Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

πασχα ρωμεικο

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη

πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει

και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο... δυτικός!

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.

-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;

-Απ' την Αθήνα.

-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Να φχαριστάς, καϋμένε...

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον..

Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελὼν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου,
σὺν Νικοδήμῳ, καὶ θεωρήσας νεκρὸν γυμνὸν ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν· 
Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὃν πρὸ μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν Σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετο, καὶ ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο, καὶ διερρήγνυτο ναοῦ τὸ καταπέτασμα· ἀλλ' ἰδοὺ νῦν βλέπω σε, δι' ἐμὲ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον· πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω, τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα; ἢ ποῖα ᾄσματα μέλψω, τῇ σῇ ἐξόδῳ Οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τὰ Πάθη σου, ὑμνολογῶ καὶ τὴν Ταφήν σου, σὺν τῇ Ἀναστάσει, κραυγάζων· Κύριε δόξα σοι.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Τρολ με δελτίο παροχής....

Toυ Γιάννη Βαρουφάκη

«Σας παίρνω γιατί ντρέπομαι και νιώθω την ανάγκη να σας το πω. Ήμουν φοιτητής σας, αλλά, τι να κάνω, αυτήν τη δουλειά βρήκα». Κάπως έτσι ξεκίνησε η τηλεφωνική μου συνομιλία με απόφοιτο του τμήματός μου (του Πανεπιστημίου Αθηνών) μερικές ώρες μετά την ανάρτηση άρθρου μου για συγκεκριμένη τράπεζα με θέμα τη συγκάλυψη παρανομιών της (και, μάλιστα, την επιβράβευσή της με δημόσια περιουσία) από την κυβέρνηση, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Τρόικα. Το άρθρο είχε γραφτεί την προ-προηγούμενη μέρα και, προς έκπληξή μου, αν και στάλθηκε έγκαιρα, δεν είχε αναρτηθεί.

Μου είπαν από την «αρχισυνταξία» του συγκεκριμένου ιστότοπου ότι υπήρξε μια «διστακτικότητα», καθώς η εν λόγω τράπεζα ήταν χορηγός του. Δύο ώρες μετά την εντονότατη απάντησή μου, μου ανακοινώθηκε ότι επρόκειτο για «παρεξήγηση» και ότι το άρθρο θα ανέβαινε κανονικά με μια μέρα καθυστέρηση. Όπερ και εγένετο. Φανταστείτε το πλατύ χαμόγελό μου όταν διαπίστωσα ότι το μπάνερ πάνω από το άρθρο μου, όταν εν τέλει δημοσιεύτηκε, ήταν μια φαρδιά-πλατιά διαφήμιση της τράπεζας στην οποία αναφερόταν!

«Δεν έχουν τον Θεό τους!» αναφώνησα, αν και μόνος στο γραφείο. Και να 'ταν μόνο αυτό; Εντός πέντε λεπτών, πριν προλάβει κάποιος να διαβάσει το άρθρο, το twitter κατακλείστηκε από εκατοντάδες μηνύματα «αποδόμησης» τόσο δικής μου, σε προσωπικό επίπεδο, όσο και του άρθρου. Καθώς τα έβλεπα να κατακλύζουν το ελληνικό Διαδίκτυο, ξαναχαμογέλασα και επέστρεψα στη δουλειά μου. Έως ότου χτύπησε το τηλέφωνο και άρχισα να συνομιλώ με τον προαναφερθέντα τέως φοιτητή μου. Αφού μου είπε ότι ντρεπόταν, ξεκίνησε να μου εξηγεί τους λόγους του: «Εργάζομαι εδώ και κάποιους μήνες στο γραφείο Τύπου της τράπεζας για την οποία γράψατε. Κάποια στιγμή χτες το απόγευμα μας μάζεψαν, μας μοίρασαν το άρθρο σας (σημ. πριν... αναρτηθεί) και μας ζήτησαν να ετοιμάσουμε tweets και σχόλια αποδόμησής σας. Με ρώτησαν, μάλιστα, αν σας είχα ποτέ καθηγητή στο πανεπιστήμιο, γνωρίζοντας ότι είμαι απόφοιτος του Καποδιστριακού. Είπα ψέματα ότι δεν σας είχα πετύχει. Σήμερα που αναρτήθηκε το άρθρο σας, από τις οκτώ το πρωί τρεις από εμάς ασχολούμαστε συνεχώς με το να ανεβάζουμε στο Twitter τα ήδη έτοιμα μηνύματα και να απαντάμε χυδαία σε όποιον τολμήσει να σας υπερασπιστεί. Έπρεπε να σας το πω. Νιώθω τύψεις γι' αυτό που κάνω, αλλά, κ. Βαρουφάκη, αυτήν τη δουλειά βρήκα με το πτυχίο του τμήματός μας. Άλλα όνειρα είχα, αλλά τι να κάνω, δόξα τω Θεώ λέω».

Είπαμε κι άλλα, αφού τον καθησύχασα ότι όχι μόνο δεν τον κακίζω αλλά και ότι του συνιστώ, σε χαλεπούς καιρούς σαν τους τωρινούς, να κρατήσει τη δουλειά του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα πείσει τον εαυτό του πως το έργο που επιτελεί στο γραφείο Tύπου της τράπεζας είναι... καλόν, αγαθόν και θεάρεστον. Πριν κλείσουμε, τον ρώτησα: «Τουλάχιστον, πληρώνεσαι καλά;». Μου απαντά: «Επτακόσια το μήνα, μείον το ΤΕΒΕ, καθώς μας έχουν εδώ, υποχρεωτικά, με δελτίο παροχής». Για αρκετή ώρα με κατέλαβε μια περίεργη θλίψη. Θλίψη που ένας νέος άνθρωπος, από εκείνους που συναντούσα δύο φορές την εβδομάδα στο αμφιθέατρο της Σίνα, και που έκανα ό,τι μπορούσα να του μεταφέρω τη μαγεία της οικονομικής ανάλυσης, αναγκαζόταν να αρνηθεί ότι με είχε ποτέ καθηγητή.

Μακάρι να έλεγε «τον είχα κι ήταν άθλιος» ή «η επιστημονική του κατάρτιση ήταν της πλάκας». Όσο και να με στενοχωρούσε μια τέτοια αρνητική κρίση φοιτητή μου, θα εμπεριείχε ένα συστατικό ελεύθερης έκφρασης, προσωπικής κρίσης, ακόμα και μια προσπάθεια να εξαργυρώσει σ' ένα επαγγελματικό περιβάλλον εχθρικό προς εμένα το γεγονός ότι έτυχε να με γνωρίσει στο πανεπιστήμιο. Το ότι δαγκώθηκε, όμως, και αρνήθηκε ότι με είχε καθηγητή του για να μη χρειαστεί να πει αρνητικά πράγματα για μένα ή, ακόμα χειρότερα, ότι πιέστηκε να δώσει «στοιχεία και υλικό» στον προϊστάμενό του, αυτό με διαπέρασε ως δόρυ πύρινης θλίψης.

Το περιστατικό αυτό, πέραν των όσων καταμαρτυρεί για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και της δημοκρατίας στην Ελλάδα της Κρίσης, έχει γενικότερα διδάγματα για την οικουμένη ολόκληρη. Τείνουμε να θεωρούμε ότι το Διαδίκτυο εκδημοκρατίζει την κοινωνία και υπόσχεται νέες μορφές ηλεκτρονικής δημοκρατίας (ένα από τα αγαπημένα πρότζεκτ του Γιώργου Παπανδρέου, όπως καλά γνωρίζουν οι συνεργάτες του). Είναι αλήθεια ότι το Διαδίκτυο δίνει βήμα στον καθένα μας και διαχέει την πληροφορία και την άποψη σε όλες τις γωνιές της Γης με ταχύτητα φωτός. Όμως, αυτό δεν ενισχύει μόνο τη δημοκρατία. Ενισχύει, παράλληλα, και τους ισχυρότατους εχθρούς της. Όταν τα οργανωμένα συμφέροντα νιώσουν να απειλούνται, έχουν τους πόρους να «απαγάγουν» το Διαδίκτυο, στέλνοντας στα ουράνια αυτό που οι μηχανικοί ονομάζουν «λόγο θορύβου-σήματος». Όπως οι χάκερ βομβαρδίζουν έναν ιστοτόπο με αιτήσεις πρόσβασης, έως ότου τον βγάλουν νοκ άουτ, έτσι και τα τρολ καταποντίζουν τον δημόσιο διάλογο σε βούρκο κόπρου, έως ότου όλα φαίνονται καφέ και τίποτα δεν ξεχωρίζει ως αληθινό. Στην χώρα μας, όπου η εργασία έχει γίνει φτηνή και παρέχεται ευτελώς με δελτίο παροχής, ο κίνδυνος για τη δημοκρατία είναι μεγαλύτερος.