ο­ελ­λη­νι­κό ∆ι­α­φω­τι­σµό, καί δέν µελέτησε ἐ­µ­βρι­θῶς τίς ἑλ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, σί­γου­ρα δέν µ­πο­ρεῖ νά συλ­λά­βει τήν πολυκύµαντη καί θυ­ελ­λώ­δη δι­α­δρο­µή τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς συ­νε­ί­δη­σης.

Ὁ σο­φός Γκέλνερ τό ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό το­ύς ἐν Ἑλ­λά­δι ἀν­τι­γρα­φεῖς του: «Ἡ πρώ­τη ἐ­θνι­κι­στι­κή ἐ­ξέ­γερ­ση ἔ­λα­βε χώ­ρα λί­γα χρό­νια µ­ε­τά τό Συ­νέ­δριο τῆς Βι­έν­νης καί ἦ­ταν ἡ ἑλ­λη­νι­κή», γρά­φει στό ἔρ­γο του Ἐ­θνι­κι­σµ­ός: πο­λι­τι­σµ­ός, πί­στη καί ἐ­ξου­σί­α [σέ ἑλ­λη­νι­κή µ­ε­τά­φρα­ση ἀ­πό τίς ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να 2002, σ. 69-70]. Καί συ­νε­χί­ζει: «Θά ἦ­ταν ἄ­σκο­πο νά ἀρ­νη­θοῦ­µ­ε ὅ­τι ὁ­ρι­σµ­έ­να γνω­ρί­σµ­α­τά της συ­νι­στοῦν κά­ποι­ο πρό­βλη­µ­α γιά τήν θε­ω­ρί­α µ­ας, ἡ ὁ­πο­ί­α συν­δέ­ει τόν ἐ­θνι­κι­σµό µέ τόν βι­ο­µ­η­χα­νι­σµό. Τό Να­ύ­πλιο (πρώ­τη πρω­τε­ύ­ου­σα τῆς Ἀ­νε­ξάρ­τη­της Ἑλ­λά­δας) καί ἡ Ἀ­θή­να τοῦ πρώ­ι­µ­ου 19ου αἰ­ῶ­να πα­ρου­σί­α­ζαν ἐ­λά­χι­στη ὁ­µ­οι­ό­τη­τα µέ τό Μάντσεστερ τοῦ ῎Ενγκελς, ἐ­νῷ ὁ Μο­ριᾶς δέν ἔ­µ­οια­ζε µέ τά λαγ­κά­δια τοῦ Λάνκασαϊαρ… εἶ­ναι εὔ­λο­γη ἡ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι ἀρ­χι­κά τό ἑλ­λη­νι­κό ἐ­θνι­κό κί­νη­µ­α δέν ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε σ’ ἕ­να ὁ­µ­οι­ο­γε­νές νε­ω­τε­ρι­κό ἐ­θνι­κό κρά­τος, ἀλ­λά µ­ᾶλ­λον… νά ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τήν Ὀ­θω­µ­α­νι­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α µ’ ἕ­να νέ­ο Βυ­ζάν­τιο». ∆ι­αυ­γέ­στα­τη ἀ­νά­λυ­ση. Καί δι­α­πι­στώ­νει ὁ ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά ἔν­τι­µ­ος Γκέλνερ: «Σέ γε­νι­κές γρα­µ­µ­ές, ὄ­χι µόνο ὁ ἑλ­λη­νι­κός, ἀλ­λά ὅ­λοι οἱ βαλ­κα­νι­κοί ἐ­θνι­κι­σµ­οί φα­ί­νε­ται νά συ­νι­στοῦν µ­εῖ­ζον πρό­βλη­µ­α γι’ αὐ­τήν τήν θε­ω­ρί­α, ἄν λά­βου­µ­ε ὑ­π’ ὄ­ψιν τήν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῶν Βαλ­κα­νί­ων σύ­µ­φω­να µέ τά κρι­τή­ρια τοῦ βι­ο­µ­η­χα­νι­σµ­οῦ καί τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας».

Οἱ δι­ά­φο­ροι κα­θη­γη­τές τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πα­νε­πι­στη­µ­ί­ων, πού βι­ά­στη­καν ἀ­πρό­σε­κτα νά ἐ­φα­ρµ­ό­σουν τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­θνο­γέ­νε­σης στήν ἑλ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση, ὑ­πο­βάλ­λον­τάς µ­ας τήν ἰ­δέ­α ὅ­τι τό ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος εἶ­ναι µία τε­χνη­τή κα­τα­σκευή τῆς Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­σφα­λῶς δέν πρό­σε­ξαν τί γρά­φει ὁ ἴ­διος ὁ Γκέλνερ στήν σε­λί­δα 144-45 τοῦ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ου του (πού σύ­µ­φω­να µέ αὐ­τά πού ἔ­γρα­ψε στόν πρό­λο­γο ὁ γυι­ός –ἐ­πί­σης κα­θη­γη­τής– τοῦ συγ­γρα­φέ­α: «…εἶ­ναι ἡ τε­λευ­τα­ί­α του λέ­ξη στό θέ­µ­α τοῦ ἐ­θνι­κι­σµ­οῦ. Ἀν­τι­προ­σω­πε­ύ­ει ἐ­πί­σης τήν πιό ὥ­ρι­µ­η ἀ­νά­λυ­σή του…»). Γρά­φει λοι­πόν στό τέ­λος τοῦ βι­βλί­ου του ὁ Γκέλνερ: «Ἡ δι­κή µ­ου ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ὅ­τι κά­ποι­α ἔ­θνη δι­α­θέ­τουν αὐ­θεν­τι­κο­ύς ἀρ­χα­ί­ους ὀ­µ­φα­λο­ύς, ἄλ­λα ἔ­χουν ὀ­µ­φα­λο­ύς πού ἐ­πι­νο­ή­θη­καν γιά χά­ρη τους ἀ­πό τήν ἴ­δια τήν ἐ­θνι­κι­στι­κή τους προ­πα­γάν­δα καί ἄλ­λα δέν ἔ­χουν κα­θό­λου ὀ­µ­φα­λό. Πι­στε­ύ­ω ἀ­κό­µ­η ὅ­τι ἡ µ­ε­σα­ί­α κα­τη­γο­ρί­α εἶ­ναι µέχρι στι­γµ­ῆς ἡ µ­ε­γα­λύ­τε­ρη, ἀλ­λά εἶ­µ­αι ἀ­νοι­χτός στίς δι­ορ­θώ­σεις πού θά ὑ­πο­δε­ί­κνυ­ε µία ἱ­στο­ρι­κή ἔ­ρευ­να. Σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, νά πῶς πρέ­πει νά δι­α­τυ­πω­θεῖ τό ὅ­λο ζή­τη­µ­α».[]

Νά πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ πα­νε­πι­στη­µ­ια­κή κοι­νό­τη­τα στήν Ἑλ­λά­δα

Οἱ αὐ­τό­κλη­τοι εἰ­σα­γω­γεῖς πα­ρό­µ­οι­ων ξέ­νων θε­ω­ρι­ῶν, προ­σα­ρµ­ο­σµ­έ­νων κα­ταλ­λή­λως ὥ­στε νά ἐ­φα­ρµ­ο­σθοῦν στήν ἑλ­λη­νι­κή ‘Ι­στο­ρί­α κα­τά τό δο­κοῦν, προ­σπα­θοῦν νά ἐ­µ­φα­νί­σουν τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι τό Ἑλ­λη­νι­κό ῎Ε­θνος εἶ­ναι ἕ­να τε­χνη­τό κα­τα­σκε­ύ­α­σµ­α ἐ­θνι­κι­στῶν ἱ­στο­ρι­κῶν καί ἀ­κρο­δε­ξι­ῶν προ­πα­γαν­δι­στῶν. ῞Ο­τι στήν οὐ­σί­α οἱ κά­τοι­κοι αὐ­τῆς τῆς χώ­ρας, µία παν­σπε­ρµ­ί­α Ἀλ­βα­νῶν, Σλα­ύ­ων, Βλά­χων, Σα­ρα­κα­τσά­νων καί ἄλ­λων ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου προ­ε­λε­ύ­σε­ως µ­ε­το­ί­κων, ἀ­πο­φά­σι­σαν µία ὡ­ρα­ί­α πρω­ί­α νά ἐ­πα­να­στα­τή­σουν ἔ­τσι χω­ρίς λό­γο, µ­ᾶλ­λον λό­γῳ ἀ­ναρ­χι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος, δι­ά­θε­σης γιά πλι­ά­τσι­κο καί ἐξ αἰ­τί­ας ἐ­θνι­κι­στι­κῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων ἐ­ναν­τί­ον τῶν Το­ύρ­κων. Ἡ Ὀ­θω­µ­α­νι­κή Αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἦ­ταν, φα­ί­νε­ται, ἕ­να πο­λυ­ε­θνι­κό πο­λυ­πο­λι­τι­σµ­ι­κό κρά­τος, ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν ἁ­ρµ­ο­νι­κά δι­ά­φο­ρες ἐ­θνό­τη­τες χω­ρίς πολ­λά προ­βλή­µ­α­τα. Ἰ­δε­ο­λο­γι­κό ἐ­πί­χρι­σµ­α σ’ αὐ­τήν τήν ἐκ­δή­λω­ση ἀ­ναρ­χί­ας ἔ­δω­σε ὁ ἀ­πό­η­χος τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καί ἡ ἐ­πί­δρα­σή της σέ κά­ποι­ους δι­α­νο­ου­µ­έ­νους, πού ἀ­πο­φά­σι­σαν νά ἐ­πι­βά­λουν στα­νι­κά τήν δη­µ­ι­ουρ­γί­α ἐ­λε­ύ­θε­ρου κρά­τους στο­ύς εὐ­χα­ρι­στη­µ­έ­νους ρα­γι­ά­δες.
Μπο­ρεῖ αὐ­τά νά ἠ­χοῦν εἰ­ρω­νι­κά, ἀλ­λά δέν εἶ­ναι. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς αὐ­τά πού πο­λύ σο­βα­ρά δη­µ­ο­σι­εύ­ουν οἱ «προ­ο­δευ­τι­κοί» µ­ας δι­α­νο­ού­µ­ε­νοι στόν ἑλ­λη­νι­κό Τύ­πο καί σέ ἑλ­λη­νι­κά «ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά» κε­ί­µ­ε­να. ῎Ας δοῦ­µ­ε µ­ε­ρι­κά πα­ρα­δε­ί­γµ­α­τα.
Κυ­ρια­κή 24 Μαρ­τί­ου 2002
(Πα­ρα­µ­ο­νή τῆς ἐ­θνι­κῆς ἑ­ορ­τῆς.)

Ὁ κ. Πέτρος Πι­ζά­νιας, τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας στό Ἰόνιο Πα­νε­πι­στή­µ­ιο, δη­µ­ο­σι­ε­ύ­ει ἐ­κτε­νέ­στα­το ἄρ­θρο στήν ἐ­φη­µ­ε­ρί­δα Κα­θη­µ­ε­ρι­νή, µέ τί­τλο, «Ἀ­πό το­ύς Γα­ζῆ­δες ὥς τήν ὀ­θω­µ­α­νι­κή ὁ­λο­κλή­ρω­ση» (σ. 5). Ἀ­φοῦ χα­ρα­κτη­ρί­ζει «ἀ­τε­λέ­στα­τη κο­σµ­ο­κρα­το­ρί­α» (!) τόν ἑλ­λη­νι­στι­κό κό­σµ­ο πού δη­µ­ι­ο­ύρ­γη­σε ὁ Μέγας Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἔρ­χε­ται στόν 13ο αἰ­ῶ­να, ὅ­ταν ἐ­µ­φα­νί­σθη­καν οἱ «Γα­ζῆ­δες ἱπ­πό­τες τῆς ἡ­µ­ι­σε­λή­νου», ὅ­πως ἐ­πί λέ­ξει ἀ­πο­κα­λεῖ το­ύς πρώ­τους Το­ύρ­κους ἐ­πι­δρο­µ­εῖς. Προ­φα­νῶς ὁ κ. Πι­ζά­νιας χρη­σι­µ­ο­ποι­εῖ τόν ὅ­ρο «ἱπ­πό­τες» γιά νά ἀ­πο­δώ­σει ἱπ­πο­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στο­ύς µ­ογ­γο­λι­κῆς προ­ε­λε­ύ­σε­ως Τουρ­κο­µ­ά­νους ἐ­πι­δρο­µ­εῖς. Πρέ­πει ἐ­δῶ νά ὑ­πεν­θυ­µ­ί­σου­µ­ε στόν κ. Πι­ζά­νια ὅ­τι ὁ ὅ­ρος «ἱπ­πό­της» ἔ­χει συγ­κε­κρι­µ­έ­να κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κά καί ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: ἱπ­πό­της (ἄς δι­α­βά­σει τό κλασ­σι­κό ἔρ­γο τοῦ Μ. Μπλοχ Ἡ Φε­ου­δα­λι­κή Κοι­νω­νί­α, ἔ­χει µ­ε­τα­φρα­στεῖ καί στά ἑλ­λη­νι­κά) εἶ­ναι ὁ ἀ­νή­κων στήν κλη­ρο­νο­µ­ι­κή φε­ου­δα­λι­κή ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α τῶν Εὐ­ρω­πα­ί­ων γαι­ο­κτη­µ­ό­νων τοῦ Με­σα­ί­ω­να, συν­δέ­ε­ται µέ τήν µ­α­κρα­ί­ω­νη κα­το­χή γαι­ῶν καί τήν κυ­ρι­αρ­χί­α ἐ­πί τῶν αὐ­το­χθό­νων πλη­θυ­σµ­ῶν καί εἶ­ναι µία κοι­νω­νι­κή κα­τη­γο­ρί­α ἰ­δι­ό­τυ­πη, πού ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κά ἐ­πί δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοῦ ἐ­δά­φους το­ύς Μέσους Αἰ­ῶ­νες. Ἀ­να­λο­γί­ες, ἀλ­λά ὄ­χι τα­ύ­τι­ση, ὑ­πάρ­χει µέ το­ύς Ἰάπωνες Σα­µ­ου­ρά­ι, ἐ­πί­σης γαι­ο­κτή­µ­ο­νες µέ αὐ­το­νο­µ­ί­α ἔ­ναν­τι τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λ’ αὐ­τά µέ το­ύς νο­µ­ά­δες ἐ­κτρο­φεῖς ἀ­λό­γων καί αἰ­γο­προ­βά­των, κοι­µ­ώ­µ­ε­νους σέ σκη­νές καί τρώ­γον­τες ἀ­πο­ξη­ρα­µ­έ­νο κρέ­ας κα­µ­ή­λας πε­ρι­φε­ρό­µ­ε­νους Τουρ­κο­µ­ά­νους τοῦ 13ου αἰ­ῶ­να;
Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει καί συ­νέ­χεια: Οἱ ἐ­πι­δρο­µ­ές τῶν Γα­ζή­δων, γρά­φει ὁ κ. Πι­ζά­νιας, «δέν δι­έ­φε­ραν ὡς πρός τήν πρα­κτι­κή καί τό κί­νη­τρο πού χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τίς ἐ­πι­δρο­µ­ές τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν καί τῶν ∆υ­τι­κῶν» (sic).

Ἐ­δῶ ἐ­ξο­µ­οι­ώ­νε­ται ἕ­να ἰ­σχυ­ρό, οἰ­κο­νο­µ­ι­κά ἀ­νε­πτυ­γµ­έ­νο καί πο­λι­τι­κά ὀρ­γα­νω­µ­έ­νο κρά­τος, µ­έ παγ­κό­σµ­ια πο­λι­τι­στι­κή ἀ­κτι­νο­βο­λί­α, ὅ­πως τό Βυ­ζάν­τιο, µέ πε­ρι­πλα­νώ­µ­ε­να βαρ­βα­ρι­κά φῦ­λα πού λή­στευ­αν τόν πλοῦ­το του. Ἀλ­λά ὁ κ. Πι­ζά­νιας ἔ­χει ἄλ­λη ἄ­πο­ψη γιά τό Βυ­ζάν­τιο. Ἀ­να­φέ­ρει λί­γο πά­ρα κά­τω «τό γνω­στό ἀ­πό το­ύς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου πρό­τυ­πο τῆς κλει­στῆς οἰ­κο­νο­µ­ί­ας καί κοι­νω­νί­ας, καί τῆς ἀ­πό­λυ­της θε­ο­κρα­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας». ῞Ο­σο γιά τήν «κλει­στή οἰ­κο­νο­µ­ί­α» τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, πα­ρα­πέ­µ­που­µ­ε τόν κ. Πι­ζά­νια στήν κλασ­σι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας τοῦ µ­αρ­ξι­στῆ Ρώσ­σου ἱ­στο­ρι­κοῦ Μ. Β. Λεβτσένκο [Ἱ­στο­ρί­α τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἐκ­δό­σεις Ἀ­να­γνω­στί­δη, σ. 30-31 καί ἀλ­λοῦ], ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν συ­ναλ­λα­γῶν καί στήν κα­τά­κτη­ση νέ­ων ἀ­γο­ρῶν, κα­θώς καί στίς τε­ρά­στι­ες ἐ­ξα­γω­γές βυ­ζαν­τι­νῶν προ­ϊ­όν­των σ’ ὅ­λον τόν κό­σµ­ο. Τά ἴ­δια γρά­φουν καί ὅ­λες οἱ κλασ­σι­κές βυ­ζαν­τι­νές ἱ­στο­ρί­ες, ἡ δέ ἀ­εί­µ­νη­στη Ἀγ­γε­λι­κή Λα­ΐ­ου, κα­θη­γή­τρια τοῦ Χάρβαρντ, ἀ­κα­δη­µ­α­ϊ­κός καί πρώ­ην ὑ­πουρ­γός τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως Ση­µ­ί­τη, πα­ρου­σι­ά­ζει, στά κλασ­σι­κά ἔρ­γα της γιά τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­νο­µ­ί­α, πού ἀ­σφα­λῶς ἔ­χει ὑ­π’ ὄ­ψιν του ὁ κ. Πι­ζά­νιας, τήν βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­νο­µ­ί­α κα­θό­λου «κλει­στή», ἀλ­λά ἐ­ξω­στρε­φῆ καί ἀ­νοι­χτή. ῞Ο­σο γιά τήν «κλει­στή» βυ­ζαν­τι­νή κοι­νω­νί­α, κλει­στή εἶ­ναι µία κοι­νω­νί­α χω­ρίς κοι­νω­νι­κή κι­νη­τι­κό­τη­τα, π.χ. ἡ ἰν­δι­κή µέ τίς κά­στες της. Ἀ­πε­ναν­τί­ας στό Βυ­ζάν­τιο ὑ­πῆρ­χε πλή­ρης κι­νη­τι­κό­τη­τα, χω­ρι­κοί ὅ­πως ὁ Ἰ­ου­στί­νος ἤ ὁ Βα­σί­λει­ος Α΄ ὁ Μα­κε­δών ἔ­γι­ναν αὐ­το­κρά­το­ρες, ἀλ­λά καί οὔ­τε ἡ φυ­λε­τι­κή κα­τα­γω­γή ἔ­παι­ζε ρό­λο, δι­ό­τι αὐ­το­κρά­το­ρες ἔ­γι­ναν Ἀ­ρµ­έ­νιοι, Γε­ωρ­για­νοί, Σλα­ύ­οι κ.λπ.

Ὁ κ. Πι­ζά­νιας ἐ­πα­νῆλ­θε δρι­µ­ύ­τε­ρος τήν Κυ­ρια­κή 4 Ἀ­πρι­λί­ου 2004 καί πά­λι στήν φι­λό­ξε­νη Κα­θη­µ­ε­ρι­νή (σ. 5), µέ νέ­ο ἄρ­θρο, ὑ­πό τόν τί­τλο «Κα­τα­γω­γι­κοί µ­ῦ­θοι καί πο­λι­τι­κό σχέ­διο τοῦ ᾽21» καί τόν ἐκ­πλη­κτι­κό ὑ­πό­τι­τλο ἐ­πί λέ­ξει: «Ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σµ­α τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά ἡ ἐ­φα­ρµ­ο­γή τῆς ἀ­πό­φα­σης τῶν δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νων δι­α­φω­τι­στῶν», ὅ­που γρά­φει τά ἑ­ξῆς: «Τό προ­ε­πα­να­στα­τι­κό ἔρ­γο τῶν Ἑλ­λή­νων δι­α­φω­τι­στῶν δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νων εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν Ἑλ­λή­νων, ἡ δι­ά­δο­σή της µέσῳ πε­ρι­ο­δι­κῶν, φυλ­λα­δί­ων καί βι­βλί­ων (ἐ­ρώ­τη­ση δι­κή µ­ου: πῶς σ’ ἕ­ναν λαό ἀ­ναλ­φά­βη­το, ποι­µ­έ­νων καί χω­ρι­κῶν, δι­α­δό­θη­κε ἡ «ἐ­πι­νο­η­µ­έ­νη ἐ­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα» µέσῳ βι­βλί­ων; Οἱ κλέ­φτες, οἱ ἁ­ρµ­α­το­λοί καί οἱ ἀ­γω­νι­στές ἤ­ξε­ραν νά δι­α­βά­ζουν;) καί τέ­λος ἡ ἀ­νύ­ψω­σή της σέ πο­λι­τι­κή ἰ­δε­ο­λο­γί­α». Ἀλ­λά ἀ­κοῦ­στε καί τήν συ­νέ­χεια: «Στά σχο­λι­κά ἐγ­χει­ρί­δια, στίς ἐ­πε­τε­ί­ους ὅ­πως ἡ ση­µ­ε­ρι­νή, µ­ᾶς δι­δά­σκουν ὅ­τι ὁ λα­ός δέν ἄν­τε­χε πλέ­ον τή σκλα­βιά καί ἐ­ξε­γέρ­θη­κε. Ὁ λα­ϊ­κι­σµ­ός, δι­ά­χυ­τος στήν κοι­νω­νί­α µ­ας ἐ­πί δε­κα­ε­τί­ες, δέν ἀ­φή­νει ἥ­συ­χη οὔ­τε τήν ἱ­στο­ρί­α οὔ­τε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν λαό. Στήν πρα­γµ­α­τι­κό­τη­τα κα­µ­µ­ί­α ἀ­ξι­ο­ση­µ­ε­ί­ω­τη λα­ϊ­κή ἐ­ξέ­γερ­ση δέν ἔ­γι­νε στήν ἀρχή τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης µέ ἐ­ξα­ί­ρε­ση αὐ­τήν τοῦ Ἀν­τω­νί­ου Οἰ­κο­νό­µ­ου στήν ῞Υ­δρα καί ἴ­σως στή Σάµο. Ἡ ἀ­που­σί­α ση­µ­αν­τι­κῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων ὀ­φε­ί­λε­ται ἐν πολ­λοῖς στό γε­γο­νός ὅ­τι τό ὀ­θω­µ­α­νι­κό αὐ­το­κρα­το­ρι­κό σύ­στη­µ­α εἶ­χε ἐ­µ­πε­δώ­σει µ­η­χα­νι­σµ­ο­ύς συ­να­ί­νε­σης µέ τίς το­πι­κές ἀ­γρο­τι­κές κοι­νω­νί­ες. Καί ἡ συ­να­ί­νε­ση αὐ­τή ἦ­ταν ἀρ­κε­τά λει­τουρ­γι­κή ἀ­κό­µ­η καί τίς πα­ρα­µ­ο­νές τοῦ ᾽21. Στίς λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις πού ἡ συ­να­ί­νε­ση δέν λει­τουρ­γοῦ­σε, ὅ­πως στήν πε­ρί­πτω­ση τῶν Σου­λι­ω­τῶν, τό­τε καί µόνο τό αὐ­το­κρα­το­ρι­κό κρά­τος χρη­σι­µ­ο­ποι­οῦ­σε τή βί­α. Τό ᾽21 δέν εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σµ­α τῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά ἡ ἐ­φα­ρµ­ο­γή ἑ­νός προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νου σχε­δί­ου [ ]
Προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νου ἐν πολ­λοῖς ἀ­πό το­ύς δι­α­νο­ο­ύ­µ­ε­νους δι­α­φω­τι­στές πού συγ­κρό­τη­σαν καί ἀ­νέ­πτυ­ξαν τήν κα­τ’ ἐ­ξο­χήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση τῶν Ἑλ­λή­νων, τή Φι­λι­κή Ἑ­ται­ρε­ί­α, ὑ­πό τήν ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ» (sic!).

Ὁ κ. Πι­ζά­νιας, ὅ­πως φα­ί­νε­ται, εἶ­ναι φα­να­τι­κός ὀ­πα­δός τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς συ­νω­µ­ο­σί­ας. Ὁ­λό­κλη­ρη Ἐ­πα­νά­στα­ση, πού ξε­σή­κω­σε ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο λαό καί µάλιστα σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Βαλ­κα­νι­κή, µία Ἐ­πα­νά­στα­ση πού εἶ­χε θύ­µ­α­τα Πα­τρι­άρ­χες, προ­ε­στο­ύς, κα­πε­τα­να­ί­ους, κλέ­φτες καί ἁ­ρµ­α­το­λούς καί ἁ­πλο­ύς ἀ­γρό­τες, δέν ἔ­γι­νε µέ τήν πρό­θυ­µ­η καί ἀ­δι­άλ­λα­κτη βο­ύ­λη­ση τῶν ρα­γι­ά­δων νά ζή­σουν ἐ­λε­ύ­θε­ροι ἤ νά πε­θά­νουν, ἀλ­λά ἦ­ταν προ­α­πο­φα­σι­σµ­έ­νο προ­ϊ­όν µ­υ­στι­κῆς συ­νω­µ­ο­σί­ας. Ἐκ­πλη­κτι­κό!
Ἐξ ἄλ­λου ὁ κ. Πι­ζά­νιας, ἄν καί τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας, δέν ἔ­χει φα­ί­νε­ται δι­α­βά­σει κα­λά τό κλασ­σι­κό ἔρ­γο τοῦ Σάθα Ἡ Τουρ­κο­κρα­του­µ­έ­νη Ἑλ­λάς, ἀλ­λά οὔ­τε το­ύς Πε­ρι­η­γη­τές τοῦ Κυ­ρι­ά­κου Σι­µ­ό­που­λου. Ἐ­κεῖ θά µάθαινε ὅ­τι πε­ρί­που κά­θε τρι­άν­τα χρό­νια (δη­λα­δή ἀ­νά µία γε­νιά) ξε­σποῦ­σαν ἐ­πα­να­στά­σεις, σέ ὅ­λη τήν δι­άρ­κεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀ­πό τήν πρώ­τη Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Κρο­κό­δει­λου Κλα­δᾶ, ἀ­µ­έ­σως µ­ε­τά τήν ῞Α­λω­ση, µέχρι τά Ὀρ­λω­φι­κά τό 1770 καί τήν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Βλα­χά­βα στόν Ὄ­λυ­µ­πο τό 1806. Καί, τέ­λος πάν­των, ἄν θε­ω­ρεῖ τόν Σάθα καί τόν Σι­µ­ό­που­λο ἐ­θνι­κι­στές ἱ­στο­ρι­κο­ύς, ἄς δι­α­βά­σει καί τόν κα­θό­λου –µά κα­θό­λου– φι­λέλ­λη­να Φίνλεϊ, πού λέ­ει ἀ­κρι­βῶς τά ἴ­δια. Ἀλ­λά τό κε­ί­µ­ε­νο τοῦ κ. Πι­ζά­νια στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή δέν ἔ­χει οὔ­τε µία –οὔ­τε µία!– βι­βλι­ο­γρα­φι­κή πα­ρα­πο­µ­πή. Οἱ «µ­η­χα­νι­σµ­οί συ­να­ί­νε­σης», ἐξ ἄλ­λου, πού εἶ­χε δι­α­µ­ορ­φώ­σει τό ὀ­θω­µ­α­νι­κό κρά­τος σύ­µ­φω­να µέ τόν κ. Πι­ζά­νια, ἦ­ταν οἱ ἀ­πο­κε­φα­λι­σµ­οί, τό παι­δο­µ­ά­ζω­µ­α, ἡ ἄ­γρια φο­ρο­λο­γί­α, οἱ γε­νι­κευ­µ­έ­νες σφα­γές καί ἄλ­λες δη­µ­ο­κρα­τι­κές καί φι­λει­ρη­νι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Για­τί δέν ἀ­να­φέ­ρει ὁ κ. Πι­ζά­νιας τήν κά­θο­δο, στά 1715, στόν Μο­ριᾶ καί στήν Ρο­ύ­µ­ε­λη, τοῦ µ­ε­γά­λου βε­ζύ­ρη Ἁ­λῆ-Κι­ου­µ­ουρ­τζῆ, ἐ­πι­κε­φα­λῆς τε­ρα­στί­ου στρα­τε­ύ­µ­α­τος, πού ἰ­σο­πέ­δω­σε τήν νό­τια Ἑλ­λά­δα; Για­τί δέν ἀ­να­φέ­ρει τήν κα­τα­στρο­φή τοῦ Μο­ριᾶ τό 1770 ἀ­πό τόν Κα­ρά-Μου­στα­φᾶ καί το­ύς 100.000 Τουρ­καλ­βα­νο­ύς του; Γιά ποιά «συ­να­ί­νε­ση» µ­ι­λᾶ ὁ κ. Πι­ζά­νιας;

Καί γιά ποιά «ἀ­που­σί­α ση­µ­αν­τι­κῶν ἐ­ξε­γέρ­σε­ων» στήν ἀρχή τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης γρά­φει ὁ κ. Πι­ζά­νιας; Τί ἦ­ταν τό­τε τό Βαλ­τέ­τσι, τό Λάλα, ἡ Κα­λα­µ­ά­τα κ.λπ.;
Κι ὅ­σο γιά τήν «ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ», ὁ κ. Πι­ζά­νιας λί­γο µ­ᾶς τά µ­περ­δε­ύ­ει: ἡ Γαλ­λι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση ἔ­γι­νε τό 1789. Τότε ἐ­πιρ­ροή τί­νος πρά­γµ­α­τος ἦ­ταν ἡ γε­νι­κευ­µ­έ­νη ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ 1770 ἤ οἱ προ­η­γο­ύ­µ­ε­νες ἐ­πα­να­στά­σεις (σέ ὅ­λη τήν δι­άρ­κεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας γί­νον­ταν, ὅ­πως εἴ­πα­µ­ε, ἐ­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­µ­α­τα κα­τά µέσον ὅ­ρο κά­θε τρι­άν­τα χρό­νια); ’Ή ἦ­ταν «ἐ­πιρ­ροή τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἰ­α­κω­βι­νι­σµ­οῦ» τό ἐ­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­µ­α τοῦ Κρο­κό­δει­λου Κλα­δᾶ στήν Πε­λο­πόν­νη­σο τοῦ 1460, τρεῖς αἰ­ῶ­νες πρίν τόν ἰ­α­κω­βι­νι­σµό;
Ἀλ­λά τήν βα­θύ­τε­ρη φι­λο­σο­φί­α τοῦ κ. Πι­ζά­νια δι­α­κρί­νει κα­νε­ίς κα­λύ­τε­ρα ὅ­ταν, πα­ρά κά­τω, ἀ­πο­κα­λεῖ τό σύν­θη­µ­α «φω­τιά καί τσε­κο­ύ­ρι στο­ύς προ­σκυ­νη­µ­έ­νους» (πού ἐ­ξα­πέ­λυ­σε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τό 1825-6 ἐ­ναν­τί­ον ὅ­σων δή­λω­ναν ὑ­πο­τα­γή στόν Ἰµπραήµ πού κα­τέ­και­ε τήν Πε­λο­πόν­νη­σο) ὡς «κι­νή­σεις, πού θυ­µ­ί­ζουν πε­ρί­ο­δο ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ τρό­µ­ου». Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἀ­πο­λύ­τως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ὁ κ. Πι­ζά­νιας γρά­φει «ἐ­νάν­τια στο­ύς “προ­σκυ­νη­µ­έ­νους” ῞Ελ­λη­νες στόν Ἰµπραήµ», δη­λα­δή θέ­τει τήν λέ­ξη προ­σκυ­νη­µ­έ­νους σέ εἰ­σα­γω­γι­κά. Κα­τα­λά­βα­µ­ε, κ. Πι­ζά­νια…
Καί νά σκε­φθεῖ κα­νε­ίς ὅ­τι τό κε­ί­µ­ε­νό του ἐκ­φω­νή­θη­κε ὡς πα­νη­γυ­ρι­κός τῆς 25ης Μαρ­τί­ου στό Γε­ω­πο­νι­κό Πα­νε­πι­στή­µ­ιο…

∆έν τε­λει­ώ­σα­µ­ε µέ τόν κ. Πι­ζά­νια. Ἐ­πα­νῆλ­θε µέ συ­νέν­τευ­ξή του στήν ἄ­πει­ρα φι­λό­ξε­νη Κα­θη­µ­ε­ρι­νή στίς 29 Ἀ­πρι­λί­ου 2007 (σ. 7), ὅ­που δι­α­τυ­πώ­νει τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ Ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­πα­νά­στα­ση δέν εἶ­ναι, ὅ­πως ξέ­ρα­µ­ε µέχρι σή­µ­ε­ρα, κι ὅ­πως οἱ ἴ­διοι οἱ πρω­τα­γω­νι­στές της τήν συ­νέ­λα­βαν, ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός πό­λε­µ­ος ἤ ἀ­γώ­νας τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας (προ­φα­νῶς οὔ­τε νά ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦ­µ­ε θέ­λα­µ­ε οὔ­τε τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α µ­ας ἐ­πι­δι­ώ­κα­µ­ε), «καί ἀ­κό­µ­η χει­ρό­τε­ρα δέν εἶ­ναι “Πα­λιγ­γε­νε­σί­α” ἑ­νός δῆ­θεν προ­ϋ­πάρ­χον­τος ἔ­θνους, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἡ ἐ­θνο­κεν­τρι­κή δο­ξα­σί­α».[ ]

Ἐ­γώ, ὅ­µ­ως, µέ αὐ­στη­ρά ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά κρι­τή­ρια, θά χα­ρα­κτη­ρί­σω «δο­ξα­σί­α» τίς ἀ­πό­ψεις τοῦ κ. Πι­ζά­νια. ∆ι­ό­τι σ’ ὅ­λ’ αὐ­τά δέν εἶ­δα οὔ­τε µία συγ­κε­κρι­µ­έ­νη πα­ρα­πο­µ­πή σέ πη­γές τῆς ἐ­πο­χῆς, οὔ­τε ἕ­να πρα­γµ­α­το­λο­γι­κό ἐ­πι­χε­ί­ρη­µ­α. Ἐ­πι­στή­µ­η ὅ­µ­ως εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­γω­γή συ­µ­πε­ρα­σµ­ά­των µέ βά­ση ὑ­παρ­κτά στοι­χεῖ­α (ἄς δι­α­βά­σει ὁ κ. Πι­ζά­νιας τόν κώ­δι­κα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τῶν Ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα Σπάρ­της (πού ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ δι­α­κε­κρι­µ­έ­νος βυ­ζαν­τι­νο­λό­γος Νι­κό­λα­ος Βέης), πού ἀ­νή­κει στόν 17ο αἰ­ῶ­να καί δε­ί­χνει τήν γλα­φυ­ρή, ὡ­ραι­ό­τα­τη ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς, πού κα­νέ­νας Κο­ρα­ῆς δέν κα­τα­σκε­ύ­α­σε καί πού µ­οι­ά­ζει τό­σο πο­λύ µέ τήν ση­µ­ε­ρι­νή δι­κή µ­ας!) καί ὄ­χι χα­ρα­κτη­ρι­σµ­οί, κρί­σεις, θε­ω­ρί­ες καί ἄ­φθο­νη φλυ­α­ρί­α.
Ὁ δη­µ­ο­σι­ο­γρά­φος κ. Πάσχος Μαν­δρα­βέ­λης, στίς 21 Φε­βρου­α­ρί­ου 2007, δη­µ­ο­σι­ε­ύ­ει στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή ἄρ­θρο µέ τί­τλο «Τό δί­κιο τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που», ὅ­που συ­µ­πε­ρι­ε­λά­µ­βα­νε τήν φρά­ση «τά ψε­ύ­τι­κα λά­βα­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Λα­ύ­ρας». Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στήν σχε­τι­κή βι­βλι­ο­γρα­φί­α, γιά νά δι­α­πι­στώ­σω τήν ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια, καί ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι τό πε­ρι­στα­τι­κό τῆς Ἁ­γί­ας Λα­ύ­ρας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν πλή­ρως καί ἀ­να­λυ­τι­κά: α) ὁ ἔγ­κυ­ρος ἱ­στο­ρι­κός Οὐ­ίλ­λιαµ Μύλλερ, στό κλασ­σι­κό ἔρ­γο του Ἡ Τουρ­κί­α κα­ταρ­ρέ­ου­σα, Ἀ­θή­να, ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλι­ο­πω­λε­ί­ου τῆς Ἑ­στί­ας, 1914, σελ. 93, β) ὁ Σάµουελ Γκρίν­τλε­ϋ Χάου, στήν Ἱ­στο­ρι­κή σκι­α­γρα­φί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, Νέα Ὑόρκη, 1928, ἀ­να­τύ­πω­ση ἑλλ. µ­ε­τά­φρ. 1997, σελ. 66. Ση­µ­ει­ω­τέ­ον ὅ­τι ὁ Χάου ἔ­ζη­σε στήν Ἑλ­λά­δα κα­τά τήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο ἐ­πί πέν­τε ἔ­τη καί προ­σέ­φε­ρε ὑ­πη­ρε­σί­ες ὡς ἰα­τρός, γ) ὁ ἐγ­κυ­ρώ­τε­ρος ἱ­στο­ρι­κός καί σύγ­χρο­νος τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης Σπυ­ρί­δων Τρι­κο­ύ­πης, στήν κλασ­σι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, ἀ­να­τύ­πω­ση ἀ­πό τήν Νέα Ἑλ­λη­νι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη, σ. 62. Τά πα­ρα­πά­νω ἐν­δει­κτι­κά, δι­ό­τι σχε­δόν ὅ­λες οἱ πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν τήν Ἁ­γί­α Λα­ύ­ρα.

῎Ε­στει­λα ἐ­πι­στο­λή στήν Κα­θη­µ­ε­ρι­νή µέ τά προ­α­να­φερ­θέν­τα, ὅ­που ἐ­πε­σή­µ­αι­να ἐν κα­τα­κλεῖ­δι ὅ­τι ἀ­πό­ψεις καί κρί­σεις πού ἀ­φο­ροῦν τό­σο σο­βα­ρά ζη­τή­µ­α­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς τε­κµ­η­ρι­ω­µ­έ­νες καί ὄ­χι προ­ϊ­όν­τα ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν ἐ­πιρ­ρο­ῶν. Ἡ Κα­θη­µ­ε­ρι­νή δη­µ­ο­σί­ευ­σε τήν ἐ­πι­στο­λή µ­ου, ἀλ­λά φα­ί­νε­ται ὅ­τι ὁ κ. Μαν­δρα­βέλ­λης γνω­ρί­ζει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό τόν Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κο­ύ­πη τά γε­γο­νό­τα καί µ­ᾶλ­λον θε­ω­ρεῖ τόν Μύλλερ καί τόν Χάου ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐ­θνι­κι­σµ­οῦ. Γι’ αὐ­τό καί στίς 28 Μαρ­τί­ου, ἕ­ναν πε­ρί­που µ­ῆ­να µ­ε­τά, ἐ­πα­νῆλ­θε ἀ­πτό­η­τος ἀ­πό ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κά ἐ­πι­χει­ρή­µ­α­τα καί πη­γές σέ νέ­ο του ἄρ­θρο, µέ τόν τί­τλο «Οἱ “ἀ­γα­θοί” µ­ας µ­ῦ­θοι» (τό ἀ­γα­θοί σέ εἰ­σα­γω­γι­κά τοῦ ἰ­δί­ου), ξε­κι­νών­τας µέ τήν πρό­τα­ση: Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση τῶν µύθων γιά τό «κρυ­φό σχο­λειό» καί τήν «εὐ­λο­γί­α τοῦ Πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γε­ρµ­α­νοῦ στήν Ἁ­γί­α Λα­ύ­ρα» κ.λπ. κ.λπ.

Πε­ρί­µ­ε­να ἀ­πό τόν κ. Μαν­δρα­βέ­λη ἤ νά ἀ­να­θε­ω­ρή­σει ὅ­σα εἶ­χε προ­η­γου­µ­έ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει, ὑ­πό τό βά­ρος τῶν πα­ρα­πο­µ­πῶν καί τῆς βι­βλι­ο­γρα­φί­ας πού τοῦ ἔ­στει­λα, ἤ νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει µέ ἄλ­λες, ἀν­τί­θε­τες πα­ρα­πο­µ­πές καί ἄλ­λη βι­βλι­ο­γρα­φί­α, τήν ὀρ­θό­τη­τα τῶν ἀ­πό­ψε­ών του. Ἀλ­λά δέν ἔ­πρα­ξε οὔ­τε τό ἕ­να οὔ­τε τό ἄλ­λο. Αὐ­τό λοι­πόν ἀ­πο­δει­κνύ­ει σα­φέ­στα­τα ὅ­τι οἱ ἀ­πό­ψεις τοῦ κ. Μαν­δρα­βέ­λη δέν προ­κύ­πτουν ἀ­πό µ­ε­λέ­τη τῶν πρα­γµ­α­τι­κῶν πε­ρι­στα­τι­κῶν, ἀλ­λά ἀ­πο­τε­λοῦν προ­ϊ­όν ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς ἐ­µ­µ­ο­νῆς καί ὡς γνω­στόν οἱ ἰ­δε­ο­λο­γι­κές ἐ­µ­µ­ο­νές δέν κά­µ­πτον­ται οὔ­τε καί ἀ­πό τήν πιό ἐ­µ­πε­ρι­στα­τω­µ­έ­νη ἐ­πι­χει­ρη­µ­α­το­λο­γί­α καί ἀ­πο­δε­ί­ξεις, δι­ό­τι σχε­τί­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο µέ τόν ψυ­χι­κό καί λι­γώ­τε­ρο µέ τόν πνευ­µ­α­τι­κό µ­ας κό­σµ­ο.

Γιά τό ζή­τη­µ­α τοῦ κρυ­φοῦ σχο­λει­οῦ, πού ἐ­πί­σης ὁ κ. Μαν­δρα­βέ­λης κα­ταγ­γέλλει ὡς µ­ῦ­θο, τήν ἀ­πάν­τη­ση ἔ­χει δώ­σει ὁ Φ.Ι. Κα­κρι­δῆς (ἐ­κτός ἄν ὁ κ. Μαν­δρα­βέ­λης ἀ­µ­φι­σβη­τεῖ καί τό ἐ­πι­στη­µ­ο­νι­κό κῦ­ρος τοῦ κ. Κα­κρι­δῆ ἤ ἄν τόν θε­ω­ρεῖ κι αὐ­τόν ἀ­κραῖ­ο ἐ­θνι­κι­στή). Σέ ἄρ­θρο του στό Βῆ­µ­α [22 Φε­βρου­α­ρί­ου 1998, Νέες Ἐ­πο­χές, σ. 11], ὁ Κα­κρι­δῆς ση­µ­ει­ώ­νει ὅ­τι, ναί µέν ὑ­πῆρ­χαν σχο­λές ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας, ἀλ­λά ἡ λει­τουρ­γί­α τους ἐ­λεγ­χό­ταν αὐ­στη­ρά ἀ­πό τήν τουρ­κι­κή ἐ­ξου­σί­α, ὥ­στε νά ἀ­πο­κλε­ί­ε­ται ἡ πα­τρι­ω­τι­κή ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί ἡ µ­α­χό­µ­ε­νη Ὀρ­θο­δο­ξί­α, γι’ αὐ­τό καί ὑ­πῆρ­χαν πα­ράλ­λη­λοι, ἄ­τυ­ποι καί δι­α­φε­ύ­γον­τες τοῦ τουρ­κι­κοῦ ἐ­λέγ­χου µ­η­χα­νι­σµ­οί δι­δα­σκα­λί­ας, πού στήν λα­ϊ­κή συ­νε­ί­δη­ση κα­τα­γρά­φη­καν ὡς «κρυ­φό σχο­λειό». Ἀλ­λά ἡ ἀ­να­δρο­µή στό πα­ρελ­θόν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ἀ­πό τό πα­ρόν: στήν κα­τε­χό­µ­ε­νη Κύπρο, τίς δι­ώ­ξεις πού ὑ­πέ­στη καί ὑ­φί­στα­ται ἡ δα­σκά­λα ’Ελένη Φωκά τίς ἔ­χε­τε ἀ­κο­ύ­σει, φίλ­τα­τε κ. Μαν­δρα­βέ­λη µ­ου;

[ ] 2 Σε­πτε­µ­βρί­ου 2007: ὁ κ. ∆η­µ­ή­τρης Σω­τη­ρό­που­λος, δι­δά­σκων Ἱ­στο­ρί­α στό Ἰόνιο Πα­νε­πι­στή­µ­ιο, πα­ρου­σι­ά­ζει τό ἔρ­γο τοῦ (ἄ­γνω­στου σέ µένα) κ. Νίκου Ρο­τζώ­κου, µέ τί­τλο Ἐ­θνα­φύ­πνι­ση καί Ἐ­θνο­γέ­νε­ση (σ.τ.σ.: νά ᾽την πά­λι ἡ Ἐ­θνο­γέ­νε­ση), Ὀρ­λω­φι­κά καί ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α. Ὁ ἀ­πί­στευ­τος τί­τλος τῆς βι­βλι­ο­πα­ρου­σί­α­σης (πού κα­τα­λα­µ­βά­νει τό ἥ­µ­ι­συ τῆς σε­λί­δας 6 τῆς Κα­θη­µ­ε­ρι­νῆς, εἶ­ναι «Τά Ὀρ­λω­φι­κά δέν ἦ­ταν ἐ­θνι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση». Χω­ρίς κἄν ἕ­να ἐ­ρω­τη­µ­α­τι­κό στό τέ­λος. ∆η­λα­δή, κα­τό­πιν τοῦ ἔρ­γου τοῦ κ. Ρο­τζώ­κου καί τῆς βι­βλι­ο­πα­ρου­σι­ά­σε­ώς του ἀ­πό τόν κ. Σω­τη­ρό­που­λο, τό θέ­µ­α ξε­κα­θά­ρι­σε καί θε­ω­ρεῖ­ται λῆ­ξαν! Τά Ὀρ­λω­φι­κά, πού ἐ­πί αἰ­ῶ­νες οἱ πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν ὡς τήν τε­λευ­τα­ί­α µ­ε­γά­λη Ἐ­πα­νά­στα­ση τῶν ὑ­πό­δου­λων Ἑλ­λή­νων πρίν τό ᾽21, κα­τα­τάσ­σε­ται πλέ­ον ὁ­ρι­στι­κά στίς… µή ἐ­θνι­κές ἐ­πα­να­στά­σεις! (῎Α­ρα­γε τί ἐ­πα­νά­στα­ση ἦ­ταν; Τα­ξι­κή; ’Ή µήπως δέν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­στα­ση;) Σύµφωνα µέ τόν κ. Σω­τη­ρό­που­λο, «ἡ γρα­φί­δα τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ Νίκου Ρο­τζώ­κου ἔρ­χε­ται νά σκί­σει σάν γι­α­τα­γά­νι τίς βε­βαι­ό­τη­τές µ­ας σέ σχέ­ση µέ τίς ἐ­πα­να­στα­τι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ὁ­µ­ο­δό­ξων τοῦ ὕ­στε­ρου 18ου αἰ­ῶ­να στά νό­τια τῆς Ὀ­θω­µ­α­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας».

[ ] Μία δη­µ­ο­φι­λής σ’ αὐ­το­ύς το­ύς κύ­κλους ἀ­να­φο­ρά εἶ­ναι ἡ κα­ταγ­γε­λί­α τῆς «ἐ­θνο­κά­θαρ­σης» τῶν Το­ύρ­κων τῆς Τρί­πο­λης ἀ­πό το­ύς ῞Ελ­λη­νες κα­τά τήν Ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή της τόν Σε­πτέ­µ­βριο τοῦ 1821. «Ὅ­ταν οἱ Ἕλ­λη­νες µ­πῆ­καν στήν Τρί­πο­λη, δέν ἔ­µ­ει­νε λι­θά­ρι ὄρ­θιο», ἐ­πι­ση­µ­αί­νει ὀρ­θά ὁ κύ­ριος Θά­νος Βε­ρέ­µ­ης, κα­θη­γη­τής Ἱ­στο­ρί­ας στό Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν, σέ συ­νέν­τευ­ξή του στόν Τύ­πο τῆς Κυ­ρια­κῆς (1-4-2007). ῎Ο­χι µόνον δέν θά δι­α­ψε­ύ­σω, ἀλ­λά θά τε­κµ­η­ρι­ώ­σω καί θά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω τό γε­γο­νός: «Τό ἄ­λο­γό µ­ου», γρά­φει ὁ νι­κη­τής τῶν Το­ύρ­κων καί ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τής τῆς Ἑλ­λά­δος Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, «ἀ­πό τά τε­ί­χη ἕ­ως τά σα­ρά­για δέν ἐ­πά­τη­σε γῆ» [Κο­λο­κο­τρώ­νη Ἀ­πο­µ­νη­µ­ο­νε­ύ­µ­α­τα, ἐκδ. ∆ρα­κο­πο­ύ­λου, σελ. 93]. 32.000 Τοῦρ­κοι ἐ­σφά­γη­σαν ἀ­πό το­ύς ῞Ελ­λη­νες, συ­νε­χί­ζει ὁ Γέρος τοῦ Μο­ριᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­βα­λε «Τε­λά­λη, νά πα­ύ­σῃ ὁ σφα­γµ­ός». Καί συ­νε­χί­ζει: «῞Ο­ταν ἐ­µ­βῆ­κα εἰς τήν Τρι­πο­λι­τσά, µ­οῦ ἔ­δει­ξαν τόν πλά­τα­νο εἰς τό πα­ζά­ρι ὁ­πού ἐ­κρέ­µ­α­γαν το­ύς ῞Ελ­λη­νες. Ἀ­να­στέ­να­ξα καί εἶ­πα: “῎Α­ϊν­τε, πό­σοι ἀ­πό τό σό­γι µ­ου καί ἀ­πό τό ἔ­θνος µ­ου ἐ­κρε­µ­ά­σθη­σαν ἐ­κεῖ”, καί δι­έ­τα­ξα καί τόν ἔ­κο­ψαν. Ἐ­πα­ρη­γο­ρή­θη­κα καί διά τόν σκο­τω­µό τῶν Το­ύρ­κων».

῎Ο­χι, κύ­ρι­οι ὄ­ψι­µ­οι «ἀν­θρω­πι­στές», οἱ ση­µ­ε­ρι­νοί ἐ­λε­ύ­θε­ροι ῞Ελ­λη­νες δέν αἰ­σθα­νό­µ­α­στε ἐ­νο­χές γιά τήν «ἀν­θρω­πι­στι­κή κα­τα­στρο­φή» τῆς Τρί­πο­λης, τόν µ­α­το­βαμ­µ­έ­νο Σε­πτέ­µ­βρη τοῦ 1821. ∆ε­δο­µ­έ­νου ὅ­τι δέν ὑ­φί­στα­το τό­τε –ὅ­πως καί δέν ὑ­φί­στα­ται οὔ­τε σή­µ­ε­ρα– δι­ε­θνής ὀρ­γα­νι­σµ­ός πού νά χα­ρί­ζει τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α στο­ύς ὑ­πό­δου­λους λα­ο­ύς, κα­τό­πιν γρα­πτῆς αἰ­τή­σε­ως µ­ε­τά χαρ­το­σή­µ­ου. Οὔ­τε οἱ Τοῦρ­κοι θά ἔ­φευ­γαν µόνοι τους ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα κα­τό­πιν δι­α­πρα­γµ­α­τε­ύ­σε­ων. Οἱ πρό­γο­νοί µ­ας, βε­βα­ί­ως, τό γνώ­ρι­ζαν αὐ­τό πο­λύ κα­λά, γι’ αὐ­τό καί τό κεν­τρι­κό σύν­θη­µ­α στήν Ἐ­πα­νά­στα­ση ἦ­ταν «Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ Θάνατος».

αρδην

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Ο Πατριωτισμος απο τον ...Στρατηγό Μακρυγιάννη!


Μαθήματα Πατριωτισμού απο τον ...Στρατηγό Μακρυγιάννη!----

Ο Μακρυγιάννης αποτελεί μία μοναδική περίπτωση αγωνιστή και πολιτικού άνδρα στην ιστορία τής επαναστάσεως τού 1821! Με έργο μεγάλο και λόγο μεστό! Με πάθος έκφρασης. Με λόγια γε­μάτα πειθώ, θέρμη και πίστη, με τα οποία απευθύνεται σε όλους, συμπολεμιστές, άρχοντες και απλό λαό, συμ­βουλεύοντας για τις ενέργειες σε κάθε μάχη, επαινώντας κάθε σωστή πράξη και καυτηριάζοντας κάθε κακή ενέργεια.

Μετά το τέλος τού πολέ­μου, στα 1829, ο Μακρυγιάννης σε ηλικία τριάντα δύο ετών, έχοντας ήδη γίνει στρατηγός, θα μάθει γράμματα και θ’ αρχίσει να συγγράφει τα Απομνημονεύματα του. Το γιατί μας το λέει ο ίδιος με μεγάλη ταπεινοφροσύνη και πλήρη επίγνωση της αδεξιότητας του, χαρίζοντας με αυτόν τον τρόπο, όπως ο Θουκυδίδης στο έθνος του ένα «κτήμα ες αιεί». «Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας α­γράμματος», γράφει ο Μακρυγιάννης «να βαρύνω τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς τής κοινωνίας και να τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την πε­ριέργεια τους και να χάνουν τις πολύτιμες στιμές εις αυτά».
Ο Μακρυγιάννης έχει μία μεγάλη ανάγκη να εκφράσει τα συναισθήματά του Διότι και στον νου και στην καρδιά και στην ψυχή του υπάρχει ένας ελληνικός κόσμος γεμάτος από ιδέες και συναισθήματα, που ψάχνει διέξοδο. Αυτός είναι και ο λόγος που στα ώριμα του χρόνια θα θελήσει να μάθει γράμματα και να κάνει αυτό «το γράψιμο το απελέκητο», ό­πως ο ίδιος το χαρακτηρίζει.

Ο Μακρυγιάννης έχει την γνώμη πως είχαν γίνει πολλά λάθη στα πολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια και από στρατιωτικούς και από πολιτικούς αρχηγούς. Γι’ αυτό και τα τονίζει, όπως τονίζει και τα μεγάλα πολεμικά κατορθώματα τού ελ­ληνικού λαού, με Θουκυδίδεια σκέψη! «Δια όλα αυτά γράφω εδώ...», επισημαίνει, «δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή... Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν». Μία συμβουλή προς τους σημερινούς ταγούς, που οι περισσότεροι φαίνεται να την έχουν ξεχάσει!

Ο σκοπός τής συγγραφής τού Μακρυγιάννη είναι πάνω από όλα λοι­πόν διδακτικός, για να μάθουν οι μεταγενέστεροι όχι μόνο από τα κατορ­θώματα των προγόνων τους, αλλά και από τα σφάλματα τους. Για τον Μακρυγιάννη, όπως για τον Θουκυδίδη, τα έργα των ανθρώπων πρέπει να χρησιμεύσουν για την παιδεία τού ελληνικού έθνους.

Από πού όμως αντλεί υλικό ο Μακρυγιάννης; Ό,τι γνωρίζει για την αρχαία ελληνική ιστορία, το πιο πιθανό είναι πως τα είχε ακούσει από μορφωμένους τής εποχής του. Από τον Όμηρο ξέρει τον Αχιλλέα. Ξέρει ακόμα λίγους στρατηγούς και λιγότερους πολιτικούς, καθώς και τα ονόματα τού Σωκράτη και του Πλάτωνα.

Κι όμως ο Μακρυγιάννης δεν έμεινε ένας απλός λαϊκός αφηγητής τών πραγμάτων. Στοχάσθηκε βαθιά πάνω στα έργα τού Θεού και των ανθρώπων, με λόγια παρόμοια με των μεγάλων αρχαίων προγόνων μας, τους οποίους όμως δεν γνώριζε, διότι ήταν αγράμματος. Γράφει για παράδειγμα κάπου ο αγνός πατριώτης: «Όσο αγαπώ την πατρίδα μου, δεν αγαπώ τίποτας! Να 'ρθει ένας να μου πει ότι θα πάγει ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλει και τα δυο μάτια· ότι, αν είμαι στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να 'χω, στραβός θε να είμαι, ότι σ’ αυτείνη θα ζήσω». Κι όμως, η σκέψη τού Μακρυγιάννη σε αυτό το σημείο είναι ίδια με του Θουκυδίδη, όταν ο Περικλής στον «Επιτάφιο» λέει: «ε­γώ πιστεύω πως όταν η πόλη προκόβει ως σύνολο, ωφελεί τα άτομα πε­ρισσότερο παρά όταν τα άτομα σ’ αυτήν ευτυχούν, η ίδια όμως ως σύνο­λο καταστρέφεται· γιατί όταν ένας πολίτης ευτυχεί ως άτομο, όταν κατα­στραφεί η πατρίδα του, χάνεται κι αυτός το ίδιο μαζί της, ενώ, αν κακοτυχεί μέσα σε μια πόλη που ευτυχεί, σώζεται και ο ίδιος ευκολότερα»... Δεν έχω ακούσει παρόμοια λόγια σήμερα από πολιτικούς, παρά μόνο το παρανοϊκό υπουργικό «δεν με ενδιαφέρει αν χαθούν οι Έλληνες, με ενδιαφέρει να μη χαθεί η πατρίδα!!!», το οποίο βέβαια είναι τελείως διαφορετικό, διότι πολιτεία χωρίς πολίτες είναι μια νεκρή πολιτεία.

Ο Μακρυγιάννης επίσης χρησιμοποιεί την λέξη «αρετή», με την ίδια σημασία και περιεχόμενο που της έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες, δηλαδή και την πολεμική και την πολιτική και την ηθική σημασία. Έλεγε συγκεκριμένα κάτι που σήμερα φαντάζει τόσο μακρυνό για να υπάρχει σε στόματα πολιτικών. Την πίστη στον Θεό και την αγάπη στην πατρίδα: «Εσύ, Κύριε, θ’ α­ναστήσεις τους πεθαμένους Έλληνες, τους απογόνους αυτεινών των περίφημων ανθρώπων, οπού στόλισαν την ανθρωπότη μ’ αρετή. Και με τη δύναμη Σου και τη δικαιοσύνη Σου θέλεις να ξαναζωντανέψεις τους πε­θαμένους. Και η απόφαση Σου η δίκια είναι να ματαειπωθεί Ελλάς, να λαμπρυνθεί αυτείνη και η θρησκεία τού Χριστού, και να υπάρξουν οι τί­μιοι και αγαθοί άνθρωποι, εκείνοι οπού περασπίζονται το δίκιον».
Η αγάπη όμως του Μακρυγιάννη δε γνωρίζει όρια, όταν μιλεί για τον απλό λαό, που είχε πάρει μέρος στον Αγώνα, τους αθάνατους Έλληνες, τον ευλογημένο λαό τής Ελλά­δας, όπως συνεχώς τούς χαρακτηρίζει! «Πατρίς», γράφει «να μακαρίζεις όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μίαν φορά ελεύτερη πατρίδα, οπού ήσουνε χαμένη από τον κατάλογον τών εθνών. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνεις εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα πολεμώ­ντας με τόση δύναμη Τούρκων, κι εκείνους που αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μια μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το χάνι της Γραβιάς, κι εκείνους οπού λιώσανε τόση Τουρκιά και πασάδες εις τα Βασιλικά, κι ε­κείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου... Αυτείνοι σε ανάστησαν»... Σήμερα αυτούς τούς Έλληνες τους έχουν εξοστρακίσει από την ελληνική ιστορία. Γι’ αυτό ο Νίκος Γκάτσος γράφει στα «κατά Μάρκον» «στην παλιά μας την φυλλάδα (εννοεί παλιοφυλλάδα), που διαβάσαμε ξανά, τέτοιο όνομα, Ελλάδα, δεν υπάρχει πουθενά»!
Όμως σήμερα ζούμε και μία κατάσταση, που θυμίζει πολύ την μεταπελευθερωτική περίοδο. Τότε ο Μακρυγιάννης έβλεπε γύρω του τους παλιούς α­γωνιστές να γυρίζουν στους δρόμους γυμνοί και ξυπόλητοι, και τις χήρες των νεκρών τού πολέμου και τα ορφανά παιδιά τους να ζητιανεύουν. Παρόμοιες εικόνες ζούμε και σήμερα, βλέποντας Έλληνες τους οποίους οι πολιτικοί κατέστρεψαν και τους ανάγκασαν να ζουν στον δρόμο, να ψάχνουν στα σκουπίδια και να τρώνε στα συσσίτια.

Όμως τότε ο Μακρυγιάννης έκανε κάτι που σήμερα είναι αδιανόητο για τα πολιτικά κόμματα και τους πολιτικούς(Με εξαιρέσεις). Αποφάσισε ο σπουδαίος αυτός Έλληνας να βοηθήσει με κάθε τρόπο τον α­πλό λαό, από τον οποίο προέρχεται και ο ίδιος και για τον οποίο νοιώθει μιαν απέραντη αγάπη. Διότι αυτό το ανώνυμο πλήθος τού ελληνικού λαού κατασπατάλησε την πε­ριουσία του και την ζωή του για τον Αγώνα χωρίς καμμία ιδιοτέλεια και έφθασε τελικά στο σημείο να δυστυχεί από την ανικανότητα ή και από την αδυναμία τών πολιτικών αρχών να τους παρασταθούν. Τι κάνει λοιπόν ο Μα­κρυγιάννης; Δεν περιορίζεται μόνο σε λόγια διαμαρτυρίας, όπως πολλοί κάνουν σήμερα υποκριτικά και εκ τού ασφαλούς πολλοί πολιτικοί αλλά για να ανακουφίσει τους πονεμένους αγωνιστές και τις ορφα­νεμένες οικογένειες, στα 1835 κάνει μιαν αναφορά στην Κυβέρνηση: «Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείναν και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες τών σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν ο­πού μου δίνετε διατάξετε να μου κοπεί όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι αρφανά τών σκοτωμένων. Αποφασίζω να δικαιώσω τους αδικημένους». Μία φράση που, χωρίς να το γνωρίζει, υπήρχε στα πολιτικά κείμενα και στους επιτάφιους λόγους του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώ­να, που συνεχώς ανέφεραν πως ένα από τα καυχήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν ότι κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να βοηθεί τους αδικημένους. Ο Μακρυγιάννης, όμως, ως πραγματικός δημοκράτης αγωνιστής ο οποίος έχει επίγνωση τών δικαιωμάτων ενός λαού που πολέμησε και τυραννήθηκε, λέει προφητικά... «Από δικαιο­σύνη διψάγει η πατρίδα και ’λικρίνεια· όποιοι την κυβερνούνε, ο Θεός να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει εις αυτό». Και γνωρίζοντας την διαχρονική κοροϊδία τών κυβερνώντων ο Μακρυγιάννης ζητεί συνεχώς να γίνουν νόμοι «στέρεοι και πατρικοί», γνωρίζοντας πως μόνο η ευνομία σώζει τους λαούς. Λέει συγκεκριμένα... «δεν ήθελα χρήματα και βιό, ήθελα σύνταμα για την πατρίδα μου, να κυβερνηθεί με νόμους και όχι με το έτσι θέλω», δείχνοντας με το δάκτυλο αυτούς που σήμερα ψήφισαν τον νόμο «περί ευθύνης υπουργών», αυτούς που αγνόησαν τα σκάνδαλα και αυτούς που μας οδήγησαν με τις άφρονες πράξεις τους στο ΔΝΤ.

Ο πιο σημαντικός όμως στοχασμός τού Μακρυγιάννη, είναι αυτός, με τον οποίο κλείνω τούτες τις σκέψεις και που θα έπρεπε υποχρεωτικά να τον μαθαίνουν τα ελληνόπουλα στα σχολεία, για να γίνει οδη­γός της μετέπειτα πολιτικής τους ζωής. Κάτι που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους και οι πολιτικοί, στους οποίους δίνω ευχή για το νέο έτος να κάνουν πράξη ως τελευταία τους ευκαιρία, την απόδοση δικαιοσύνης, την τιμωρία τών πραγματικών ενόχων και να πάψουν να φροντίζουν μόνο το «εγώ» τους! «Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμε ό­λοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός εγώ, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς εγώ; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φτιάσει ή χα­λάσει, να λέγει εγώ. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε εμείς. Είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ!»...
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου

Καθηγητού - Κλασσικού Φιλολόγου

Ιστορικού - Συγγραφέως

Αντιπροέδρου του Συνδέσμου τών Απανταχού Λακώνων
«Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ»
http://greeksurnames.blogspot.gr